Το διακύβευμα της πολιτικής νομιμοποίησης

Γιώργος Θεοτοκάς, iefimerida, 07/05/2014

Οι ευρωεκλογές, όσο και αν η εκάστοτε κυβέρνηση επιδιώκει να τις υποβαθμίσει ως προς την ευρύτερη πολιτική σημασία του αποτελέσματος, είναι μετά τις εθνικές εκλογές, η σημαντικότερη καταγραφή της δύναμης και της απήχησης των πολιτικών κομμάτων και ασφαλώς και της κυβέρνησης. Παραδοσιακά βέβαια, το πολιτικό μήνυμά τους αμφισβητείται και υποβαθμίζεται από όλες τις κυβερνήσεις, με την επίκληση κυρίως της αυξημένης αποχής και της χαλαρής ψήφου ή ακόμη και της φυσιολογικής φθοράς από τη λήψη μέτρων, δυσάρεστων ή που δεν έχουν ακόμη αποδόσει αποτέλεσμα, στο μέσον, συνήθως, της τετραετίας. Είναι όμως εντυπωσιακό - μετά την αλλαγή του πολιτικού σκηνικού που επισφραγίσθηκε με το αποτέλεσμα των εθνικών εκλογών και με τους νέους κομματικούς σχηματισμούς που προέκυψαν τους τελευταίους μήνες - το γεγονός ότι στα αποτελέσματα όλων των μετρήσεων των τελευταίων μηνών, οι αποκλίσεις στην καταγραφή της πρόθεσης ψήφου ανάμεσα στα ποσοστά των ευρωεκλογών και των εθνικών εκλογών, είναι από ανύπαρκτες έως ελάχιστες για όλα τα κόμματα.

Με δεδομένα τα χαμηλά ποσοστά και των δύο μεγαλύτερων κομμάτων σε όλες τις δημοσκοπήσεις, έχει επικεντρωθεί η συζήτηση εδώ και μήνες στη μεταξύ τους διαφορά, όπως θα προκύψει από το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών. Κρίσιμο μέγεθος ασφαλώς σε επίπεδο εντυπώσεων. Εχουμε όμως με τον καιρό λησμονήσει ότι η παρούσα κυβέρνηση αποτελείται από συνασπισμό δύο κομμάτων που κατέγραψαν στις βουλευτικές εκλογές αθροιστικά ποσοστά που έφθαναν το 42,5%, ενώ στο ξεκίνημά της η συγκυβέρνηση ξεπερνούσε, με τον συνυπολογισμό των ποσοστών της ΔΗΜΑΡ, το 48%.

Οι ευρωεκλογές παραδοσιακά καταγράφουν σημαντική πτώση στα ποσοστά του εκάστοτε κυβερνητικού κόμματος. Ποτέ όμως το κόμμα που ήταν στην κυβέρνηση δεν έπεσε κάτω από το όριο του 32%. Το 2009 η ΝΔ πήρε 32,29%, το 2004, πάλι η ΝΔ έφτασε το 43,03% (τρεις μήνες μετά τις βουλευτικές του Μαρτίου 2004 όμως). Το ΠΑΣΟΚ το 1999 είχε πάρει ποσοστό 32,85% και το 1994 πάλι το ΠΑΣΟΚ είχε πάρει 37,60%.

Με τα σημερινά δεδομένα, ίσως τα δύο κυβερνητικά κόμματα δυσκολευτούν να ξεπεράσουν αθροιστικά το 30%. Αν βέβαια η ΝΔ αναδειχθεί σε 1ο κόμμα ή καταγράψει ως 2ο κόμμα μία μικρή διαφορά 1-2 μονάδων από τον ΣΥΡΙΖΑ, οι εντυπώσεις ενδεχομένως να είναι με το μέρος της κυβέρνησης, ιδιαίτερα αν έχουμε ποσοστά του κυβερνητικού συνασπισμού περίπου στο 30%. Σε διαφορετικη περίπτωση και ιδιαίτερα σε περίπτωση επικράτησης του ΣΥΡΙΖΑ με σημαντική διαφορά, πιθανότατα η συνέχιση της διακυβέρνησης θα τεθεί υπό αμφισβήτηση.

Οπως και να έχει, μολονότι το πολιτικό σκηνικό συντίθεται πλέον από κατακερματισμό δυνάμεων και κομμάτων όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν, το κρίσιμο στοιχείο είναι πάντοτε η μέτρηση και καταγραφή του ποσοστού της κυβέρνησης, η λεγόμενη (ουσιαστική) πολιτική νομιμοποίησή της, η εκτίμηση της οποίας δεν μπορεί παρά να προκύψει, κατά τον πλέον αυθεντικό τρόπο, από μία γενική εκλογική διαδικασία, «καθολικής ψηφοφορίας» με τη συνταγματική έννοια του όρου, όπως είναι αυτή των ευρωεκλογών, διότι από την μείζονα εκλογική διαδικασία των εθνικών εκλογών, δεν κρίνεται βέβαια η «νομιμοποίηση» καμίας κυβέρνησης, αφού, απλούστατα, από αυτές αναδεικνύεται η κυβέρνηση.

Συνεπώς, η σημαντικότερη εκλογική διαδικασία είναι αντικειμενικά και παραδοσιακά οι ευρωεκλογές, για τη στάθμιση της πολιτικής νομιμοποίησης κάθε κυβέρνησης, η οποία ως μέγεθος, δεν έχει καμία νομική διάσταση, με την έννοια ότι δεν έχει επίπτωση ως προς τη διατήρηση της εμπιστοσύνη της βουλής προς την κυβέρνηση, ιδιαίτερα μάλιστα μετά την κατάργηση (με τη συνταγματική αναθεώρηση του 1986) της δυνατότητας του Προέδρου της Δημοκρατίας για διάλυση της βουλής, λόγω «δυσαρμονίας» της κυβέρνησης προς το «λαϊκο αίσθημα», πλην όμως αποτελεί κρίσιμο στοιχείο ως προς την πολιτική δυνατότητα της κυβέρνησης να συνεχίσει να παίρνει μέτρα επώδυνα που προκαλούν αντιδράσεις και που καθορίζουν τη μελλοντική πορεία της χώρας.

Σε περίπτωση λοιπόν αρνητικού αποτελέσματος, είναι πιθανόν να τεθεί ζήτημα πολιτικής νομιμοποίησης της κυβέρνησης, ιδιαίτερα μάλιστα υπό τα δεδομένα της λήψης και άλλων δυσάρεστων μέτρων που πιθανότατα θα επακολουθήσουν μιας νέας δανειακής σύμβασης, αν αυτή χρειασθεί τελικά ή μιας νέας αναδιάρθρωσης, με όποιο τρόπο, του δημόσιου χρέους.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι