ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΡΕΟΥΣ

ΕΚΔΗΛΩΣΗ-ΣΥΖΗΤΗΣΗ της ΔΗΜΑΡ στο ΕΒΕΑ, 20/11/14:Η παρέμβαση του Νίκου Χριστοδουλάκη

Σήμερα υπάρχει ανάγκη ριζικής επανεξέτασης του προβλήματος του χρέους και οι επιλογές δεν είναι απεριόριστες. Στην πραγματικότητα είναι μόλις τρείς:

(α) Μονομερής διαγραφή, πράγμα που θα οδηγήσει σε πλήρη σύγκρουση με τις πιστώτριες χώρες και έξοδο από το Ευρώ.

(β) Συναινετική διαγραφή χρέους , πράγμα που θα απαιτήσει όμως νέο Μνημόνιο και προγράμματα προσαρμογής. Υπό τις παρούσες πολιτικές συνθήκες, η έγκριση τους είναι κοινοβουλευτικά επισφαλής ενώ το αποτέλεσμα θα είναι και πάλι ασταθές και αδιέξοδο.

(γ) Αναδιάρθρωση πληρωμών και ισχυρή ανάπτυξη. Η επιλογή αυτή είναι η μόνη που αποσοβεί μια νέα κρίση τόσο στις σχέσεις της Ελλάδας με τους εταίρους στην Ευρωζώνη γιατί αποφεύγει την άρνηση πληρωμών όσο και μια νέα ανάφλεξη συγκρούσεων στο εσωτερικό της χώρας επειδή δεν απαιτεί νέο Μνημόνιο και απηνή δημοσιονομική λιτότητα.

Η τρίτη επιλογή βέβαια δεν είναι ούτε εύκολες ούτε αυτόματες. Πέρα από την συμφωνία που πρέπει να γίνει με τις πιστώτριες χώρες για την μείωση του επιτοκίου και άλλες διευκολύνσεις και επιμήκυνση στον χρονικό καταμερισμό των πληρωμών, απαιτείται και η διασφάλιση δύο άλλων διαδικασιών: η σταθερότητα του δημοσιονομικού πλεονάσματος και η υλοποίηση του αναπτυξιακού στόχου με νέες επενδύσεις. Η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος – έστω και μικρού – παρέχει σήμερα την δυνατότητα να τεθούν νέοι κανόνες για την σταθεροποίηση της οικονομίας και να αναληφθούν πρωτοβουλίες για την έξοδο από την ύφεση, όπως περιγράφονται στην συνέχεια.

Νέα Συμφωνία

Το πρώτο και καθοριστικό βήμα είναι ο απεγκλωβισμός της χώρας από τον μηχανισμό των συνεχών και αδιέξοδων μέτρων λιτότητας που επιβάλει το Μνημόνιο και να σταματήσει η ακραία αποτυχημένη διαδικασία διαβουλεύσεων με την Τρόϊκα. Στόχος πρέπει να είναι η διαμόρφωση μιας Νέας Συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία θα είναι διμερής και όχι τετραμερής όπως είναι σήμερα. Η σημερινή συγκυρία στην Ευρωπαϊκή Ένωση ευνοεί την ανάληψη πρωτοβουλίας για την αλλαγή του πλαισίου ασφυκτικής υπαγόρευσης, καθώς όλο και περισσότεροι αναγνωρίζουν την αναποτελεσματικότητα των μεθόδων ακραίας λιτότητας που εφαρμόστηκαν τα τελευταία χρόνια. Η διαμάχη μεταξύ ΔΝΤ και Ευρωζώνης για το ποιος απέτυχε περισσότερο, μπορεί να αξιοποιηθεί από την Ελλάδα για την υπαγωγή όλων των εκκρεμών θεμάτων σε ένα πλαίσιο διαπραγμάτευσης, αποκλειστικά ευρωπαϊκό. Αν δεν μπορούμε να πειστούμε μόνοι μας για αυτή την προοπτική, ας θυμηθούμε τουλάχιστον την τόλμη του συντηρητικού Ισπανού Πρωθυπουργού που το 2012 έκλεισε την πόρτα στο ΔΝΤ και ανέλαβε ο ίδιος το κόστος για την απαιτούμενη προσαρμογή. Μέσα σε ένα χρόνο η Ισπανία βγήκε από την ύφεση και τελικά τον Δεκέμβριο 2013 απαλλάχθηκε από το καθεστώς επιτήρησης.

Στην Ευρώπη όλοι ξέρουν ότι ήρθε η ώρα για περισσότερο ρεαλισμό και λιγότερο δογματισμό στις αποφάσεις που δεν αφορούν μόνο την τύχη μιας οικονομίας, αλλά τελικά και την ίδια την κοινωνία. Για τον λόγο αυτό, η προσπάθεια εξόδου από την κρίση πρέπει να γίνει από κοινού με την Ευρωπαϊκή Ένωση σε μια διαδικασία συναπόφασης, συμμετρικής ευθύνης και ταύτισης επιδιώξεων. Όσο παραπλανητικό και επιζήμιο είναι να ξεσπαθώνουν διάφοροι «εθνικά αγέρωχοι» εναντίον των Βρυξελλών καταγγέλλοντας ότι επεμβαίνουν στα εσωτερικά μας, άλλο τόσο ευθυνόφοβο είναι να θεωρείται η Ελλάδα από την Κομισιόν ως μοιραία περίπτωση κακοδαιμονίας ανεξάρτητα από κυβερνήσεις και πολιτικές θέλοντας έτσι να αποσείσει τις δικές της ευθύνες για την αδράνεια και την ανοχή που έδειξε τα τελευταία χρόνια στην κατρακύλα της ελληνικής οικονομίας. Το περιεχόμενο της Νέας Συμφωνίας μπορεί να περιέχει τα εξής:

Το πρωτογενές πλεόνασμα

Το πρωτογενές πλεόνασμα αναδεικνύεται σε ακρογωνιαίο λίθο της δημοσιονομικής πολιτικής ώστε να καλύπτονται όλες οι εσωτερικές ανάγκες χρηματοδότησης χωρίς ανάγκη προσφυγής σε νέο δανεισμό εξ αυτού του λόγου. Το πλεόνασμα όμως για να είναι πραγματικό και διατηρήσιμο πρέπει να βασίζεται:

στην αποτελεσματική συλλογή φορολογικών εσόδων και όχι στην επιβολή νέων φόρων,

στον περιορισμό του κόστους λειτουργίας του κράτους και όχι σε νέες περικοπές μισθών και συντάξεων,

στην απορρόφηση των κοινοτικών πόρων για την αναθέρμανση της οικονομίας και όχι στην διακράτηση τους ως προσωρινά έσοδα, όπως επιχειρήθηκε στο παρελθόν.

Το πρωτογενές πλεόνασμα δεν πρέπει να αποτελέσει την πλατφόρμα επιβίβασης νέων συντεχνιακών αιτημάτων τα οποία σαν σίφουνας θα σαρώσουν κάθε προοπτική σταθεροποίησης αλλά να κατευθύνεται δεσμευτικά κατά ένα μέρος στην πληρωμή τόκων, ενώ το υπόλοιπο θα χρηματοδοτεί αναπτυξιακές πρωτοβουλίες και επείγουσες κοινωνικές ανάγκες. Όταν εδραιωθεί η αξιοπιστία στην διάρκεια και στον τρόπο κατανομής πρωτογενών πλεονασμάτων, τότε και μόνο οι αγορές θα αρχίσουν να επαναδανείζουν την Ελλάδα χωρίς να φοβούνται στάση πληρωμών. Λογικά αυτό μπορεί να συμβεί στο τέλος του 2014 και δεν υπάρχει καμιά ανάγκη να επισπευσθεί για λόγους εσωτερικών εντυπώσεων.

Για την θεσμική κατοχύρωση του πρωτογενούς πλεονάσματος η καλύτερη μέθοδος θα ήταν η καθιέρωση ενός συνταγματικού κανόνα που θα απαγόρευε την υπέρβαση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων από τον εκάστοτε στόχο και την υποχρεωτική απομείωση του δημόσιου χρέους κάθε χρόνο. Αναλόγως έπραξε το 2011 η Ισπανία ανατρέποντας σε μεγάλο βαθμό τις κερδοσκοπικές πιέσεις.

Αναθεώρηση του PSI

H ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών πρέπει να γίνει μέσω του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) και όχι από τα κονδύλια της δανειακής βοήθειας. Εάν συμπεριληφθούν και τα ομόλογα από προηγούμενες κεφαλαιοποιήσεις, το μέτρο αυτό από μόνο του θα μειώσει το δημόσιο χρέος σχεδόν κατά 25% του ΑΕΠ, προκαλώντας αμέσως μια σημαντική ανακούφιση που θα προστεθεί στις άλλες προσπάθειες ελάφρυνσης του και θα το κάνει οριστικά βιώσιμο.

Επειδή τώρα θα ήταν παράδοξο οι μεν τράπεζες να ενισχύονται από το ελληνικό δημόσιο για να καλύψουν τις ζημιές από το «κούρεμα» των ομολόγων του, ενώ οι μικρο-αποταμιευτές να αφήνονται στην τύχη τους για τα ίδια ακριβώς ομόλογα που κατείχαν, θα πρέπει επίσης να βρεθεί μια λύση για αυτούς με τρόπο που δεν δημιουργούνται νομικά προηγούμενα για τα μεγάλα επενδυτικά κεφάλαια. Η πιο απλή λύση είναι η ζημία να αναπληρωθεί με φορολογικές πιστώσεις στους δικαιούχους που εκτείνονται σε όση διάρκεια χρειάζεται για να αντισταθμίσουν τις απώλειες στα ομόλογα. Το σύστημα μπορεί να εφαρμοστεί όπως η επιστροφή φόρων σε αγρότες και άλλες επαγγελματικές κατηγορίες. Άλλος τρόπος μπορεί να είναι η σταδιακή αναπλήρωση των «κουρεμένων» ομολόγων με έντοκα γραμμάτια στην αξία αγοράς των τίτλων ή ακόμα και συνδυασμός των δύο μεθόδων.

Νέες επενδύσεις

Για την επίτευξη του ρυθμού ανάπτυξης 3.50% ετησίως σε μια μεσοπρόθεσμη βάση, χρειάζεται να υλοποιηθεί ένα φιλόδοξο επενδυτικό πρόγραμμα που θα την πυροδοτήσει. Άλλες δυνατότητες ανάπτυξης είτε μέσω νέων δανείων για τόνωση της ζήτησης είτε με προσλήψεις στο Δημόσιο για να δημιουργηθούν νέα εισοδήματα, απλώς δεν υπάρχουν. Το επενδυτικό πρόγραμμα θα είναι και η διαδικασία παραγωγικής συσσώρευσης που έχει ανάγκη η χώρα για να ξαναβρεθεί σε μια δυναμική προόδου και δημιουργίας νέων θέσεων απασχόλησης. Το πρώτο ερώτημα είναι πόσες επενδύσεις χρειάζονται για τον σκοπό αυτό;

Η έκταση των επενδύσεων θα πρέπει να είναι ανάλογη του ρυθμού ανάπτυξης. Όπως την περίοδο 2009-2013 η επενδυτική δραστηριότητα συρρικνώθηκε δραματικά ακολουθώντας την καταβαράθρωση του ρυθμού ανάπτυξης, έτσι και τώρα πρέπει να επανέλθει ταυτόχρονα με την ανάκαμψη της δραστηριότητας. Αυτό σημαίνει ότι οι καθαρές νέες επενδύσεις τα επόμενα χρόνια πρέπει σταδιακά να φτάσουν ένα επίπεδο γύρω στο 10% του ΑΕΠ. Τα ποσά που πρέπει να επενδυθούν μέχρι το 2020 ανέρχονται συνολικά στα 107 δισεκατομμύρια Ευρώ.

Το δεύτερο ερώτημα είναι από πού θα βρεθούν αυτά τα κονδύλια και σε ποιους τομείς πρέπει να κατευθυνθούν; Ενδιαφέρουσες μελέτες έχουν γίνει από ειδικευμένους οργανισμούς, οι οποίοι έχουν εντοπίσει τα παραγωγικά πλεονεκτήματα κάθε κλάδου στην Ελλάδα και έχουν εκτιμήσει τις πιθανές επενδυτικές ροές προς αυτούς. Οι τομείς που παρουσιάζουν το μεγαλύτερο επενδυτικό ενδιαφέρον είναι η ενέργεια, οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης, οι μεγάλες τουριστικές μονάδες, νέα έργα αερομεταφορών, όπως επίσης και η ανασυγκρότηση των επιχειρήσεων που δοκιμάστηκαν από την κρίση.

Σε αυτές τις επενδύσεις προστίθενται τα έργα που θα γίνουν με χρηματοδότηση από τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης, καθώς και οι αποκρατικοποιήσεις κρατικής περιουσίας. Συνολικά οι αναμενόμενες επενδύσεις ανέρχονται σε 90 δισεκατομμύρια Ευρώ και απομένουν άλλα 17 δισεκατομμύρια Ευρώ μέχρι το απαιτούμενο ύψος των 107 δισεκατομμυρίων. Το επενδυτικό κενό των 17 δισεκατομμυρίων Ευρώ μπορεί να καλυφθεί με την δημιουργία ενός επιπλέον αναπτυξιακού προγράμματος από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων που θα χρηματοδοτήσει υποδομές, κατάρτιση και νέες επιχειρήσεις για τις χώρες του Νότου και την Ελλάδα.

Μόνο έτσι θα γίνει οργανωμένη επανεκκίνηση της οικονομίας, αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στις δυνατότητες της χώρας και δημιουργία βιώσιμων θέσεων απασχόλησης για την νέα γενιά. Διαφορετικά, ακόμα και αν η ύφεση υποχωρήσει το επόμενο έτος, το πιο πιθανό η χώρα να διέλθει από μια φάση «άνεργης ανάκαμψης», καθώς οι επιχειρήσεις θα διστάζουν να εκλάβουν τα πρώτα σημάδια ως τερματισμό της αβεβαιότητας και δεν θα κάνουν νέες προσλήψεις.

Με βάση τις κατά καιρούς διαβεβαιώσεις των αρχών της ΕΕ, η στήριξη αυτή με ένα ν επενδυτικό πρόγραμμα εξετάζεται ήδη από τις κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών χωρών. Η συμμετοχή του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος στην κυβέρνηση της Γερμανίας είναι καθοριστική για μια τέτοια πρωτοβουλία, αφού προεκλογικά αναγνώρισε δημόσια ότι ο ευρωπαϊκός Νότος χρειάζεται ένα νέο Σχέδιο Μάρσαλ για να ξεκολλήσει από την ύφεση και να αρχίσει να δημιουργεί ξανά θέσεις απασχόλησης. Όσο και να ξεθωριάσει μετεκλογικά, η δέσμευση του μπορεί να αποτελέσει ένα σημείο πίεσης από τις κυβερνήσεις των χωρών του Νότου, αξιοποιώντας μάλιστα και την συγκυρία των Ευρωεκλογών που διαφορετικά θα διεξαχθούν μέσα σε ένα κλίμα γενικευμένης δυσπιστίας και αποξένωσης των πολιτών.

Μόνο μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο μπορεί να διασφαλιστεί ταυτόχρονα η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και η βιωσιμότητα του χρέους. Διαφορετικά η έλλειψη μιας στιβαρής ανάπτυξης θα συνεχίσει να διογκώνει το χρέος όσα πρωτογενή πλεονάσματα και να επιδιώξει η κυβέρνηση. Η αβεβαιότητα θα αποτρέπει την πραγματοποίηση νέων επενδύσεων και οι μικρές δόσεις ανάκαμψης θα εξατμίζονται χωρίς ουσιαστική ενίσχυση της απασχόλησης. Αργά ή γρήγορα η κρίση θα επανέλθει οξύτερη και θα κάνει την έξοδο από Ευρώ να μοιάζει αναπόφευκτη.

Για την ενθάρρυνση των επενδύσεων ανανέωσης κεφαλαίου πρέπει να επιδιωχθεί η χρηματοδότηση των ελληνικών επιχειρήσεων με επιτόκια παρόμοια με αυτά που ισχύουν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και ένα τέτοιο σχέδιο μπορεί να αναληφθεί επίσης από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων σε συνδυασμό με την ΕΚΤ. Έτσι οι ελληνικές επιχειρήσεις θα μπορέσουν να επιβιώσουν και να γίνουν ανταγωνιστικές στην διεθνή αγορά και όχι με τις αλλεπάλληλες μειώσεις μισθών των εργαζομένων, οι οποίες οδήγησαν μεν σε κατάρρευση το οικογενειακό εισόδημα αλλά δεν αναπτέρωσαν καθόλου την ανταγωνιστικότητα.

Παράλληλα με την αναθέρμανση της οικονομίας για την μείωση του χρέους και της ανεργίας, η Ελλάδα χρειάζεται σήμερα ένα εθνικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων, αποκρατικοποιήσεων και ανταγωνιστικής απελευθέρωσης αγορών και επαγγελμάτων. Και στους τρεις αυτούς τομείς τα αποτελέσματα την τελευταία τριετία ήταν πενιχρά, ακριβώς γιατί αντιμετωπίστηκαν ως απειλητικά προαπαιτούμενα των δόσεων της δανειακής βοήθειας και όχι ως εργαλεία αναδιάρθρωσης της οικονομίας.

Με τον τρόπο αυτό έδωσαν όλα τα προσχήματα ακόμα και στα πιο σκανδαλώδη συντεχνιακά προνόμια, να εμφανίζονται ως φλάμπουρα «κατά των ξένων» και να διεκδικούν την διαιώνιση τους με αντιστασιακή ρητορική. Το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων πρέπει να σχεδιαστεί χωρίς ξένη υπαγόρευση για να μην εκλαμβάνεται ως άλλος ένας όρος των Μνημονίων, αλλά και χωρίς χατίρια στις κομματικές και πελατειακές ομάδες που καραδοκούν να ξαναγυρίσουν στις προσφιλείς τακτικές πιέσεων και διανομής προνομίων. Το πρόγραμμα θα αποτελέσει το διαρθρωτικό αντιστήριγμα στο πρωτογενές πλεόνασμα και την βάση επανεδραίωσης της αξιοπιστίας της ελληνικής οικονομίας.

Θέμα επικαιρότητας:
Οικονομική κρίση

Σύνολο: 955 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι