Για το εκλογικό αποτέλεσμα: Αιτίες και προοπτικές.

Γιώργος Ιωαννίδης, www.badiera.gr, 03/06/2014

Το εκλογικό αποτέλεσμα είναι συντριβή. Ας επιχειρήσουμε να το ερμηνεύσουμε.

Η συμμετοχή στην κυβέρνηση και η αποχώρηση από αυτή.

Σχηματικά, υπάρχουν δύο απόψεις αναφορικά με την συμμετοχή μας στην κυβέρνηση, την έξοδό μας από αυτή και το πώς αυτές οι αποφάσεις επηρέασαν το εκλογικό αποτέλεσμα. Η πρώτη θεωρεί λάθος τη συμμετοχή, η δεύτερη θεωρεί λάθος την αποχώρηση. Τα δύο λάθη είχαν ως αποτέλεσμα την αποξένωση της ΔΗΜΑΡ από τον κόσμο που την στήριξε (η πρώτη από τους αριστερούς ή δεύτερη από τους κεντρώους).

Και όμως… Το λάθος της ΔΗΜΑΡ δεν ήταν ούτε η απόφαση να μπει στην κυβέρνηση ούτε η απόφαση να βγει από αυτή. Λαθεμένος ήταν ο τρόπος με τον οποίο πολιτεύτηκε ενόσω συμμετείχε σε αυτή. Μετά την είσοδο στην κυβέρνηση η ΔΗΜΑΡ επέβαλε στον εαυτό της ένα είδος ιδιότυπης αυτολογοκρισίας. Δεν υπήρξε ενημέρωση των πολιτών για τις συμφωνίες και τις διαφωνίες με τους κυβερνητικούς εταίρους, για τις μάχες που δίναμε, για εκείνες που κερδίζαμε και για τις άλλες που χάναμε.[1] Εκτιμώ ότι η πραγματική αιτία για αυτή την επιλογή ήταν ο φόβος ότι η δημοσιοποίηση των διαφωνιών θα μας οδηγούσε σε καταψήφιση νομοσχεδίων, κάτι που θα απειλούσε την κυβερνητική συνοχή και την πολιτική σταθερότητα σε μια περίοδο που ήταν υπαρκτός ο κίνδυνος εξόδου από την ευρωζώνη. Η ειρωνεία είναι ότι τα περισσότερα από αυτά τα νομοσχέδια τελικά δεν τα υπερψηφίσαμε διότι η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ προσέθεταν άσχετα (με τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας) πράγματα που υπερβαίνανε κατά πολύ εκείνα που η ΔΗΜΑΡ μπορούσε να αποδεχτεί, όπως για παράδειγμα η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων.

Εάν λοιπόν εξαιρέσουμε τους «πεπεισμένους» κάθε άποψης (μέσα ή έξω ό,τι και να γίνει) η πολιτική που ακολουθήσαμε απέτυχε να πείσει για το ορθό των επιλογών μας (που άλλωστε πάντοτε επερωτάται), αλλά κυρίως απέτυχε να καταστήσει σαφή τη λογική βάσει της οποίας πολιτευόμασταν και τις προτεραιότητές μας. Αντίθετα, αυτή η ιδιότυπη αυτολογοκρισία είχε ως αποτέλεσμα όσο είμασταν στην κυβέρνηση ο κόσμος να απορεί «μα τι κάνετε εκεί;», ενώ η αποχώρηση από την κυβέρνηση να γίνει αντιληπτή ως κεραυνός εν αιθρία μολονότι δεν ήταν. Δεν είναι τυχαίο, ότι οι ευθύνες της αποχώρησης αποδόθηκαν αποκλειστικά στη ΔΗΜΑΡ και καθόλου στο ΠΑΣΟΚ ή στη Νέα Δημοκρατία που την προκάλεσαν.

Η πολιτική συμμαχιών

Η αποχώρηση από την κυβέρνηση δημιούργησε υπαρξιακού τύπου κρίση στη ΔΗΜΑΡ φέρνοντας στην επιφάνεια τις διαφορετικές πολιτικές ταυτότητες και στοχοθετήσεις που συγκατοικούσαν αλλά δεν είχαν προλάβει να συζητήσουν πολιτικά, να «ζυμωθούν» μεταξύ τους. Η πολιτική συνεργασιών έδωσε ακόμα ένα χτύπημα στην ήδη ασθενή ταυτότητα του νεαρού κόμματος

Κατ’ αρχήν, υπήρξε η πρόσκληση των «58» για την ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς. Το πραγματικό ερώτημα στην προκειμένη ήταν (και παραμένει) κατά πόσο το ΠΑΣΟΚ πρέπει να αποτελέσει συνομιλητή μας στην προσπάθεια ανασυγκρότησης του κεντρώου χώρου. Η απάντηση κάποιων συντρόφων είναι θετική. Η δική μου είναι αρνητική. Η ανασυγκρότηση του λεγόμενου «κεντρώου» χώρου είτε θα γίνει στο πρότυπο κάποιας μορφής συντηρητικού εκσυγχρονισμού είτε θα γίνει στο πρότυπο μιας υπό διαμόρφωση νέας αριστερής σοσιαλδημοκρατίας. Σε αυτό το δίλλημα είναι δύσκολο να βρεθεί μέση λύση διότι κάθε στρατηγική προϋποθέτει τη συντριβή (και κατόπιν συνθηκολόγηση) του χώρου που εκφράζει την αντίθετη επιλογή. Σε ένα περιβάλλον κρίσης, όπου ένα κόμμα του 3% έφτασε στο 33%, όπου η ΔΗΜΑΡ πήρε «με το καλημέρα» 6%, όπου το ΠΑΣΟΚ του 40% έπιανε 5%, το ερώτημα δεν ήταν ποιος θα συνεργαστεί με ποιόν αλλά ποιος θα κυριαρχήσει επί του άλλου. Η ΔΗΜΑΡ ποτέ δεν πίστεψε ότι θα μπορούσε να γίνει το όχημα της ανασυγκρότησης. Το ΠΑΣΟΚ το χειρίστηκε καλύτερα από εμάς.

Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η πολιτική συμμαχιών, τόσο από την μειοψηφία όσο και από την πλειοψηφία, ήταν προβληματικός. Σε ό,τι αφορά τη μειοψηφία, αυτή ουσιαστικά προσχώρησε στο δίλλημα μνημόνιο-αντιμνημόνιο. Θεωρώντας την ενδεχόμενη άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία καταστροφική στάθηκε περισσότερο πρόθυμη να προσχωρήσει στο «αντι-ΣΥΡΙΖΑ μπλοκ» ακόμα και εάν αυτό σήμαινε να κάνουμε τα στραβά μάτια στο παρελθόν και το παρόν του ΠΑΣΟΚ, στα αποτελέσματα μιας φανερά αντικοινωνικής πολιτικής που αυξάνει τις ανισότητες και την ανεργία. Οι πολιτικές απόψεις είναι όλες θεμιτές, ωστόσο η διαρκής ανακίνηση του θέματος ακόμα και όταν αυτό είχε οριστικά κλείσει με απόφαση Συνεδρίου δημιούργησε μια εικόνα ότι οι μισοί σε αυτό το κόμμα θα ήθελαν να είναι κάπου αλλού.

Από την άλλη πλευρά, η πλειοψηφία επιδόθηκε σε μια ποδοσφαιρικού τύπου αναζήτηση πολιτικών μεταγραφών προκειμένου να δείξει ότι προχωρά ο «τρίτος πόλος». Ήταν μια λογιστική προσέγγιση της πολιτικής συμμαχιών («ό,τι έρχεται προσθέτει, ποτέ δεν αφαιρεί»). Όλα τα «γκρουπούσκουλα της κεντροαριστεράς», κάθε επικεφαλής μιας πολιτικής κίνησης με μόνο μέλος τον εαυτό του, δέχτηκε κάποιο τηλεφώνημα ή πέρασε από τα γραφεία της Αγ. Κωνσταντίνου.[2] Αυτή η προσέγγιση δημιουργούσε προφανή προβλήματα κατανόησης στον στους πολίτες. Εκτός από τα πολιτικά ζητήματα, δηλαδή την ανακύκλωση πολιτικού προσωπικού με τεράστιες ευθύνες για την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε ως χώρα, δεν ήταν κατανοητό πως γίνεται να μην συνομιλούμε με το ΠΑΣΟΚ και να συζητάμε με τον κ. Λοβέρδο και την κα. Διαμαντοπούλου που μέχρι πρότινος κούναγαν προκλητικά το δάκτυλο στην κοινωνία. Πώς γίνεται να συζητάμε με τον κ. Παπανδρέου; Ο πολιτικός σχεδιασμός απόρριπτε αυτά τα εύλογα ερωτήματα με λεκτικές ακροβασίες που λίγα λεπτά μετά είχαν ξεχάσει και οι ίδιοι. Το ίδιο και οι ψηφοφόροι μας ζαλισμένοι από την υψηλού επιπέδου πολιτική συμμαχιών είπαν να κοιτάξουν αλλού που καταλάβαιναν καλύτερα τι γίνεται.

Η υποχώρηση και συντηρητικοποίηση του πολιτικού λόγου

Τα παραπάνω συνδυάστηκαν με υποχώρηση και συντηρητικοποίηση του πολιτικού λόγου της ΔΗΜΑΡ. Η εσωτερική πόλωση έπαιξε καταλυτικό ρόλο στη φτωχοποίηση του πολιτικού μας λόγου. Από τη στιγμή που οι θέσεις των μελών της Κεντρικής Επιτροπής ήταν προειλημμένες κανείς δεν ασχολούταν να διαβάσει τα κείμενα, ούτε φυσικά να γράψει κάτι με νόημα σε αυτά. Στα πολιτικά κείμενα των αποφάσεων της ΚΕ συναντούσες όλο και περισσότερα «πρέπει», «οφείλουμε να», ατάκες όπως «οι επόμενες εκλογές θα είναι πολιτικές»(!), «απευθυνόμαστε σε όποιον ενδιαφέρεται να μας ακούσει»(!) Παράλληλα, ο φόβος του πολιτικού κόστους στρογγύλεψε το λόγο του κόμματος απαλείφοντας τις αιχμές σε ζητήματα ταυτοτικά για την ανανεωτική αριστερά όπως ο χωρισμός κράτους-εκκλησίας, η σύγκρουση με τον μικροαστικό εθνικιστικό λόγο και πρακτική, η συνεπής υποστήριξη μιας περιβαλλοντικής ατζέντας.

Αργά αλλά σταθερά ο πολιτικός λόγος του κόμματος περιορίστηκε στο να εκφράζει μια μικρή μειοψηφία της κοινωνίας. Στις κεντρικές ομιλίες υπήρχαν περισσότερες και πιο συγκεκριμένες αναφορές στο πρόβλημα της ρευστότητας από εκείνο της ανεργίας και η επιχειρηματικότητα αναφερόταν πριν την αξιοπρεπή εργασία. Όλα είναι σημαντικά, αλλά εκείνο που μετρά είναι η ιεράρχησή τους. Τα αποτελέσματα είχαν ήδη γίνει εμφανή πριν από ένα χρόνο. Ας δούμε τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της πλειονότητας εκείνων που κατά το τελευταίο έτος δήλωναν στις δημοσκοπήσεις ότι επιλέγουν ΔΗΜΑΡ. Είναι κατά κανόνα άτομα άνω των 50 ετών, προοδευτικών πεποιθήσεων, με υψηλό εκπαιδευτικό επίπεδο, που κατάφεραν να διατηρήσουν ένα επίπεδο εισοδήματος παρά την ύφεση (υψηλόμισθοι μισθωτοί ή επιχειρηματίες). Δηλαδή, μια κοινωνική ομάδα που αφενός συμπιέζεται ποσοτικά από τις σωρευτικές επιδράσεις της ύφεσης, αφετέρου σε καθεστώς πόλωσης τείνει να συσπειρώνεται γύρω από τα κόμματα που διασφαλίζουν εν τοις πράγμασι την κυβερνητική σταθερότητα. Προς το «τέλος της κρίσης» αυτή η κοινωνική ομάδα, η οποία πλήρωσε μεν αλλά έχει ακόμα πολλά να διασώσει, θέλει πάση θυσία να αποφύγει τις «περιπέτειες». Επέλεξε επομένως σταθερότητα, ακόμα και εάν αυτό σημαίνει την επιλογή της δεύτερης καλύτερης (από ιδεολογικής άποψης) επιλογής, δηλαδή ΠΑΣΟΚ ή έστω Ποτάμι που φαντάζει πιο φρέσκο.

Κάπου μεταξύ της πολιτικής μεταγραφών και των διαφορετικών στρατηγικών στοχεύσεων η ΔΗΜΑΡ απεμπόλησε τη βασική αρχή κάθε κόμματος που φιλοδοξεί να έχει διάρκεια: το ότι πρέπει να εκφράσει κυρίαρχα μια κοινωνική ομάδα/τάξη. Έτσι, η εκλογική της απήχηση, εκτός από τον κόσμο που παραδοσιακά στηρίζει την Ανανεωτική Αριστερά, εξαντλήθηκε στο άθροισμα υποκειμενικών ατομικών επιλογών «πολιτισμικού» χαρακτήρα χωρίς κοινωνική συγκολλητική ουσία ή κοινή κοινωνική ταυτότητα.

Από εδώ και στο εξής τι;

Το 1,2% είναι εκλογική συντριβή, σε αυτό δεν διαφωνεί κανείς. Το ποσοστό αυτό όμως διαμορφώνει μια νέα κατάσταση. Δεν φτάνει να διορθώσουμε τα λάθη του παρελθόντος προκειμένου να επιστρέψουν οι απογοητευμένοι ψηφοφόροι. Σήμερα, βρισκόμαστε μπροστά στην ανάγκη επανίδρυσης του κόμματος. Χρειάζεται να διεκδικήσουμε από μηδενική βάση ένα πολιτικό χώρο και ρόλο. Υπάρχουν ορισμένες σωρευτικές προϋποθέσεις για αυτό.

Κατ’ αρχήν, δεν περισσεύει κανείς. Ένα κόμμα που κατέγραψε 1,2% στις εκλογές δεν έχει την πολυτέλεια μαζικών αποχωρήσεων. Χρειάζεται άμεσα να χαμηλώσουν οι τόνοι και να βρεθεί μια πολιτική ισορροπία που θα εκφράζει τα μέλη αλλά ταυτόχρονα θα λέει κάτι στην κοινωνία. Αναζητείται δημιουργική σύνθεση και όχι «σούπα». Φυσικά πρέπει όλοι να κάνουν ειλικρινή βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Η πλειοψηφία πρέπει να ακούσει και η μειοψηφία να δείξει ότι την ενδιαφέρει εκτός από το μέλλον της κεντροαριστεράς και το μέλλον της ΔΗΜΑΡ.

Κατά δεύτερο λόγο, χρειάζεται να σταματήσει άμεσα κάθε συζήτηση περί συνεργασιών. Κανείς δεν ενδιαφέρεται για ένα κόμμα που συζητά τίνος κόμματος τη συνιστώσα θα αποτελέσει. Εάν θέλουμε να υπάρξουμε ως κόμμα (όχι ως συνιστώσα, τάση, πολιτικό φόρουμ ή ό,τι άλλο) πρέπει να διεκδικήσουμε τον αυτόνομο χώρο μας απέναντι σε όλους τους άλλους. Και δεδομένου του αποτελέσματος πρέπει να παλέψουμε για αυτόν τον χώρο. Εν ολίγοις η συζήτηση περί συνεργασιών ουσιαστικά αποτελεί συζήτηση για το ποιος θα πάρει την κληρονομιά ενός νεκρού κόμματος.

Τρίτον, η κοινοβουλευτική ομάδα είναι ο μόνος πυρήνας γύρω από τον οποίο μπορεί να επιχειρηθεί η πολιτική ανασύσταση του κόμματος. Είναι προφανές ότι ο Πολιτικός Σχεδιασμός επέδειξε πολιτική ανεπάρκεια: σχεδίασε λάθος, απέτυχε να διαγνώσει τις εξελίξεις στην κοινωνία και τις συνέπειές τους στο κόμμα, εισηγήθηκε μια πολιτική που είχε ως αποτέλεσμα την εξαέρωση των εκλογικών ποσοστών της ΔΗΜΑΡ. Πρέπει επομένως να αντικατασταθεί από ένα περισσότερο συλλογικό και ανοιχτό στον πολιτικό διάλογο όργανο. Η «νέα ηγετική ομάδα» πρέπει να συγκροτηθεί γύρω από (όχι αποκλειστικά από) την κοινοβουλευτική ομάδα. Χρειάζεται και ένας «πρωινός καφές».

Τέλος –και το σημαντικότερο– η ΔΗΜΑΡ χρειάζεται πολιτική. Στις εκλογές δεν καταψηφίστηκε ένα κόμμα λαθεμένη πολιτική(-ες) συνεργασιών, αλλά ένα κόμμα με θολό πολιτικό στίγμα που ανέδειξε την πολιτική συνεργασιών σε κύριο χαρακτηριστικό. Εάν η ΔΗΜΑΡ θέλει να υπάρξει στο μέλλον πρέπει να επιστρέψει στον γενέθλιο προγραμματικό τόπο της ανανεωτικής αριστεράς: πολιτική οικολογία, μέτωπο με τον μικροαστικό συντηρητισμό και τον λαϊκισμό, πολιτισμός, δικαιώματα, μικτή οικονομία, υπεράσπιση του κράτους πρόνοιας, αριστερός ευρωπαϊσμός, δημοκρατικοί θεσμοί. Αυτό σημαίνει ότι σε αντίθεση με τους γεωγραφικούς ετεροπροσδιορισμούς (π.χ. κεντροαριστερά, «ούτε-ούτε»), πρέπει να αυτοπροσδιοριστούμε πολιτικά με όρους που ανταποκρίνονται σε υπαρκτά πολιτικά ρεύματα και παραδόσεις (ανανεωτική αριστερά, αριστερή σοσιαλδημοκρατία, πολιτική οικολογία). Εάν η ΔΗΜΑΡ φιλοδοξεί να είναι κάτι περισσότερο από ένα κόμμα-κομήτης πρέπει να υπερασπιστεί/εκφράσει ενα πολιτικό χώρο και μια πολιτική παράδοση. Και να υπερασπιστεί αυτό το χώρο συλλογικά.

_______________________________

[1] Για παράδειγμα, μόνο μετά την αποχώρηση από την κυβέρνηση μάθαμε από τον Υπουργό μας τις εσωτερικές τρικλοποδιές και τα προβλήματα που αντιμετώπισε. Όταν όμως αποφάσισε να τα πει αναλυτικά, ήταν αργά και έμοιαζαν με προφάσεις. Αντίστοιχα, το βράδυ που ο πρόεδρος της ΔΗΜΑΡ ανακοίνωσε την αποχώρησή από την κυβέρνηση, το μόνο που μάθαμε ήταν ότι δεν υπήρχε αντανάκλαση των θέσεων της ΔΗΜΑΡ στην κυβερνητική πολιτική.

Ως προς τo τι έγινε στη κρίσιμη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών το ενημερωθήκαμε από το διάγγελμα Βενιζέλου που ακολούθησε. Έπρεπε να περάσουν δύο μήνες πριν ο Προέδρος κάνει αναλυτική αναφορά από το βήμα του συνεδρίου. Τότε όμως άκουγαν μόνο τα μέλη του κόμματος (και ούτε καν όλα). Δυστυχώς, αυτά δεν είναι τα μόνα παραδείγματα. Από πρώτο χέρι γνωρίζω πολλά αντίστοιχα στα ζητήματα οικονομικής πολιτικής (για τα ισοδύναμα, το φορολογικό, το φόρο ακίνητης περιουσίας κλπ)

[2] Μια αναγκαία υποσημείωση. Δεν αναφέρομαι σε όσους τελικά δέχτηκαν να δώσουν μια δύσκολη μάχη όπως π.χ. ο Γιάννης Τσαρμουγκέλης και η Μαριλένα Κοππά. Σε τελική ανάλυση αυτοί ήρθαν και έκαναν ότι περνούσε από το χέρι τους για ένα καλό αποτέλεσμα.

Θέμα επικαιρότητας:
Ευρωεκλογές 2014

Σύνολο: 58 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι