Η επίμαχη ασάφεια των λέξεων

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 09/04/2016

Αυτοί που μελετούν τη γλώσσα λένε ότι ο κώδικας της καθημερινής επικοινωνίας για συγκεκριμένα πράγματα και καταστάσεις δεν παρουσιάζει κατά κανόνα προβλήματα ερμηνείας. Για παράδειγμα, όλοι όσοι ακούνε τη φράση «την Κυριακή πάω Θεσσαλονίκη» τής αποδίδουν το ίδιο ακριβώς νόημα επειδή η σημασία των λέξεων που την απαρτίζουν εκλαμβάνεται ως απλή και δεδομένη.

Ομως, παρά το γεγονός ότι δεν μπορούμε να φανταστούμε καν πώς θα ήταν η ζωή μας χωρίς αυτή την ελάχιστη συνεννόηση, απαραίτητη είναι και η ασάφεια ή η διχογνωμία γύρω από το τι σημαίνουν οι λέξεις. Η απόλυτη διαύγεια της γλώσσας και η κατά συνέπεια ομόφωνη ανάγνωση των πραγμάτων, εκτός από ανέφικτη, έχει και κάτι το αυταρχικό επειδή απαγορεύει τη διαφωνία και σε τελική ανάλυση οδηγεί στην κατάργηση της πολιτικής. Γιατί η πολιτική, μεταξύ άλλων, είναι και η μάχη για το ποιο νόημα θα αποδοθεί σε ορισμένες έννοιες-κλειδιά.

Πάρτε για παράδειγμα το πώς διαβάζεται η αντίθεση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού. Πάντα υπήρχε, ας μην το ξεχνάμε, αλλά με την έλευση της κρίσης έγινε η θεμελιώδης επιλογή, η οποία με διαφορετικά ονόματα, όπως μνημόνιο-αντιμνημόνιο, επέβαλε τους όρους της, δηλαδή είναι σήμερα τα γυαλιά μέσα από τα οποία βλέπουμε την εθνική μας περιπέτεια.

Αν βάλουμε κατά μέρος το ερώτημα με ποιον είμαστε, θα διαπιστώσουμε ότι αμφότερες οι πλευρές εφαρμόζουν την ίδια ρητορική στρατηγική, η οποία –εδώ βρίσκεται το καίριο σημείο– συνδυάζει τη διεισδυτική ματιά με την εσκεμμένη τύφλωση: ξεκινούν αναδεικνύοντας και διαβάζοντας σωστά μια πτυχή του προβλήματος, αλλά στη συνέχεια δεν μπορούν να δουν ή σκόπιμα αποκρύπτουν κάποιες άλλες εξίσου πραγματικές πτυχές του, για να περάσουν το κομματικό μήνυμά τους.

Οι «μνημονιακοί» –χρησιμοποιώ τον όρο για την οικονομία της συζήτησης– έχουν ένα πελώριο δίκιο. Στην Ελλάδα το κράτος και γενικότερα ο δημόσιος τομέας, με κάποιες εξαιρέσεις σίγουρα, έχει διαβρωθεί ίσως ανεπανόρθωτα και για λόγους που όλοι γνωρίζουμε: πελατειακές σχέσεις στους διορισμούς, συντεχνίες, απευθείας αναθέσεις σε ημετέρους, αναποτελεσματικότητα, αναξιοκρατία, αγκυλώσεις κ.ο.κ.

Οταν λοιπόν οι φιλελεύθεροι εισηγούνται την απορρύθμιση και την παρεπόμενη συρρίκνωση του κράτους που θα επιτρέψει στην ιδιωτική πρωτοβουλία να λειτουργήσει πιο αποδοτικά, τα επιχειρήματά τους ακούγονται εύλογα, για να μην πω προφανή. Ξεχνούν όμως κάτι ή μάλλον δεν θέλουν να το δουν. Οτι εκτός Ελλάδας ισχύει το αντίστροφο.

Η οικονομική κρίση που εκδηλώθηκε το 2008 κι ακόμα μας ταλανίζει δεν ήταν δημοσιονομική αλλά χρηματοπιστωτική. Δηλαδή, και κατά γενική ομολογία, η ευθύνη δεν βαρύνει τον «αμαρτωλό» δημόσιο τομέα αλλά την εκτός ελέγχου αγορά που καθιέρωσαν οι «μεταρρυθμίσεις» τη δεκαετία του ’80 και του ’90. Αν συνυπολογίσουμε μάλιστα τη φοροαποφυγή και τους ανά τον κόσμο φορολογικούς «παραδείσους» για τις πολυεθνικές και τους πλούσιους –βλέπε έγγραφα του Παναμά– καλά κάνουν οι αριστεροί που τα βάζουν με τον νεοφιλελευθερισμό.

Μόνο που αυτό ισχύει αν μιλάμε για αριστερούς σαν τον Πικετί, τον Κρούγκμαν ή τον Στίγκλιτς. Γιατί οι δικοί μας άλλα έχουν κατά νου. Θέλω να πω ότι μολονότι χρησιμοποιούν την ίδια φρασεολογία, στόχος τους είναι να περισώσουν το αμαρτωλό τριτοκοσμικό Δημόσιο που σαφώς δημιούργησαν τα κόμματα εξουσίας τις δεκαετίες της Μεταπολίτευσης και σήμερα έχει αναλάβει ο ΣΥΡΙΖΑ να το υπερασπιστεί γιατί εκεί κατοικοεδρεύουν οι περισσότεροι ψηφοφόροι του.

Επιπλέον, όσο ειρωνικό και να ακούγεται, το προνομιακό «βόλεμα» στο Δημόσιο είναι κι αυτό ένα είδος ιδιωτικοποίησης. Και μάλιστα ειδεχθές επειδή χρησιμοποιεί τη ρητορική της Αριστεράς για να συγκαλύψει την ιδιοτέλειά του.

Ισως γι’ αυτό αποδεικνύεται τόσο δύσκολο οι δύο πλευρές όχι να συναντηθούν αλλά να συνεννοηθούν. Αμφότεροι έχουν το δίκιο τους. Μου είναι αδύνατο να φανταστώ τους μεν να κλείνουν τα μάτια τους στην εξόφθαλμη εξαχρείωση του δημόσιου τομέα και τα σκανδαλώδη προνόμια των συντεχνιών και τους δε να μην αγανακτούν με την ασυδοσία των δυνατών που έχουν αναγάγει την απληστία σε κινητήριο μοχλό μιας κοινωνίας αρπακτικών καθ’ οδόν προς έναν κόσμο ολοένα και πιο επικίνδυνο –ας θυμηθούμε το 2008–, ολοένα και πιο άδικο. Ετσι εξηγείται και η μεταξύ τους διαφωνία.

Οι δύο αντίδικοι δεν μιλούν για το ίδιο πράγμα, εφόσον η δική μας περίπτωση όχι μόνο δεν εντάσσεται στο κυρίαρχο σήμερα παράδειγμα, αλλά αποτελεί κακέκτυπο ή παθογένεια του μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους που εκτός Ελλάδας οι νεοφιλελεύθεροι το κατάργησαν ενώ εμείς το εξευτελίσαμε.

Η αντιπαλότητα ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά ούτε μπορεί, αλλά ούτε και πρέπει να εκλείψει. Γιατί ακόμα κι αν ο πολιτικός λόγος γίνει λιγότερο ρηχός και υστερικός, ακόμα κι αν απαλλαγούμε από τους εξουσιολάγνους και από κάποιες προβληματικές προσωπικότητες ή απλώς ψώνια, οι αξιωματικές διαφορές παραμένουν και μας καλούν να διαλέξουμε και να υπερασπιστούμε τις επιλογές μας.

Υπάρχει όμως μια χαραμάδα απ’ όπου μπορεί να περάσει η ελπίδα, αν αρχίσουμε να αμφισβητούμε όχι τον ιδεολογικό προσανατολισμό μας, αλλά την απόλυτη αλήθεια που υποτίθεται ότι ενσαρκώνει η ιδεολογία μας. Οσο για την Αριστερά πάντα πίστευα, και τώρα το πιστεύω ακόμα περισσότερο, ότι αριστερός γίνεσαι μόνο αν συνειδητοποιήσεις πόσο δύσκολο είναι να είσαι.

Θέμα επικαιρότητας:
Οικονομική κρίση

Σύνολο: 955 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι