ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜ.ΑΡ «ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ & ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ»11/12/14.

Παρέμβαση του Φίλιππου Σαχινίδη

Κυρίες και κύριοι,

Έχουν συμπληρωθεί επτά χρόνια από την εκδήλωση της μεγαλύτερης μεταπολεμικής κρίσης και της μόνης που είχε ως αφετηρία, όχι κάποια χώρα της περιφέρειας αλλά την Μέκκα του καπιταλισμού, τις Η.Π.Α.

Η κρίση αυτή μεταφέρθηκε στην Ευρώπη μέσω του Ην. Βασιλείου και στη συνέχεια στην ευρωζώνη.

Σήμερα, οι περισσότερες εκτός ευρωζώνης οικονομίες που χτυπήθηκαν από την κρίση, έχουν – σε μεγάλο βαθμό – αποκαταστήσει τις απώλειες που προκάλεσε αυτή στα εισοδήματα και την απασχόληση.

Η ευρωζώνη όμως, εξακολουθεί να ταλαιπωρείται από τις συνέπειες της δεύτερης ύφεσης, αυτής που ξεκίνησε το 2012 και κινδυνεύει να βιώσει στασιμότητα και αποπληθωρισμό.

Η αδυναμία της Ευρώπης να αντιμετωπίσει έγκαιρα και αποτελεσματικά την κρίση και να διευκολύνει την υλοποίηση των αναγκαίων διαρθρωτικών αλλαγών στις χώρες που βρέθηκαν στον επίκεντρό της, είχε – μεταξύ άλλων – ως αποτέλεσμα, οι χώρες αυτές να έχουν διαφορετική πορεία κατά τη διάρκεια του προγράμματος αλλά και μετά από αυτό.

Από τις τέσσερις, λοιπόν, χώρες που μπήκαν σε πρόγραμμα, σήμερα οι δύο είναι εκτός προγράμματος.

Η Ιρλανδία, επανήλθε σε γρήγορους ρυθμούς ανάπτυξης και η ανεργία μειώθηκε σε σημαντικό βαθμό. Επωφελήθηκε από το γεγονός, ότι πριν την κρίση είχε προχωρήσει σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, τις οποίες και συνέχισε καθ’ όλη τη διάρκεια του προγράμματος.

Η Πορτογαλία, βγήκε από το πρόγραμμα και έχει χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Τα κοινωνικά προβλήματα που προέκυψαν κατά την αντιμετώπιση της κρίσης παραμένουν έντονα.

Η Ελλάδα, κατάφερε σε δύσκολες συνθήκες να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των δίδυμων ελλειμμάτων και της έλλειψης αξιοπιστίας, που της στέρησε την πρόσβαση στις αγορές και την προσφυγή στους θεσμικούς πιστωτές.

Με μεγάλες όμως οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες, αφού το ΑΕΠ σε μια εξαετία μειώθηκε κατά 25% περίπου και η ανεργία έφτασε το 27%.

Η διαπίστωση αυτή μας φέρνει αντιμέτωπους με το ερώτημα, γιατί στην Ελλάδα αν και έγιναν προσπάθειες προσαρμογής και προκλήθηκαν μεγάλες απώλειες στα εισοδήματα και αυξήθηκε σε πρωτοφανή επίπεδα η ανεργία, εντούτοις η έξοδος από την κρίση καθυστερεί;

Υποστηρίζω, ότι η κρίση επηρέασε κατά τρόπο ασύμμετρο την Ελλάδα, γιατί μετά την ένταξή της στην ΟΝΕ όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με το πρόβλημα των διογκούμενων δίδυμων ελλειμμάτων δεν προχώρησε σε καμία διαρθρωτική αλλαγή για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα αυτά.

Το πολιτικό δυναμικό και οι οικονομικοί παράγοντες -εργοδότες και εργαζόμενοι – άργησαν να κατανοήσουν τους νέους όρους του παιχνιδιού εντός της ΟΝΕ αλλά και τις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης.

Έτσι, η οικονομία απόκτησε ένα διογκωμένο μη παραγωγικό και μη ανταγωνιστικό τμήμα, στο οποίο μεταφέρθηκαν ανθρώπινοι και υλικοί πόροι από το τμήμα της οικονομίας που ήταν εκτεθειμένο στον διεθνή ανταγωνισμό, το οποίο σταδιακά αποδυναμώθηκε σε σημαντικό βαθμό.

Το γεγονός αυτό αποτυπωνόταν καθαρά στην πορεία του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο από την επομένη της ένταξης στην ΟΝΕ διευρύνονταν συνεχώς μέχρι που έφτασε στο πρωτοφανές μέγεθος του 14,5% το 2008.

Θα περίμενε κάποιος, ότι οι εξελίξεις αυτές θα προκαλούσαν εύλογη ανησυχία στις κυβερνήσεις της περιόδου από το 2001 και ιδιαίτερα μετά το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης το Σεπτέμβριο του 2008.

Κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε.

Η Ελλάδα, παρά την διεύρυνση του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και την ταυτόχρονη αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος, συνέχιζε να έχει πρόσβαση στις αγορές με πολύ μικρό κόστος μέχρι να ξεσπάσει η διεθνής κρίση και να εκτροχιαστεί δημοσιονομικά το 2009.

Έτσι, το ζήτημα λήψης διαρθρωτικών και όχι συγκυριακών μέτρων για την αντιμετώπιση των ανισορροπιών του δίδυμου ελλείμματος δεν απασχολούσε έντονα τους αρμόδιους, πέρα από όσο χρειάζονταν για να αντιμετωπίσουν τις Ευρωπαϊκές παρατηρήσεις ούτε ήταν στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.

Εξίσου αδύνατοι αποδείχτηκαν και οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί παρακολούθησης, να διαμορφώσουν συνθήκες έγκαιρης αντιμετώπισης του προβλήματος, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.

Ένα πρώτο λοιπόν συμπέρασμα είναι, ότι η χώρα μέχρι την κρίση δεν είχε θεσμούς που να διευκολύνουν την ανάληψη πρωτοβουλιών για την έγκαιρη εισαγωγή αναγκαίων διαρθρωτικών αλλαγών.

Μετά την εκδήλωση της κρίσης καταγράφηκε ανάλογη αδυναμία κατανόησης των αιτιών που μας οδήγησαν στην κρίση.

Έλλειψαν και οι αναγκαίες πολιτικές συναινέσεις ως προς τη διάγνωση του πραγματικού προβλήματος της χώρας και ως προς τις διαθέσιμες επιλογές – υπενθυμίζω Ζάππεια ή επικλήσεις σε παραδείγματα χωρών της Λατινικής Αμερικής ως πρότυπα για τις επιλογές της Ελλάδας – ώστε να προχωρήσει η χώρα κατά προτεραιότητα σε αυτές που θα περιόριζαν το κόστος της προσαρμογής και θα επιτάχυναν την έξοδο από την κρίση.

Με έναν αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων στην Ευρώπη, η έλλειψη συναίνεσης στο εσωτερικό αποδυνάμωνε τη διαπραγματευτική θέση της χώρας απέναντι σε μια έκδηλα τιμωρητική διάθεση των Ευρωπαίων αρχικά.

Σήμερα, που η χώρα έχει επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, το μεγάλο ερώτημα παραμένει, αν δηλαδή έχουμε πραγματικά καταφέρει να ξεφύγουμε οριστικά από την κρίση και ποιες είναι οι προοπτικές για την επόμενη ημέρα.

Για τις δυνάμεις της Σοσιαλδημοκρατίας – που βρέθηκαν μόνες τους στο επίκεντρο της προσπάθειας για να αντιμετωπιστεί η κρίση και κατέγραψαν τεράστιες απώλειες στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις – αποτελεί προτεραιότητα να προσδιορίσουν τον οδικό χάρτη για την προοδευτική ανασυγκρότηση της χώρας μετά το πέρας του προγράμματος.

Η χώρα οδηγήθηκε στην κρίση, γιατί οι θεσμοί δεν λειτουργούσαν σωστά και το παραγωγικό πρότυπο ήταν αναποτελεσματικό.

Στο διάστημα που μεσολάβησε, αντιμετωπίστηκαν αποτελεσματικά αυτά τα προβλήματα, ώστε να μην επαναληφθεί η κρίση;

Η απάντηση είναι αρνητική.

Εκτιμώ, ότι το μεγαλύτερο μέρος των αναγκαίων αλλαγών, ιδιαίτερα στους θεσμούς, είναι ακόμη μπροστά μας.

Σε μεγάλο βαθμό οι θεσμοί εξακολουθούν να λειτουργούν όπως πριν από την κρίση.

Σε πολλές περιπτώσεις, προοδευτικές μεταρρυθμίσεις αποδομήθηκαν από αντιμεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες, βαθύτατα συντηρητικής αν όχι συντεχνιακής αντίληψης, όπως για παράδειγμα στο χώρο της παιδείας με την ουσιαστική κατάργηση των προβλέψεων του Νόμου «Διαμαντοπούλου».

Άλλο τυπικό παράδειγμα, ο τρόπος επιλογής διοικήσεων σε φορείς του Δημοσίου.

Φορείς ή εταιρείες του δημοσίου δεν στελεχώνονται με πρόσωπα που έχουν τα κατάλληλα προσόντα αλλά λειτουργούν ως φυτώριο πολιτικών ή προς αποκατάσταση πολιτικών που δεν εκλέχτηκαν.

Δεν θέλω με αυτό να απαξιώσω το σύνολο των πολιτικών που έχουν επιλεγεί σε τέτοιες θέσεις αλλά πολλοί από αυτούς δεν θα ήταν στη θέση τους αν δεν ήταν κομματικά στελέχη.

Την ώρα που το ποσοστό των πολιτών σε συνθήκες φτώχειας αυξάνεται και οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνονται, η άσκηση κοινωνικής πολιτικής παραμένει κατακερματισμένη σε διάφορα υπουργεία.

Αυτό αντανακλά τη λογική της πελατειακής Ελλάδας, όπου κάθε υπουργός είχε κονδύλια και προγράμματα για να κάνει κοινωνικό έργο και βέβαια να ενισχύει το κοινωνικό του προφίλ προκειμένου να επανεκλέγεται.

Αυτές οι δομές καθιστούν την κοινωνική πολιτική αναποτελεσματική. Οι ελάχιστοι διαθέσιμοι πόροι που υπάρχουν δεν καταλήγουν στη στήριξη αυτών που έχουν ανάγκη.

Υποστηρίζω, ότι η αδυναμία επίτευξης ευρύτερων πολιτικών συναινέσεων στέρησε τη χώρα από έγκαιρη υλοποίηση των αναγκαίων αλλαγών.

Είναι γεγονός, ότι το ΠΑΣΟΚ στην πολύχρονη διαδρομή του κατάφερε να προχωρήσει σε πολλές μεταρρυθμίσεις χωρίς συναινέσεις, π.χ. στην πρώτη περίοδο στο Οικογενειακό Δίκαιο, στην Παιδεία, στο νόμο για το ΕΣΥ, την εργατική νομοθεσία. Αργότερα το ΑΣΕΠ, τον Καποδίστρια, τα ΚΕΠ, την ένταξη στην ΟΝΕ.

Και τελευταία, με τις πρωτοβουλίες για την ενίσχυση του πλαισίου για τους φοροελεγκτικούς μηχανισμούς, την Διαύγεια και τον Καλλικράτη.

Εξαίρεση, ο νόμος για την Παιδεία, που εξασφάλισε ευρύτερη συναίνεση και παρ’ όλα αυτά ανατράπηκε.

Στις περισσότερες από τις παραπάνω μεταρρυθμίσεις το ΠΑΣΟΚ είχε εξασφαλίσει πλατειές κοινωνικές συναινέσεις και για αυτό το λόγο δεν μπόρεσαν ή δεν επεδίωξαν οι επόμενες κυβερνήσεις να προχωρήσουν σε αλλαγές.

Σε ορισμένες περιπτώσεις οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις κατανοούσαν την ανάγκη υιοθέτησής τους αλλά εξέφραζαν αντιθέσεις για να αποκομίσουν μικροπολιτικά οφέλη.

Η κρίση ανέδειξε ακόμη περισσότερο την ανάγκη ενίσχυσης της δημοκρατίας, η οποία απειλείται όσο υπονομεύεται η κοινωνική συνοχή και σταθερότητα.

Ο ρόλος των ΜΜΕ στη διαμόρφωση απόψεων πρέπει να μας ωθήσει σε επιλογές που διασφαλίζουν την αντικειμενικότητα και τον πλουραλισμό στην ενημέρωση των πολιτών.

Σήμερα, η αποδυνάμωση του παραδοσιακού δικομματισμού καθιστά αναγκαίο ένα πλαίσιο λειτουργίας κυβέρνησης και Βουλής, που θα διευκολύνει τη συγκρότηση πολυκομματικών κυβερνήσεων στη βάση προγραμματικών συμφωνιών ακόμη και κομμάτων με διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες.

Σε αυτό το πλαίσιο, εντάσσονται και αλλαγές που αφορούν τη διάρκεια μιας Βουλής που προκύπτει ύστερα από πρόωρη διάλυση προηγούμενης, το εκλογικό σύστημα, τις εκλογικές περιφέρειες, τον τρόπο εκλογής βουλευτών, τα οικονομικά των κομμάτων κ.ά., προκειμένου η χώρα να διαμορφώσει ένα θεσμικό πλαίσιο που να διευκολύνει τη συνεργασία των πολιτικών δυνάμεων.

Η Δικαιοσύνη, παρά τις όποιες προσπάθειες έχουν γίνει, δεν μπορεί ακόμη να συνεισφέρει στην προσπάθεια ανασυγκρότησης της οικονομίας και την εμπέδωση αίσθησης κράτους δικαίου.

Η εκδίκαση σημαντικού αριθμού υποθέσεων καθυστερεί και το γεγονός αυτό προβληματίζει πολλούς δυνητικούς επενδυτές.

Στην οικονομία, παρά τις εκτεταμένες αλλαγές στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, δεν έχει επιτευχθεί ο αναγκαίος μετασχηματισμός προς όφελος του τομέα των εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών.

Εξίσου σημαντική είναι η ανάγκη αναβάθμισης του εποπτικού ρόλου του κράτους ειδικά σε ζητήματα που αφορούν την λειτουργία των χρηματοοικονομικών αγορών που αποτελέσαν και την αφετηρία των μεγάλων κρίσεων.

Το τραπεζικό σύστημα είναι σε καλύτερη θέση σε σχέση με την περίοδο πριν από την ανακεφαλαιοποίηση.

Μπορεί πλέον να προσελκύει κεφάλαια από ιδιώτες και τις αγορές.

Εξακολουθεί, όμως, να είναι παγιδευμένο σε δανειοδοτήσεις επιχειρήσεων που δεν είναι ανταγωνιστικές και δεν έχουν προοπτική.

Έτσι, αποστερεί τα λίγα διαθέσιμα κεφάλαια από τις ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, που θα διευκολύνουν την αναγκαία αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης.

Στις νέες συνθήκες οι επιχειρηματίες θα πρέπει να διαθέτουν περισσότερα ίδια κεφάλαια στις επενδυτικές τους πρωτοβουλίες, ώστε να συμμετέχουν περισσότερο στο ρίσκο που αναλαμβάνουν.

Η δε δραστηριότητά τους να μην εξαντλείται σε συναλλαγές με τον ευρύτερο δημόσιο τομέα αλλά με άλλες επιχειρήσεις στην Ελλάδα ή το εξωτερικό.

Η αναμόρφωση της δημόσιας διοίκησης προχωρεί με αργούς ρυθμούς.

Η αξιολόγηση των υπαλλήλων παραμένει το μεγάλο ζητούμενο, ώστε η χώρα να αποκτήσει μια δημόσια διοίκηση που να εξυπηρετεί τον πολίτη και να είναι φιλική προς την επιχειρηματική δραστηριότητα.

Υπάρχει ένα μεγάλο ερώτημα, αν στη χώρα έχουν διασφαλιστεί οι αναγκαίες συναινέσεις μεταξύ των πολιτικών κομμάτων που θα διασφαλίσουν ένα σταθερό, διαφανές, κοινωνικά δίκαιο και αξιόπιστο φορολογικό πλαίσιο, που θα διευκολύνει την προσέλκυση των επενδύσεων.

Τονίζω το ζήτημα αυτό, γιατί τα τελευταία 5 χρόνια έχουμε ψηφίσει πάνω από 1500 σελίδες φορολογικών διατάξεων χωρίς να έχουμε διασφαλίσει τα προαναφερθέντα.

Έτσι, το φορολογικό πλαίσιο παραμένει προβληματικό και άδικο. Για παράδειγμα, αντιμετωπίζει με διαφορετικό τρόπο ως προς το αφορολόγητο τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους σε σχέση με τους ελεύθερους επαγγελματίες και εξακολουθεί να φορολογεί πολίτες στη βάση τεκμηρίων και όχι πραγματικού εισοδήματος.

Πολλές από τις παραπάνω διαπιστώσεις τις συμμερίζονται πολιτικοί και κόμματα, ανεξάρτητα από την ιδεολογική τους αφετηρία.

Ο πρόσφατος, όμως, τεχνητός διαχωρισμός των πολιτικών δυνάμεων μεταξύ «μνημονιακών» και «αντιμνημονιακών», πέρα από την ανιστόρητη κατάργηση της διάκρισης μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, οδήγησε σε ένα διχασμό που εμποδίζει μια ουσιαστική δημόσια συζήτηση για τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις και την θεσμική και οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας.

Η έννοια της μεταρρύθμισης σήμερα υποχωρεί μεταξύ των πολιτών και έχει πλέον μια αρνητική σημειολογία. Οι μεταρρυθμίσεις δεν είναι αυτοσκοπός αλλά εργαλείο για την εμπέδωση της κοινωνικής δικαιοσύνης και όχι για να διευρύνουν τις κοινωνικές ανισότητες.

Δεν μπορεί κάποιος να πιστεύει, ότι η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας στην Ελλάδα θα επιτευχθεί με μείωση των κατώτατων μισθών στο ιδιωτικό τομέα όταν μια μικρή ανατίμηση του ευρώ αρκεί για να εξαφανίσει όλα τα οφέλη.

Πολλές από αυτές που την τελευταία διετία αποκαλούνται μεταρρυθμίσεις, όχι μόνο δεν έχουν προοδευτικό πρόσημο αλλά μας οδηγούν με γρήγορη ταχύτητα στις παθογένειες που προκάλεσαν την κρίση.

Και εδώ, όσοι στηρίξαμε την τρικομματική αρχικά και δικομματική μετά κυβέρνηση συνεργασίας, έχουμε ευθύνη που δεν αναδείξαμε την αντίθεσή μας.

Ο κίνδυνος που διατρέχουμε ως χώρα είναι, στη συνείδηση των πολιτών οι μεταρρυθμίσεις να ταυτιστούν με επιλογές, οι οποίες δεν προάγουν τη θέση των περισσοτέρων πολιτών.

Ειδικά αυτών που δημιουργούν πλούτο και αυτών που έχουν ανάγκη στήριξης.

Αντίθετα, διασφαλίζουν τις θέσεις και συμφέροντα μικρών ομάδων με ισχυρή εκπροσώπηση στο πολιτικό σύστημα στο όνομα άλλοτε «προοδευτικών» και άλλοτε «φιλολαϊκών» κατά βάθος όμως μόνο συντεχνιακών πολιτικών.

Αυτό υπονομεύει τη θεμελίωση της κοινωνικής συμμαχίας «παραγωγών» και «οικονομικά ασθενέστερων» που πρέπει να επιδιώξουν οι δυνάμεις της Σοσιαλδημοκρατίας του πολιτικού φιλελευθερισμού, της πολιτικής οικολογίας και της μεταρρυθμιστικής αριστεράς.

Ώστε με δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις να επιτύχουν την εκ νέου θέσμιση της πολιτείας, την ανασυγκρότηση της οικονομίας για να γίνει βιώσιμη, να δημιουργεί θέσεις εργασίας, εισοδήματα και πόρους που θα χρηματοδοτούν την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών για τη στήριξη των οικονομικά ασθενέστερων.

Αυτές είναι οι προκλήσεις για τις δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας και όχι μόνο.

Το ερώτημα είναι, θα σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων;

Διότι η επόμενη ημέρα μετά το πρόγραμμα δεν θα είναι εύκολη.

Ούτε θα βγούμε οριστικά από την κρίση με διαγγέλματα, ατάκες και λογύδρια και μεταρρυθμιστικά ευχολόγια.

Θέλει συνεννόηση και πράξεις.

Σήμερα, έχουμε ακόμα μοναδική ευκαιρία να διορθώσουμε τα πράγματα.

Να φτιάξουμε την Ελλάδα από την αρχή.

Θα το κάνουμε;

Είμαστε πολλοί που είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε κάθε προσωπικό συμφέρον για το γενικότερο καλό.

Όχι γιατί μας το επιβάλλει κανένας.

Όχι γιατί μας το ζητάει η οποιαδήποτε Τρόικα.

Αλλά γιατί, εκεί μας οδηγούν τα πιστεύω μας και οι αρχές μας».

Θέμα επικαιρότητας:
Οικονομική κρίση

Σύνολο: 955 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι