ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΡΕΟΥΣ

ΕΚΔΗΛΩΣΗ-ΣΥΖΗΤΗΣΗ της ΔΗΜΑΡ στο ΕΒΕΑ, 20/11/14:Η παρέμβαση του Σπύρου Λαπατσιώρα

Ευχαριστώ τους διοργανωτές για την πρόσκληση και για την ευκαιρία μίας συζήτησης η οποία απαιτείται να διεξαχθεί σε μεγάλο βάθος στην ελληνική κοινωνία.

Λόγω της πολυπλοκότητας του θέματος και των χρονικών περιορισμών της συζήτησης, είναι προφανές ότι θα παρουσιάσω, χωρίς αναλυτική υποστήριξη, μόνο κάποια κύρια σημεία. Πριν προχωρήσω σε αυτά θα μου επιτρέψετε να αναφερθώ σε δύο σημεία τα οποία ενέχουν θέση προϋποθέσεων για το θέμα μας.

Κάποιες προϋποθέσεις που υπόκεινται της συζήτησης

Πρώτο σημείο, αποτελεί η διαπίστωση ότι το θέμα της αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου ζητήματος. Την αντιμετώπιση μίας κρίσης η οποία δεν είναι μόνο “οικονομική” αλλά αφορά τη θεσμική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας.

Δεύτερο σημείο. Το ζήτημα της αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους μπορεί να εξεταστεί αυτοτελώς. Ωστόσο, συνδέεται με το ιδιωτικό χρέος (δηλαδή τα χρέη των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών) καθώς και με το εξωτερικό χρέος, δηλαδή το χρέος του δημοσίου, των τραπεζών, των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών προς το εξωτερικό. Αυτή η διασύνδεση μπορεί να διαπιστωθεί με αρκετούς τρόπους. Για παράδειγμα, αν εξετάσουμε το άθροισμα του δημόσιου και του ιδιωτικού χρέους των κρατών μελών της ευρωζώνης θα διαπιστώσουμε ότι η Ελλάδα δεν έχει το υψηλότερο ποσοστό, παρά το υψηλό δημόσιο χρέος. Αυτό έχει σημασία για να καταλάβουμε τη λειτουργία που είχε και με διαφορετικό τρόπο έχει και σήμερα το χρέος στη νεοφιλελεύθερη “ρύθμιση” της οικονομίας. Σχηματικά παρατηρούμε ότι στα κράτη μέλη που το δημόσιο χρέος είναι χαμηλό το ιδιωτικό είναι υψηλό και αντίστροφα. Με άλλα λόγια, λαμβάνοντας υπόψη την ευρύτητα της κρίσης και τις ανάγκες που διαμορφώνει, το ζήτημα της αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους αποτελεί ζήτημα που αγγίζει το ευρύτερο ζήτημα του κυκλώματος χρηματοδότησης της οικονομίας και προφανώς συνδέεται και με την αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους – ζητήματα τα οποία δε θα αναπτύξουμε σε αυτήν την παρέμβαση αλλά θα αποτελούν υπόβαθρο στους συλλογισμούς μας και συνάμα αναγκαίες προεκτάσεις μία συζήτησης για την έξοδο από την κρίση.

Είναι «βιώσιμο» το ελληνικό δημόσιο χρέος;

Για να αναπτύξουμε το κύριο θέμα μας πρέπει να απαντήσουμε σε ένα βασικό ερώτημα. Απαιτείται αναδιάρθρωση του χρέους;

Συνηθίζεται στη δημόσια συζήτηση και όχι μόνο, να αναφερόμαστε στο ύψος του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ για να ενισχύσουμε επιχειρήματα για την αναγκαιότητα αναδιάρθρωσης. Ωστόσο η συσχέτιση του χρέους με το ΑΕΠ δεν αποτελεί σαφές κριτήριο «βιωσιμότητας». Η Ισπανία βρέθηκε προ της χρεοκοπίας το 2011 με δημόσιο χρέος κάτω του 40% επί του ΑΕΠ το 2008, ενώ, το αξιόχρεο της Ιαπωνίας (με πάνω από 200% χρέος επί του ΑΕΠ) δεν αμφισβητήθηκε. Για τις ανάγκες τις συζήτησης θέτω το ακόλουθο κριτήριο: το χρέος είναι «βιώσιμο» όταν μπορεί να πληρώνεται και αποτελεί κοινή πεποίθηση ότι μπορεί να πληρώνεται. Αυτό το κριτήριο σημαίνει ότι λαμβάνεται υπόψη η χρονική κατανομή πληρωμών (τι απαιτείται να πληρώνεται κατ’ έτος για την εξυπηρέτηση του χρέους) καθώς και η διαθεσιμότητα των πόρων (που πηγή τους είναι τα δημόσια έσοδα και τα δάνεια) για να πραγματοποιηθούν οι πληρωμές.

Όσοι υποστηρίζουν ότι το ελληνικό χρέος είναι «βιώσιμο» και δεν απαιτείται αναδιάρθρωση εμφανίζουν ένα ισχυρό επιχείρημα. Το δημόσιο χρέος είναι μεν πολύ υψηλό ως προς το ΑΕΠ (ή άλλους δείκτες) ωστόσο με τις συμφωνίες που έχουν γίνει έχει μία πολύ ομαλή κατανομή πληρωμών για τα χρεολύσια σε βάθος 50 ετών. Ίδια εικόνα παρατηρείται και στις πληρωμές για τόκους αν εξαιρέσουμε την περίοδο 2021-23 που λήγει η περίοδος αναστολής για την καταβολή τόκων προς το EFSF/ESM (ζήτημα το οποίο προφανώς πρέπει να διευθετηθεί). Αν το εξετάσει κάποιος το ζήτημα αφηρημένα, συγκρίνοντας για παράδειγμα τις υποχρεώσεις που έχουν άλλα κράτη έχουν κάθε έτος, τότε το επιχείρημα εμφανίζεται ισχυρό.

Ωστόσο πρόκειται για αφηρημένο επιχείρημα, επειδή δε λαμβάνει υπόψη τη συγκυρία. Ας το δούμε πιο συγκεκριμένα.

Αν εξετάσουμε την σύγχρονη ιστορία των αναδιαρθρώσεων θα παρατηρήσουμε ότι σχεδόν κάθε επιχείρηση αναδιάρθρωσης την ακολουθεί μία δεύτερη επιχείρηση. Οι λόγοι γι’ αυτό το γεγονός δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς. Μπορούμε να εικάσουμε μία απάντηση, ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη και την αναποτελεσματικότητα της μεγάλης αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους: οι πρώτες αναδιαρθρώσεις είναι σχεδιασμένες συντηρητικά, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη των σύνολο των αναγκών και των αποτελεσμάτων τους. Βέβαια, το ιστορικό προηγούμενο δεν αποτελεί επιχείρημα για την αναγκαιότητα αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους.

Το βασικότερο επιχείρημα για την αναγκαιότητα αναδιάρθρωσης προκύπτει από την ίδια την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Τα επόμενα έτη (2015-20) πρέπει να καταβληθούν 90δισ σε χρεολύσια και τόκους, κατά μέσο όρο 9δισ. σε χρεολύσια και 6δισ. σε τόκους. Τα χρήματα για αυτές τις πληρωμές, με βάση τον υπάρχοντα σχεδιασμό, θα προέλθουν εν μέρει από πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 4%-4,5% και δευτερευόντως από τα έσοδα των ιδιωτικοποιήσεων. Κυρίως όμως, θα προέλθουν με δανεισμό από τις αγορές ομολόγων για την αναχρηματοδότηση του χρέους που λήγει.

Στο πρώτο σκέλος, τα διαρκή και υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα σημαίνουν αφαίρεση δυνητικών και υπαρκτών πόρων από την ελληνική κοινωνία. Ανεργία 25%, και πάνω από 50% στους νέους, αποτελούν δείκτες που παραπέμπουν όχι απλά σε οικονομική κρίση αλλά σε μία οξύτατη πολιτική και θεσμική κρίση. Για λόγους στοιχειώδους κοινωνική σταθερότητας, όχι για τον ευρύτερο στόχο εξόδου από την κρίση, απαιτείται άμεση μείωση της ανεργίας – όχι σε βάθος δεκαετίας που προβλέπει η τρέχουσα διαχείριση της κρίσης.

Για να το θέσουμε με διαφορετικό τρόπο, η πολιτική του πρώτου σκέλους, τα υψηλά δημοσιονομικά πλεονάσματα τα οποία κατευθύνονται στην εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, συνεπάγεται αυτό που είναι γνωστό από το 2010, από την αρχή της τρέχουσας ευρωπαϊκής στρατηγικής διαχείρισης της κρίσης του 2008 και της εξειδίκευσής της το 2010 στην Ελλάδα: σταθερή γέννεση «πολιτικού κινδύνου» παρατηρήσιμου από τις αγορές ομολόγων. Αυτός πηγάζει από την ταχεία αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού και την αποδόμηση των κοινωνικών ταυτοτήτων λόγω των τρεχουσών πολιτικών, όχι από τις εκλογές. Επομένως, οι δημοσιονομικοί στόχοι και η έξοδος στις αγορές ομολόγων, που αποτελεί το βασικό πυλώνα αναχρηματοδότησης του δημόσιου χρέος, είναι ένας συνδυασμός μέσων που παράγει αντιφάσεις, πιθανόν «εκρηκτικές», στη διαχείριση του χρέους .

Για τις ιδιωτικοποιήσεις σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, δε χρειάζεται να μακρηγορήσουμε. Συνθηματικά, αποτελούν πηγή μείωσης των μελλοντικών εσόδων και διαδικασία πώλησης υποτιμημένων περιουσιακών στοιχείων, αν αφήσουμε στην άκρη καταγγελίες που βλέπουν το φως της δημοσιότητας για τις διαδικασίες που ακολουθούνται.

Η αδυναμία της τρέχουσας στρατηγικής αντιμετώπισης του ζητήματος του δημόσιου χρέους και ο μη-«βιώσιμος» χαρακτήρας του ενισχύεται και από άλλα στοιχεία. Το σχέδιο μείωσης του δημόσιου χρέους προϋποθέτει υψηλούς και συνεχείς ρυθμούς μεγέθυνσης, ανεξαρτήτως του ευρωπαϊκού περιβάλλοντος που διαμορφώνεται και της επίδρασης που θα έχει αυτό. Επίσης δεν έχει προβλέψεις για έκτακτες ανάγκες. Συμπερασματικά, στην ευνοϊκότερη περίπτωση, οι τρέχοντες σχεδιασμοί διαχείρισης του χρέους, μορφές εσωτερικού δανεισμού και πρόσβασης στις αγορές, αποτελούν, ταυτόχρονα, σχεδιασμούς οργάνωσης μιας συνεχώς οριακής και ασταθούς ισορροπίας και όξυνσης του κοινωνικού ανταγωνισμού σε οριακά επίπεδα, οι οποίοι συνάμα έχουν ως προαπαιτούμενο την πραγματοποίηση πολλών και αρκετά αισιόδοξων υποθέσεων για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Με ελάχιστα πιο ρεαλιστικές παραδοχές και κατανοώντας το οριακό κοινωνικό σημείο που βρισκόμαστε απαιτείται μία άλλη προσέγγιση.

Αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους

Το ζήτημα της αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους έχει δύο πτυχές. Η πρώτη, αφορά την ίδια την αναδιάρθρωση και τα άμεσα αποτελέσματά της. Η δεύτερη, αφορά την ευρύτερη αποτελεσματικότητά της και την στόχευση που εντάσσεται. Ξεκινάμε με την πρώτη πτυχή.

Σε κάθε συζήτηση για την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους τίθεται το ζήτημα της διαγραφής τουλάχιστον μέρους αυτού. Δεν αντιτίθεμαι στην υπεράσπιση αυτών των στόχων – το αντίθετο. Ωστόσο, από τη σκοπιά της κοινωνική συγκυρίας, ουσιώδες για κάθε πρόταση θεωρώ τη δυνατότητα που δίνει στον τερματισμό της λιτότητας ή για να το θέσω διαφορετικά στις δυνατότητες διεύρυνσης του δημοσιονομικού χώρου χειρισμών ώστε να απελευθερωθούν υπαρκτοί και δυνητικοί πόροι για την άμεση αντιμετώπιση της ανεργίας και την ανάπτυξη.

Αυτό σημαίνει ότι η αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους θα πρέπει να εμπεριέχει αναγκαία μία πρόταση «παύσης πληρωμών» για ένα χρονικό διάστημα. Δηλαδή για παράδειγμα και συνθηματικά «πέντε χρόνια χωρίς χρέος», χρεολύσια και τόκους, έτσι ώστε να απελευθερωθούν πόροι για την άμεση και γρήγορη μείωση της ανεργίας και την πραγματοποίηση δημόσιων επενδύσεων Αυτό δε συνεπάγεται αναγκαία διαγραφή αυτών των απαιτήσεων: μπορεί να σημαίνει την ανταλλαγή τους με μελλοντικές υποχρεώσεις, την «απόσυρσή» τους στο χρόνο, με τον περιορισμό να μη διαταράσσεται η ομαλότητα της κατανομής και του ύψους των πληρωμών και να επιτρέπονται ενεργητικές πολιτικές εξόδου από την κρίση.

Μία τέτοια πρόταση δε σημαίνει ότι δεν απαιτείται απομείωση του δημόσιου χρέους. Αυτή η απομείωση είναι συνδυασμός δύο κυρίως παραγόντων, εφόσον θεωρούμε δεδομένη τη δημοσιονομική ισορροπία εσόδων και εξόδων και δε λαμβάνουμε υπόψη έκτακτες πληρωμές και μεγάλες μεταβολές στα επιτόκια. Αφενός μεν του «κουρέματος» αφετέρου δε της οικονομικής μεγέθυνσης.

Ως προς το «κούρεμα», αν λάβουμε υπόψη τον ευρωπαϊκό συσχετισμό δυνάμεων, μία πρόταση η οποία έχει ευρωπαϊκή διάσταση – μίας και το ζήτημα του δημόσιου χρέους πλέον είναι ευρωπαϊκό ζήτημα αν κοιτάξουμε προς την Ιταλία και την Γαλλία, είναι η ανάληψη από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, μέσω μίας συμφωνίας ανταλλαγής ενός μεγάλου τμήματος του χρέους των κρατών μελών. Αυτή η ανταλλαγή προφανώς θα πρέπει να είναι διαρθρωμένη έτσι ώστε να λαμβάνει υπόψιν της την «παύση πληρωμών». Η ευρωπαϊκή διάσταση του θέματος είναι πολύ σημαντική καθώς οι εθνικές αναδιπλώσεις κερδίζουν έδαφος και φαίνονται σημάδια ρευστοποίησης για το πολιτικό σκηνικό σε Γαλλία και Ιταλία και όχι μόνο εκεί. Σε αυτήν την κατεύθυνση απαιτείται ευρωπαϊκός συντονισμός, πέραν των ιδιαιτεροτήτων και των χρονικών περιορισμών που αντιμετωπίζει η Ελλάδα.

Ως προς την οικονομική μεγέθυνση χρειάζεται να είμαστε πιο αναλυτικοί και αφορά και τη δεύτερη πτυχή της συζήτησης.

Το πλαίσιο μίας πρότασης για τηναναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους

Η δημόσια συζήτηση για την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους μετατοπίζεται διαρκώς στο ερώτημα του τι μπορεί να προκύψει κατά τη διαπραγμάτευση και συνεπώς σε μία συνεχή «μελέτη» των ευρωπαϊκών και διεθνών πολιτικών συσχετισμών.

Ωστόσο, η αναδιάρθρωση του χρέους δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέσο αντιμετώπισης της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί από την ύφεση και αυτής της ίδιας. Επομένως, λογικά, προέχει μία συζήτηση ενός «εσωτερικού» σχεδίου αντιμετώπισης της κατάστασης στο οποίο θα εντάσσεται ως ένα τμήμα του η αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους. Γύρω από ένα τέτοιο σχέδιο διεξάγεται δημόσια συζήτηση, όχι όμως στο βάθος και στην έκταση που απαιτείται. Αναγκαία ένα τέτοιο σχέδιο έχει ως άξονά του ένα σύνολο μεταρρυθμιστικών τομών στους θεσμούς οργάνωσης της ελληνικής κοινωνίας και μόνο υπό αυτό το πρίσμα μπορούμε να συζητήσουμε για ένα αναπτυξιακό σχέδιο το οποίο θα εγγυάται την οικονομική μεγέθυνση.

Ένα τέτοιο σχέδιο υπήρξαν οι πολιτικές που εγγράφονταν στο Μνημόνιο. Δε συζητώ εδώ για τη φιλοσοφία τους ή τη στόχευσή τους η οποία, εν γένει και ειδικά σε πολλούς άξονες και σημεία, με βρίσκει αντίθετο. Αναγκαία είναι όμως η κατανόηση της αποτυχίας αυτού του σχεδίου ως προς τους ρητά τεθιμένους στόχους του. Ως προς τα δημόσια οικονομικά επέτυχε μεν, το στόχο δημοσιονομικής ισορροπίας αλλά με το κόστος της δημιουργίας πρωτοφανούς ύφεσης και ανεργίας (και εδώ βασίζεται η όλη συζήτηση για τους δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές και την εκτίμησή τους). Ως προς το εξωτερικό χρέος και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, διαπιστώνεται μία μέγιστη αποτυχία. Η σύλληψη ήταν η μείωση των μισθών να επιφέρει πτώση των τιμών στα διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά ώστε να διευρυνθούν οι εξαγωγές. Ωστόσο οι τιμές όχι μόνο δεν έχουν μειωθεί αλλά αυξάνουν (ή παραμένουν σχετικά σταθερές σε μερικούς κλάδους, όπως στις υπηρεσίες) και οι εξαγωγές παραμένουν στα επίπεδα προ κρίσης. Αυτή η αποτυχία είναι σημαντική, επειδή, με δεδομένα τα υφεσιακά αποτελέσματα της δημοσιονομικής πολιτικής και της μείωσης της εγχώριας ζήτησης, αναμενόταν ότι οι εξαγωγές θα αποτελέσουν την μηχανή της μεγέθυνσης. Ως πρός τη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος παρατηρούμε μόνο ότι διακηρύχθηκε η ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η αναγκαία αναδιάρθρωση του ιδιωτικού χρέους με συνέπεια ο κύκλος της απομόχλευσης και της πιστωτικής συρρίκνωσης να είναι ακόμη μπροστά μας.

Αναφέρομαι στους τρεις βασικούς πυλώνες πολιτικών του Μνημονίου όχι για λόγους ιστορίας αλλά γιατί αφορούν και τη συζήτησή μας. Ένα σχέδιο για την ανάπτυξη πρέπει να απαντά και σε αυτές τις αποτυχίες.

Η δημοσιονομική ισορροπία μπορεί να μπορεί να επιτευχθεί με αλλαγή του φορολογικού συστήματος ώστε να γίνει δικαιότερο και να διατηρηθούν οι δαπάνες σε ένα ευρωπαϊκό επίπεδο. Η φορολόγηση επί του κεφαλαίου και του πλούτου στην Ελλάδα, η τεκμαρτή, με βάση τα πραγματικά έσοδα, είναι από τις χαμηλότερες σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η σταθερότητα των τιμών των εξαγώγιμων προϊόντων, παρά τη πτώση των μισθών, μας παραπέμπει σε δύο πραγματικότητες. Πρώτη, τα περιθώρια ακαθάριστου κέρδους στην Ελλάδα έχουν αυξηθεί στη διάρκεια της κρίσης, αυτό δείχνει άλλωστε και το μερίδιο του ακαθάριστου λειτουργικού πλεονάσματος στο εθνικό προϊόν, επομένως συμπεραίνουμε την παρουσία ολιγοπωλιακών δομών και θεσμών αποκόμισης προσόδου. Δεύτερη, αν εξετάσουμε τους χρηματοπιστωτικούς λογαριασμούς, οι επιχειρήσεις έχουν αυξημένες υποχρεώσεις (δάνεια) και πολύ μειωμένα περιουσιακά στοιχεία. Προκύπτει επομένως η διπλή αναγκαιότητα, αφενός μεν, αναδιάρθρωσης των επιχειρηματικών δανείων, αφετέρου δε, δημιουργίας ρυθμιστικού πλαισίου αποδιάρθρωσης της ισχύος των ολιγοπωλιακών δομών (με στόχο να συμπιεσθούν τα περιθώρια απόδοσης). Προφανώς αυτά μας εισάγουν σε μία πολιτική η οποία στοχεύει να σταματήσει τις υφεσιακές τάσεις της απομόχλευσης και της συνακόλουθης πιστωτικής συρρίκνωσης. Αποτελεί αναγκαίο πυλώνα μίας τέτοιας πολιτικής και για λόγους ανάπτυξης αλλά, από πολλές πλευρές πιο σημαντικό και προϋπόθεση για την ανάπτυξη, και για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης η αναδιάρθρωση και των δανείων των νοικοκυριών, με γνώμονα τα εισοδήματά τους και τις δυνατότητες αποπληρωμής.

Με άλλα λόγια η επιστροφή στις αγορές, ως μέσο διαχείρισης του δημόσιου χρέους, προϋποθέτει εύλογες προσδοκίες μεγέθυνσης και πτώση του πολιτικού κινδύνου, τα οποία, αμφότερα, απαιτούν ανάσχεση της κοινωνικής αποδόμησης, σχέδιο και δυνατότητες διαχείρισης της εσωτερικής ζήτησης (όπως για παράδειγμα συμβάλλει η αύξηση του κατώτατου μισθού) και της εξωτερικής ζήτησης (η παρέμβαση στις ολιγοπωλιακές δομές και στους θεσμούς δημιουργίας προσόδων – φυσικά εδώ δεν αναφερόμαστε ούτε στη «μάχη της Κυριακής» ούτε στα φαρμακεία, γιατί δεν είναι εδώ το ζήτημα). Αυτά απαιτούν μεταρρυθμίσεις – μετασχηματισμούς των θεσμών, που αγγίζουν το μεταπολεμικό τουλάχιστον ιστορικό βάθος και επομένως συνθέτουν ένα νέο σχέδιο για τη διανομή του πλούτου, των εισοδημάτων και της ισχύος ως προϋπόθεση για ένα υπόδειγμα βιώσιμης ανάπτυξης και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Ο Βαρβαρέσος το 1952, παρόλο που αναφέρεται μόνο στο φορολογικό ζήτημα, συγκεφαλαιώνει τη διάγνωση για την αποτυχία της σύγχρονης στρατηγικής διαχείρισης τη κρίσης και επομένως και του πολιτικού συστήματος. Παρόλο που είναι μεγάλο απόσπασμα, ας μου επιτραπεί η ανάγνωσή του, μιας και αποτελεί ακόμη δείκτη του δρόμου που πρέπει να διαβούμε:

«Το τρωτόν της Ελληνικής φορολογίας δεν είναι το υπερβολικόν της βάρος αλλά η άνισος κατανομή της…Τούτο υπήρξεν ανέκαθεν χαρακτηριστικόν του Ελληνικού φορολογικού συστήματος και εν εκ των κυριωτέρων αιτίων της κοινωνικής ανισότητος και των κοινωνικών αντιθέσεων στη χώρα».

«Οσάκις υποκύπτομεν εις τας πιέσεις των διαφόρων συμφερόντων προσπαθούμεν να δικαιολογήσωμεν την συνθηκολόγησιν ταύτην (φοροαπαλλαγή, φοροδιαφυγή)... Το αποτέλεσμα μοιραίως είναι η επιβολή ολοκλήρου του φορολογικού βάρους επί των οικονομικά ασθενέστερων».

«Οι ξένοι σύμβουλοί μας (Αγγλοι και Αμερικανοί) καίτοι ετόνισαν επανειλημμένως την ανεπάρκειαν της συμμετοχής των οικονομικώς ισχυροτέρων... συνεκέντρωσαν μάλλον τας προσπαθείας εις την εκ της εμμέσου φορολογίας αύξησιν των εσόδων. Προφανώς, εσχημάτισαν την εντύπωσιν ότι δεν έχωμεν ούτε την θέλησιν ούτε την ικανότητα να φορολογήσωμεν τους οικονομικώς ισχυρούς. Εις μας απόκειται να αποδείξωμεν ότι είναι δυνατόν να δημιουργηθεί εις την χώραν μας δίκαιον και άρτιον φορολογικόν σύστημα».

Αντί για Συμπέρασμα

Συγκεφαλαιώνοντας τα προηγούμενα κάθε πρόταση αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους πρέπει να συγκροτείται σε δύο μεγάλους άξονες.

Ο πρώτος, είναι ένα σχέδιο μετασχηματισμών οι οποίοι απαντάνε με πειστικό και ρεαλιστικό τρόπο στα ερωτήματα που εγείρονται από την κρίση, την τρέχουσα διαχείρισή της και τις αναγκαιότητες/προϋποθέσεις εξόδου από αυτήν.

Ο δεύτερος, μία πρόταση αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους η οποία εξυπηρετεί τον πρώτο στόχο και έχει συγχρόνως ευρωπαϊκή διάσταση.

Θέμα επικαιρότητας:
Οικονομική κρίση

Σύνολο: 955 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι