ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΡΕΟΥΣ

ΕΚΔΗΛΩΣΗ-ΣΥΖΗΤΗΣΗ της ΔΗΜΑΡ στο ΕΒΕΑ, 20/11/14:Η παρέμβαση του Δημήτρη Χατζησωκράτη

1. Πριν από ένα χρόνο ακριβώς, ως ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ είχαμε διοργανώσει μια Εκδήλωση- Ημερίδα με τίτλο «ΠΟΙΟΣ ΔΡΟΜΟΣ; Ύστερη μνημονιακή και μεταμνημονιακή περίοδος», φιλοδοξώντας, μαζί με εκλεκτούς φίλους να ανιχνεύσουμε και να θέσουμε σε δημόσιο διάλογο πεδία και δέσμες προτάσεων που θα μπορούσαν να εμπνεύσουν κυβερνητικές πολιτικές, ώστε να προωθηθούν:

- Ουσιαστικές αλλαγές στο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, με στόχο να αντι-κατασταθούν τα μέτρα που αποδείχθηκαν αναποτελεσματικά και να συνδεθεί με προοδευτικές μεταρρυθμίσεις, με τη δημοκρατική ανασυγκρότηση της δημόσιας διοίκησης, την αναζωογόνηση της αγοράς, τη δημιουργία ε-νός διχτύου κοινωνικής προστασίας

- Ισχυρό πρόγραμμα αναπτυξιακών παρεμβάσεων ικανό να αντιμετωπίσει την ύφεση, να ανατάξει την οικονομία, να δημιουργήσει θέσεις εργασίας και νέα εισοδήματα

-Πακέτο μέτρων που θα αναδιαρθρώσουν το χρέος, θα μετακινήσουν και θα μειώσουν τις επιβαρύνσεις του στοους προϋπολογισμούς.

Δεν θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι η επίδραση της Ημερίδας μας ήταν καθοριστική, επηρέασε και άλλαξε τις επιλογές της δικομματικής κυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ.

Αλλά εμείς είμαστε αποφασισμένοι και επανερχόμαστε για να τα ξαναπούμε, και να τα ξαναπούμε, και να τα ξαναπούμε, όπως έλεγε πεισματικά και ο αείμνηστος Μιχάλης.

2. Σήμερα όμως στοχεύουμε και θα επικε-ντρωθούμε στο χρέος και στα της αναδιάρ-θρωσης του δημόσιου χρέους, που έχει έλθει, επιτέλους, και από την κυβέρνηση σε πρώτο πλάνο και υποχρεώνει και τους εταίρους για αποφάσεις επ΄ αυτού.

Προτάσεις για το χρέος, την αναδιάρθρωση, τη διαχείριση ή και την απάλοιψή του έχουν διαμορφώσει όλες οι πολιτικές δυνάμεις. Αυ-τό όμως δεν είναι αρκετό. Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙ-ΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ θεώρησε και θεωρεί ότι για το ζήτημα αυτό, που υπερβαίνει χρονικά τις σημερινές πολιτικές δυνάμεις και θα καθορίζει το μέλλον των πολιτών της χώρας, τουλάχιστον για την επόμενη 30ετία, οι πολιτικές δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου της χώρας οφείλουν να συνεννοηθούν και να διαμορφώσουν την ελάχιστη κοινή συμφωνία. Είναι μια πρόταση που ο Πρόεδρος της ΔΗΜΑΡ γνωστοποίησε και στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και ζήτησε τη σύγκληση του Συμβουλίου πολιτικών αρχηγών. Μετά την άμεση άρνηση πρωθυπουργού και αντιπροέδρου της κυβέρνησης, ο Φ. Κουβέλης κάλεσε την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό να συζητηθεί το θέμα της αναδιάρθρωσης του χρέους σε ειδική συνεδρίαση της Βουλής, όπου ο σταυρωτός διάλογος θα επέτρεπε και τον έλεγχο των προτάσεων αλλά και την όποια ανάδειξη συμφωνιών. Φωνή βοώντων εν τη ερήμω.

Η πρόταση αυτή φυσικά θα παραμένει ανοικτή…

3. Θα ήθελα να κάνω τρεις προκαταρκτικές παρατηρήσεις:

Η πρώτη παρατήρηση: Η σημερινή δικομματική κυβέρνηση δεν μπόρεσε μέχρι σήμερα να πετύχει ώστε οι εταίροι να υλοποιήσουν την απόφαση - δέσμευση του Eurogroup της 27ης Νοεμβρίου 2012 ότι: «τα κράτη μέλη της ΕΕ θα εξετάσουν, αν κριθεί απαραίτητο, περαιτέρω μέτρα βοήθειας, που θα περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, χαμηλότερη συγχρηματοδότηση σε διαρθρωτικά κεφάλαια και/ή περαιτέρω μείωση επιτοκίων στα διμερή δάνεια, προκειμένου να επιτευχθεί επιπλέον αξιόπιστη και βιώσιμη μείωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, όταν η Ελλάδα φτάσει να έχει ετήσιο πρωτογενές πλεόνασμα». Η κυβέρνηση δεν ζήτησε από το τέλος Δεκεμβρίου του 2013, όπου ήταν δεδομένη η επίτευξη πλεονάσματος για το 2013, την προετοιμασία μιας συμφωνίας βιώσιμης μείωσης του χρέους, που θα τίθετο σε ισχύ αμέσως μετά την επίσημη από την Eurostat καταγραφή του πλεονάσματος τον περασμένο Απρίλιο. Αντιθέτως, ως μη όφειλε, δέχονταν από τους εταίρους τις συνεχείς αναβολές, είτε λόγω πλέον των ευρωεκλογών είτε, το χειρό-τερο, για έναρξη διαδικασίας συζήτησης, μετά την περαίωση της 5ης αξιολόγησης από την τρόικα, που ακόμη δεν έχει τελειώσει και της οποίας μέχρι σήμερα παρακολουθούμε το τραγικό σήριαλ.
Μεμφόμαστε την κυβέρνηση για την πραγματική αδυναμία διαπραγμάτευσης.

Η δεύτερη παρατήρηση: Ο τραγικός χειρισμός του περασμένου Οκτωβρίου από τον πρωθυ-πουργό με τις εξαγγελίες του για το εξωπέταγμα του ΔΝΤ και την έξοδο από τα Μνημόνια. Στο διαγκωνισμό και τη διελκυστίνδα του με τον ΣΥΡΖΑ για το ποιός «θα σκίσει τα μνημόνια» πιο γρήγορα, πρωθυπουργός αυτός, εξαΰλωσε τα όποια ψήγματα εμπιστοσύνης των ηγεσιών των εταίρων για τις δυνατότητες του πολιτικού προσωπικού της χώρας μας να μπορούν να προβλέπουν και να σχεδιάζουν με βάση τα δεδομένα και όχι το… θυμικό. Ο κ. πρωθυπουργός θα βρει μπροστά του, αν δεν το έχει ήδη διαπιστώσει, και τα ερωτηματικά των ηγετών της πολιτικής του οικογένειας άλλα και τη μη διάθεσή τους για «πολιτική πίστωση» και «προκαταβολή» εν όψει των, εξ αντικειμένου, πολιτικά δύσκολων μηνών, που έρχονται με την έναρξη του νέου χρόνου στην Ελλάδα. Αλλά τα τελευταία ουδόλως θα μας ενδιέφεραν αν δεν είχαν, εξ αντικειμένου, τις επιπτώσεις τους στην πορεία της χώρας μας. Οι σημαίες τις εξόδου από τα Μνημόνια ήταν… από νάιλον. Υπεστάλησαν στο Eurogroup της 6ης Οκτωβρίου και κληροδότησαν στη χώρα μια νέα συμφωνία που ενέχει:

(α)πιο ακριβό δανεισμό: Η χώρα θα αναζητά κεφάλαια από τις αγορές. Με την εξασφάλιση της πιστωτική γραμμή ECCL, βεβαίως τα επι-τόκια των αγορών θα μειωθούν σχετικά με τα σημερινά επίπεδά τους, ωστόσο θα είναι πολύ υψηλότερα από εκείνα (2%) του ESM.

(β) Πιο αυστηρό έλεγχο. Η Ελλάδα θα ελέγχεται από τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς και το ΔΝΤ χωρίς, πλέον, ο έλεγχος να συνοδεύεται από φθηνά κεφάλαια. Ο έλεγχος θα υφίσταται χωρίς νέα χρηματοδότηση, όπως επεδίωκαν ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και το ΔΝΤ. Τα κε-φάλαια θα υπάρχουν μόνο ως απόθεμα, για ώρα ανάγκης. Ο έλεγχος θα είναι συνεχής και θα ασκείται, είτε προσφύγουμε σε αυτά είτε όχι.
Αλλά ταυτοχρόνως θα υφίσταται και ένας άλλος έλεγχος, πέραν των όποιων τυπικών δια-δικασιών, που θα είναι άτεγκτος, γιατί αυτόν θα τον επιβάλλουν οι αγορές. Με το ΔΝΤ και την Ε.Ε. υπάρχουν περιθώρια διαπραγμάτευσης, με τις αγορές όχι. Είτε σε δανείζουν είτε δεν συμφωνούν και δεν σε δανείζουν. Κι όταν σε δανείζουν, σου δίνουν επιτόκια που ενσωματώνουν τον κάθε φορά κίνδυνο που εκτι-μούν ότι έχεις. Αν δεν σε δανείσουν, προσφεύγεις στον ECCL. Το πολιτικό κόστος για την όποια κυβέρνηση αναγκαστεί σε τέτοια «υποχώρηση» θα είναι τεράστιο.

Το μάθημα για το τι κοστίζουν οι λεονταρι-σμοί και στην ηγεσία της κυβέρνησης είχε δυ-στυχώς πολύ… ακριβά δίδακτρα! Ελπίζω και η αξιωματική αντιπολίτευση κάτι να διδάχτηκε.

Ως ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ, δεν αποφύγαμε να αναδεικνύουμε, αυτήν ακριβώς την περίοδο, την κατεύθυνση προς την οποία θα έπρεπε να κινηθούμε, ως χώρα, που θα κάλυπτε δύο πεδία: Το πρώτο: η κατάρτιση και επεξεργασία αυτού του πολυθρύλητου εθνικού σχεδίου, στρατηγικού σχεδίου ανασυγκρότησης, για το κράτος, την οικονομία την αναπτυξιακή προοπτική χωρίς νέα ελλείμματα και την κοινωνική συνοχή. Το δεύτερο: η διαπραγμάτευση με την Ευρώπη και το ΔΝΤ μιας νέας συμφωνίας για την υλοποίηση του εθνικού σχεδίου μας, που θα περιελάμβανε: Τη συνέχιση της φθηνής δανειοδότησης, στοιχείο της οποίας θα μπορούσε να αποτελεί και η αξιοποίηση των αδιάθετων 11,4 δις του ΤΧΣ για τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας. Την ελάφρυνση και βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους (για την αναδιάρθρωση του οποίου και θα μιλήσουμε σήμερα). Την μείωση του ύψους των πρωτογενών πλεονασμάτων (και τουλάχιστον κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες από το 4,5% του ΑΕΠ, που μνημονιακά προβλέπεται να διασφαλίζει η χώρα από το 2016 και εντεύθεν).

Η τρίτη παρατήρηση: Η εμμονή Σαμαρά και Βενιζέλου περί της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους. Και καλά να το υποστηρίζει ο κ. Βενιζέλος, έχοντας συγγράψει την PSIάδα του, την οποία, σημειωτέον, είναι και ο μόνος στην Ελλάδα και στην Ε.Ε. που την απαγγέλει! Ο Πρωθυπουργός όμως; Όταν οι πλέον ευνοϊκές διατυπώσεις που ακούγονται από όλους τους οικονομολόγους συνοψίζονται στο ότι : «το τεράστιο μέγεθος του χρέους προκειμένου να καταστεί βιώσιμο απαιτεί συνδυασμό πρωτογενών πλεονασμάτων και ρυθμών μεγέθυνσης που είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθούν μόνο με εθνικές προσπάθειες μέχρι το 2020. Μόνο για τα χρεολύσια, οι απαιτήσεις τα επόμενα χρόνια (2014-20) ανέρχονται σε 70,5 δισ. €. Οι τόκοι το 2013 ανήλθαν σε 6.1 δισ. € ή 3.4 % του ΑΕΠ. Για να πετύχουμε τον στόχο του 2022, χρειαζόμαστε πρωτογενή πλεονάσματα γύρω στο 5,9% (ή περίπου 13 δισ.!) αν έχουμε ρυθμό ανάπτυξης 3,5% και επιτόκια 2,5%.», όπως σημειώνει ο Π. Λιαργκόβας, επικεφαλής του Γρ. Προϋπολογισμού της Βουλής.

Και αυτό που είναι προφανές με οικονομικούς όρους ήλθε προχθές στην Καθημερινή της Κυριακής με άρθρο του ο κ. Σαμαράς να το ξεπεράσει με …πολιτικούς όρους! Αναφέρει: «Δυστυχώς, αυτό που δεν καταλαβαίνει η αντιπολίτευση, είναι πως μια χώρα που δεν έχει βιώσιμο χρέος, δεν μπορεί να δανειστεί από τις αγορές!» Και συνεχίζει: «Όποιος διακηρύσσει ότι το χρέος μας είναι «μη βιώσιμο», δεν πηγαίνει σε «νέα διαπραγμάτευση». Λέει στις αγορές να ΜΗΝ τον δανείζουν! Και πηγαίνει σε νέο αναγκαστικό δανεισμό, με νέους επαχθείς όρους!». Εμείς αυτό που αντιτείνουμε απλά στον κ. Πρωθυπουργό είναι οι αγορές δεν τρώνε κουτόχορτο. Ξέρουν ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός! Δεν πείθονται από τις όποιες διαβεβαιώσεις του όποιου πρωθυπουργού. Αντιθέτως, οι διαβεβαιώσεις του πρωθυπουργού ότι το χρέος είναι βιώσιμο δίνουν τη δυνατότητα σε όσες ηγεσίες των κρατών μελών δεν θέλουν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους απέναντι στη χώρα να χρησιμοποιούν ως άλλοθι αυτό που ο πρωθυπουργός της χώρας ισχυρίζεται. Και δεν υπάρχει κανένα κοινοβούλιο που να θέλει να ψηφίσει μέτρα που θα καταστήσουν το χρέος της Ελλάδας …ακόμη πιο βιώσιμο! Συμπέρασμα: Ο πρωθυπουργός πρέπει πάραυτα να εγκαταλείψει τη θέση του αυτή ως επιζήμια. Nα συνταχθεί με το πολύ απλό: «Ελάτε, όλοι μαζί, να καταστήσουμε το χρέος μας βιώσιμο!»

4. Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ξεκινάει από την παραδοχή ότι το χρέος της κεντρικής Κυβέρνησης 325,8δις ευρώ(176,9% του ΑΕΠ για το 2014, τόσο ως προς το απόλυτο ύψος του, όσο ως προς την υφιστάμενη δομή του (το 74,15% του χρέους είναι δάνεια και τουλάχιστον το 90% είναι εξωτερικό ) και την κατανομή στο χρόνο των πληρωμών τόκων και χρεολυσίων, δημιουργεί εξαιρετικά υψηλές ετήσιες επιβαρύνσεις και δεσμεύει πολύτιμους πόρους που θα μπορούσαν να προσανατολιστούν στην υποστήριξη της οικονομικής ανάπτυξης. Το δημόσιο χρέος δεν είναι βιώσιμο χωρίς εξωτερικές παρεμβάσεις.

Θεωρούμε τη διαχείριση και την μακροχρόνια βιωσιμότητα του ελληνικού δημόσιου χρέους όχι ως μια τεχνοκρατική διαδικασία αλλά ως ένα κατ΄εξοχήν πολιτικό ζήτημα. Παρακολουθούμε τις προτάσεις και των επιστημόνων και των ευρωπαϊκών ερευνητικών κέντρων, που γίνονται είτε για την αντιμετώπιση καθαυτού του ελληνικού προβλήματος είτε για συνολικές λύσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Στον δημόσιο διάλογο έχουν περίπου διατυπωθεί όλα. Κάθε πρόταση περιλαμβάνει πτυχές οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν στοιχεία συστατικά μιας συνολικής πρότασης της χώρας μας απέναντι στα θεσμικά όργανα, ΕΚΤ, EFSF,ESM, ΔΝΤ και τα κράτη μέλη της ΕΕ.

Θέλουμε όμως να είναι απολύτως σαφές ότι με τις προτάσεις, που κεντρικό στοιχείο τους περιέχουν τη διαγραφή του μεγαλύτερου ή λιγότερο μεγάλου μέρους του χρέους δεν συμφωνούμε θεωρώντας ότι, απλώς, ως εκ της ίδιας της δομής του χρέους (το 80% ανήκει στον επίσημο τομέα) η πιθανότητα να δεχθούν τα κράτη- μέλη της ΕΕ να θέσουν στα κοινοβούλιά τους τέτοια πρόταση δεν υφίσταται. Η εμμονή σε μια τέτοια πρόταση ακυρώνει όλο το σύστημα των προτάσεων προς διεκδίκηση, που θα μπορούσε, συναινετικά, να δώσει λύσεις στον κοινά επιδιωκόμενο στόχο του να καταστήσουμε βιώσιμο το χρέος.

Ως ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ, για την αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους έχουμε διακρίνει την αναγκαιότητα πολιτικής παρέμβασης για να διαμορφωθούν δυο δέσμες προτάσεων της ελληνικής κυβέρνησης:

(α)Κοινή ευρωπαϊκή δράση:

Και συγκεκριμένα, πρώτον:

-Η αξιοποίηση των προτάσεων, που έχουν διατυπωθεί από ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για μεγαλύτερη ευελιξία ως προς την εφαρμογή του Ενισχυμένου Συμφώνου Σταθερότητας. Είναι απολύτως αναγκαία, προκειμένου ο στόχος της δημοσιονομικής σταθερότητας να μην αντιστρατεύεται τους στόχους της ανάπτυξης και της καταπολέμησης της ανεργίας. Αυτό γιατί ο πλέον καθοριστικός τρόπος για τη μείωση του χρέους είναι η επιτάχυνση της αναπτυξιακής διαδικασίας.

Δεύτερον:

- Η ενεργοποίηση μιας διαδικασίας διαλόγου αναφορικά με την ανάπτυξη κοινών εργαλείων για την διαχείριση του δημόσιου χρέους σε κοινοτικό επίπεδο ( αμοιβαιοποίηση του χρέους, λειτουργία της ΕΚΤ ως δανειστή ύστατης στιγμής, παρέμβαση της ΕΚΤ στην πρωτογενή αγορά ομολόγων, ευρω-ομόλογο κλπ). Σε αυτή την κατεύθυνση η κυβέρνηση οφείλει να στηρίξει στις σχετικές προτάσεις.

Η ΔΗΜΑΡ, από το ιδρυτικό της Συνέδριο, πρότεινε σταθερά την «αμοιβαιοποίηση» μέρους του χρέους των κρατών –μελών, για κοινή εγγύηση του χρέους που ξεπερνά το όριο του Μάαστριχτ το 60% διαχείρισή του από την ΕΚΤ ή έναν προς τούτο ειδικό φορέα.

Υπάρχουν στον ευρωπαϊκό χώρο παραλλαγές της πρότασης αυτής από ερευνητικά κέντρα και οικονομολόγους, για το τμήμα του χρέους το κάτω από το 60%. Τελευταία, το πρότεινε ως ιδέα και το Συμβούλιο Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων της Γερμανίας με πολλούς, βεβαίως, περιοριστικούς όρους.

Το σημαντικό είναι ότι υπάρχει κινητικότητα στο ζήτημα αυτό. Από τις αρχές του 2013 ο απελθών Μπαρόζο είχε ανακοίνωσε σύσταση ομάδας εργασίας για το ζήτημα της κοινής ευρωπαϊκής έκδοσης χρέους υπό τη μορφή ενός ταμείου απόσβεσης των δημοσίων χρεών και ευρωγραμματίων, υπό την πίεση του Ευρωκοινοβουλίου προκειμένου αυτό με τη σειρά του να ψηφίσει το δημοσιονομικό σύμφωνο.

Και τρίτον:

-Το πέρασμα του κόστους ανακεφαλαιοποίησης των Τραπεζών στον ESM, και μείωση του χρέους ισόποσα, είτε κατά ένα μέρος μικρότερο της τρέχουσας χρηματιστηριακής αξίας, των τραπεζικών μετοχών που θα περάσουν στο ESM. Αυτό για την Ελλάδα θα αντιστοιχούσε σε μείωση του ελληνικού χρέους κατά 25 δις ευρώ, που είναι οι συμμετοχές του ΤΧΣ στις 4 συστημικές τράπεζες.

(β) Ελληνική διεκδίκηση:

Πρώτον:

- η επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των διμερών δανείων και αυτών από τον EFSF στα 70 χρόνια, καθώς και η μείωση των επιτοκίων των διμερών δανείων και η μετατροπή του σημερινού χαμηλού κυμαινόμενου επιτοκίου (Euribor 3μήνου+ 0,5%) σε σταθερό για τα επόμενα 15 χρόνια, στη βάση της Απόφασης του Eurogroup της 27ης Νοεμβρίου 2012.

Και δεύτερον:

- η διασφάλιση σταθερής αναπτυξιακής πορείας της χώρας και η επιστροφή της χώρας σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης μέσα από:

1) Την μείωση του ύψους των πρωτογενών πλεονασμάτων (και τουλάχιστον κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες από το 4,5% του ΑΕΠ, που μνημονιακά προβλέπεται να διασφαλίζει η χώρα από το 2016 και εντεύθεν). Είναι αδύνατον να επιτυγχάνεται τέτοιου ύψους πλεόνασμα, συνεχώς τα επόμενα έτη και ταυτοχρόνως να επιδιώκονται συνεχείς υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης.

2) την διασφάλιση ενός επενδυτικού προγράμματος στήριξης από τα κράτη- μέλη της ΕΕ, της τάξης των 20 δις ευρώ(αυτού που συζητείται ως ένα νέο σχέδιο Μάρσαλ) προκειμένου να μπορέσει η χώρα να επιστρέψει. Την πρόταση αυτή την υποστηρίζει από την ίδρυσή της η ΔΗΜΑΡ.

Τέλος, θα μου επιτρέψετε να κλείσω με μια υπενθύμιση γιατί δεν πρέπει να ξεχνιόμαστε.

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας θα βρίσκεται η ελληνική οικονομία τουλάχιστον μέχρι το 2040, σύμφωνα με την δίπτυχη δέσμη μέτρων (two pack) για την οικονομική διακυβέρνηση της ευρωζώνης, που άρχισε να εφαρμόζεται από τον Οκτώβριο του 2013. Σύμφωνα με το Άρθρο 14 του εν λόγω νομικού πλαισίου ακόμη και μετά τη λήξη ενός Μνημονίου τα κράτη –μέλη παραμένουν υπό εποπτεία εφόσον δεν έχει ε-ξοφληθεί τουλάχιστον το 75% της χρηματο-δοτικής συνδρομής που έχει ληφθεί από ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη, τον ESM ή το EFSF.

Φυσικά αυτή η εποπτεία δεν θα έχει τα χαρακτηριστικά των Μνημονίων όπως τα βιώνουμε, ως Ελλάδα, τα τέσσερα τελευταία χρόνια. Είναι όμως ένα θεσμικό πλαίσιο, που θα το υφιστάμεθα, όπως και οι άλλοι ευρωπαίοι, μέχρις ότου το αλλάξουμε …

Θέμα επικαιρότητας:
Οικονομική κρίση

Σύνολο: 955 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι