Το τίμημα της πολυσυλλεκτικότητας

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 08/02/2015

Οι εξελίξεις τρέχουν κι εμείς τρέχουμε από πίσω τους. Αυτό δεν δημιουργεί πρόβλημα μόνο σε όσους καλύπτουν την επικαιρότητα αλλά επίσης σε εκείνους που γράφουν σχόλια, τα οποία δημοσιεύονται με καθυστέρηση δύο και τριών ημερών. Νομίζω όμως ότι παρά τις δυσκολίες θα μπορούσαμε με σχετική ασφάλεια να απομονώσουμε κάποιες γενικές τάσεις ή κινήσεις που έχουν αρχίσει να διαφαίνονται. Και η προφανέστερη απ’ αυτές έχει να κάνει με τη μετάβαση του ΣΥΡΙΖΑ από την προεκλογική ρητορική στη δεσμευτικότητα των δύσκολων επιλογών που απαιτούνται από μια κυβέρνηση. Η οποία, για να περάσουμε στο θέμα μας, κέρδισε την εξουσία επειδή, μεταξύ άλλων, αξιοποίησε καλύτερα από τον αντίπαλό της το όπλο της πολυσυλλεκτικότητας.

Το ίδιο ακριβώς επιχείρησε να κάνει η Ν.Δ. αλλά απέτυχε παταγωδώς. Συγκεκριμένα, απευθύνθηκε σε δύο διαφορετικά ακροατήρια: το πρώτο αποτελείται από τους περισσότερο ή λιγότερο νεοφιλελεύθερους που πιστεύουν ότι μόνο η εκθεμελίωση του «κρατισμού» και η απελευθέρωση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας θα μας βγάλει από το τέλμα. Και το δεύτερο από εκείνους που αισθάνονται ζημιωμένοι, αδικημένοι και αγανακτισμένοι. Τελικά έχασε και τους δύο. Οι μεν την εγκατέλειψαν καταλογίζοντάς της ένα μείγμα ατολμίας και ιδεολογικού καιροσκοπισμού, ενώ οι δε αυτομόλησαν στον ΣΥΡΙΖΑ, είτε επειδή από τα βάθη της πραγματικής δυστυχίας τους έκριναν πως δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από αυτό που ζουν, είτε ελπίζοντας ανομολόγητα ότι με την ανάπτυξη οι παλιές καλές μέρες (γι’ αυτούς) θα επιστρέψουν.

Η πολυσυλλεκτικότητα του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ακόμα πιο ξεκάθαρη και σαφώς πιο αντιφατική. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, ο Αλ. Τσίπρας, με ύφος που παραπέμπει ευθέως στον Ανδρέα Παπανδρέου, πέρασε τους εταίρους/πιστωτές μας γενεές δεκατέσσερις και ταυτόχρονα μας διαβεβαίωσε ότι αυτοί οι ισχυροί, οι ανάλγητοι και σαδιστές τοκογλύφοι που έχουν βάλει στο μάτι τον αδούλωτο ελληνικό λαό όχι μόνο δεν ενοχλούνται από τα λόγια του, αλλά αντίθετα έχουν αρχίσει να τον υπολογίζουν, μην πω να τον συμπαθούν.

Η ανακολουθία βγάζει μάτι· έπρεπε όμως να διατηρηθεί για να ικανοποιήσει αμφότερες τις δύο αντιφατικές μεν αλλά συστεγαζόμενες τάσεις. Από τη μια τους ανήκοντες στη λεγόμενη αριστερή πτέρυγα, για τους οποίους τα περί αγορών που θα χορεύουν στον ρυθμό του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι φραστικοί λεονταρισμοί, αλλά η δεδηλωμένη πολιτική τους πρόθεση. Και από την άλλη, όσους και πριν από τις εκλογές παραδέχονταν, όχι ανοιχτά αλλά σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις, ότι στο τέλος ο μαξιμαλισμός θα δώσει τη θέση του στη λογική –να μια ευμενής ανάγνωση του μάλλον προσβλητικού όρου «κωλοτούμπα»– και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. θα εξασφαλίσει κάποιες παραχωρήσεις που θα βελτιώσουν τα πράγματα. Το μήνυμα ήταν σαφές: μη φοβόσαστε, δεν θα πάθουμε τίποτα.

Επ΄αυτού, μια πρόβλεψη και ένα σχόλιο. Προβλέπω ότι αν τελικά βρεθεί συμβιβαστική λύση, το επικοινωνιακό επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ θα επικεντρώσει πάση θυσία τη συζήτηση στην απόσταση, έστω και μικρή, ανάμεσα σε αυτό που θα κερδίσουν και σε αυτό που είχε καταφέρει να κερδίσει η προηγούμενη κυβέρνηση, αποσιωπώντας το ίσως πολύ μεγαλύτερο χάσμα ανάμεσα στα νέα δεδομένα και τις απλόχερες προεκλογικές υποσχέσεις. Μια πρόγευση την πήραμε ήδη: τα περί κουρέματος και διαγραφής του χρέους –η λυδία λίθος της ανατρεπτικότητας– έχουν ήδη παραμεριστεί. Για να έρθουμε στο σχόλιο τώρα, νομίζω ότι η διάκριση «αριστερών» και «ρεαλιστών» μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ έχει και μια σαφέστατη ηθική διάσταση: οι «αριστεροί» είπαν την αλήθεια, σε αντίθεση με τους «ρεαλιστές» που την απέκρυψαν για να εισπράξουν την επιδοκιμασία της εξωραϊσμένης αυτοπροσωγραφίας τους στις κάλπες. Κι αυτό, αν το καλοσκεφτούμε, μας λέει πολλά για την πολιτική, τους πολιτικούς και τον «σοφό» λαό. Γιατί, π.χ. θεωρούμε ότι δικαιώθηκε μια στάση που στηρίχθηκε σε συγκεκριμένες διαπιστώσεις και πρότεινε λύσεις, αν ούτε οι διαπιστώσεις ούτε οι λύσεις οι οποίες θα ισχύσουν δεν είναι εκείνες που διαλαλούσε;

Νομίζω ότι σε τελική ανάλυση το πρόβλημα έχει να κάνει με την έννοια της ανατρεπτικότητας, η οποία, ως γνωστόν, αποτελεί το σήμα κατατεθέν του ΣΥΡΙΖΑ. Και όχι άδικα, εφόσον το εν λόγω κόμμα αποκάλυψε τη σκληρή ιδεολογική διάσταση μιας πολιτικής που μας επιβλήθηκε στο όνομα της κοινής λογικής και του ουδέτερου «νοικοκυρέματος» και την οποία, μας έλεγαν, κάθε εχέφρων άνθρωπος οφείλει να δεχθεί ως αυτονόητα ορθή. Παραδόξως όμως αυτή η όντως ριζοσπαστική αμφισβήτηση όχι μόνο συνοδεύτηκε από την ανοχή για όλα τα εξίσου ιδεολογικά νεοελληνικά στερεότυπα, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ τα εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο για να κερδίσει τις εκλογές: π.χ. εμείς δεν φταίμε ποτέ, πάντα οι άλλοι, αθώος είναι όποιος ξέρει κάποιον που παρανομεί περισσότερο, η αγανάκτηση είναι από μόνη της ανατρεπτική γι’ αυτό και δεν ρωτάμε ποιος αγανακτεί και γιατί κ.ο.κ.

Δεν θα ήθελα ο ΣΥΡΙΖΑ να γίνει λιγότερο ανατρεπτικός. Ελπίζω όμως να καταλάβει κάποτε ότι αυτή η ανατρεπτικότητα, ιδίως στην Ελλάδα, περνάει υποχρεωτικά μέσα από μια ριζοσπαστική και επώδυνη αυτογνωσία, την οποία η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ κάνει τα πάντα για να την αποφύγει, χαϊδεύοντας αυτιά δεξιά και αριστερά.

Θέμα επικαιρότητας:
Νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ

Σύνολο: 411 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι