Το τέλος της χαρούμενης παγκοσμιοποίησης
Αντώνης Λιάκος, Η Καθημερινή της Κυριακής, Δημοσιευμένο: 2026-06-07

Οι δίδυμοι πόλεμοι σε Ανατολική Ευρώπη και Μέση Ανατολή δεν προκάλεσαν, παρά τους φόβους, έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο. Εδειξαν όμως την κάμψη της αμερικανικής ιδεολογικής και πολιτισμικής δύναμης της Αμερικής (soft power, κατά τον Τζόζεφ Νάι), με την οποία είχε εξασφαλίσει την ηγεμονία της στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα. Πώς, όμως, πληρώθηκε το κενό;
Για περισσότερο από τρεις δεκαετίες, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, κυριάρχησε η αντίληψη μιας σταδιακής σύγκλισης του κόσμου. Η δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η οικονομία της αγοράς και οι διεθνείς θεσμοί θεωρήθηκαν όχι απλώς δυτικές επιλογές αλλά παγκόσμιος ορίζοντας. Η θεωρία του «τέλους της Ιστορίας» αφορούσε όχι τον τερματισμό της, αλλά το φτάσιμο σε αυτόν τον ορίζοντα. Σήμερα, όμως, η εικόνα είναι διαφορετική. Δεν παρατηρούμε παγκόσμια σύγκλιση, αλλά την επανεμφάνιση ισχυρών ιστορικών και πολιτισμικών ταυτοτήτων. Η Κίνα, η Ινδία, η Ρωσία και, σε μικρότερο αλλά εξαιρετικά ενδιαφέροντα βαθμό, η Τουρκία δεν παρουσιάζουν τον εαυτό τους απλώς ως σύγχρονα έθνη-κράτη. Προβάλλονται ολοένα περισσότερο ως φορείς πολιτισμών, με ιστορική αποστολή που υπερβαίνει τα σημερινά τους σύνορα και τις συμβατικές αντιλήψεις περί κρατικής κυριαρχίας. Μαζί και η Ευρώπη και η Αμερική. Οι οικουμενικές αξιώσεις του δυτικού πολιτισμού έχουν συρρικνωθεί στη φοβική υπεράσπιση του δυτικού τρόπου ζωής. Για τα φαινόμενα αυτά, έχει προταθεί εσχάτως η θεωρία των «civilizational states» (κράτη-πολιτισμοί).
Το κράτος-πολιτισμός δεν είναι το έθνος-κράτος, ούτε o πολιτισμικός εθνικισμός (cultural nationalism). Aντλεί τη νομιμοποίησή του από μια πολύ ευρύτερη ιστορική και πολιτισμική συνέχεια. Η ιδέα αυτή έχει δύο δυναμικές συνέπειες. Η πρώτη είναι ότι δεν αντιμετωπίζει τη Δύση από ένα κατώτερο σκαλί, αλλά ως πολιτισμικά ισοδύναμη. Η δεύτερη, ότι το κράτος δεν θεωρείται δημιούργημα των πολιτών του, αλλά ως η σύγχρονη πολιτική έκφραση ενός μακραίωνου πολιτισμού, ως εναλλακτική οικουμενικότητα. Ο κόσμος έπαψε να βλέπει τον εαυτό του μέσα από το δυτικό αφήγημα της Ιστορίας.
Η Κίνα και η θεωρία της Τιεν-σία (υπό τον Ουρανό) αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Η ηγεσία της δεν αντιμετωπίζει τη χώρα ως ένα πρόσφατο κράτος αλλά ως τον συνεχιστή μιας πολιτισμικής συνέχειας χιλιάδων ετών. Η πολιτική νομιμοποίηση δεν βασίζεται στην εκλογική διαδικασία αλλά στην ικανότητα του κράτους να διαφυλάσσει την ενότητα, τη σταθερότητα και την ιστορική συνέχεια του κινεζικού πολιτισμού. Στην Ινδία, η ανάδειξη της ινδικότητας εκφράζει μια αντίστοιχη τάση. Η σύγχρονη εκλογική δημοκρατία συνυπάρχει με μια ολοένα ισχυρότερη αντίληψη ότι το ινδικό κράτος αποτελεί τον πολιτικό φορέα ενός πανάρχαιου πολιτισμού, του οποίου τη συνέχεια δεν τη διέρρηξαν ούτε οι Μογγόλοι ούτε οι Ευρωπαίοι εισβολείς. Προβάλλει την Ινδία ως τον παγκόσμιο δάσκαλο.
Η Ρωσία αυτοπροβάλλεται όχι μόνον ως ευρασιατική δύναμη, αλλά ως κιβωτός αξιών της οικογένειας και της υγιούς υφής της κοινωνίας, των παραδοσιακών αξιών απέναντι στην εκφυλισμένη Δύση. Τέλος, η Τουρκία, παρά την κεμαλική παράδοση του κοσμικού έθνους-κράτους δυτικού τύπου, παρουσιάζεται ως κληρονόμος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που εξασφάλισε ειρηνική συμβίωση διαφορετικών κόσμων για μισή χιλιετία, ως κέντρο του τουρκόφωνου κόσμου και σημαντικός πόλος του μουσουλμανικού κόσμου. Η αυξανόμενη παρουσία της στην Κεντρική Ασία, στην Αφρική, στον Καύκασο και στα Βαλκάνια εξηγείται ως αποκατάσταση ιστορικών δεσμών και πολιτισμικής συγγένειας.
Η ανάδειξη της «πολιτισμιοποίησης» του κόσμου προκαλεί αναπόφευκτα τον κατακερματισμό του σε ευρείες (αν και ασύμμετρες) γεωπολιτικές ζώνες. Η αναβίωση του δόγματος Μονρόε στην Αμερική, η αναγνώριση της κινεζικής σφαίρας στην Ασία, η διεκδίκηση της ρωσικής σφαίρας στην Ουκρανία, η τουρκική πολιτική σε έναν ευρύτατο κύκλο που τέμνει τρεις ηπείρους, αποτελούν μορφές αναδιοργάνωσης του κόσμου που προκαλούν τριβές και συγκρούσεις. Και ο σημερινός πόλεμος στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να ιδωθεί και μέσα από αυτό το πρίσμα. Το Ιράν είναι ένα κράτος-φορέας της σιιτικής ιδέας στον μουσουλμανικό κόσμο που περιλαμβάνει τον Λίβανο και την Υεμένη.
Η δεύτερη συνέπεια είναι η πρόκληση στη φιλελεύθερη αντίληψη περί οικουμενικών αξιών. Γιατί η μεταπολεμική διεθνής τάξη οικοδομήθηκε πάνω σε αυτή την ιδέα που μετουσιώθηκε στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Τα κράτη-πολιτισμοί δεν απορρίπτουν απαραιτήτως την έννοια των δικαιωμάτων. Υποστηρίζουν όμως ότι κάθε πολιτισμός διαθέτει τη δική του ιστορική εμπειρία, αξίες και προτεραιότητες. Ως εκ τούτου, τα δικαιώματα και οι πολιτικές ελευθερίες δεν μπορούν να ορίζονται αποκλειστικά από έναν δυτικό φιλελεύθερο κανόνα.
Τα κράτη-πολιτισμοί δεν αμφισβητούν απλώς συγκεκριμένες πολιτικές της Δύσης. Αμφισβητούν την ίδια την αξίωση της Δύσης να ορίζει καθολικά πρότυπα πολιτικής και ηθικής νομιμοποίησης. Η διεθνής πολιτική εισέρχεται σε μια περίοδο όπου διαφορετικοί πολιτισμοί διεκδικούν το δικαίωμα να ορίζουν οι ίδιοι τους κανόνες της πολιτικής τους οργάνωσης και τις ηθικές βάσεις της νομιμοποίησής τους. Η βαθύτερη αντιπαράθεση του 21ου αιώνα δεν είναι ανάμεσα στη Δύση και στους εχθρούς της, αλλά ανάμεσα στην πεποίθηση ότι υπάρχουν αξίες κοινές για όλους τους ανθρώπους (άποψη που παραβιάστηκε με όλους τους τρόπους από τους υποστηρικτές της) και στην άποψη ότι κάθε μεγάλος πολιτισμός δικαιούται να ορίζει μόνος του το περιεχόμενο της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της πολιτικής νομιμοποίησης. Αλλά η δεύτερη άποψη γίνεται μεταφρασμένος αυταρχισμός, εφόσον η νομιμοποίηση δεν προέρχεται από τη δημοκρατική αρχή αλλά από την επίκληση του πολιτισμού.
Τούτων δοθέντων, τι τέξεται η επιούσα για την τύχη των οικουμενικών αξιών που διαμόρφωσαν τη διεθνή τάξη μετά το 1945 και τι κάνουμε όλοι εμείς που ανατραφήκαμε στο πνεύμα αυτό;
*Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι ομότιμος καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

