Οικογενειοκρατίας το ανάγνωσμα

Μπάμπης Βακαλόπουλος, Ισμήνη Μώρου, 06/06/2016

Η εξουσία και τα αξιώματα βρίσκονται παντού και ο νεποτισμός επίσης, ιδίως σε χώρες χωρίς ιδιαίτερα δημοκρατικά αντανακλαστικά. Είναι γεγονός ότι η χώρα μας από την απελευθέρωσή της, πολλές φορές δοκιμάστηκε από τον νεποτισμό στην πολιτική της ζωή, τον νεποτισμό, ιδίως στην κεντρική εξουσία· όπως επίσης είναι γεγονός πως στις περιπτώσεις αυτές, στις πρακτικές αυτές, πολύ λίγο – ή καθόλου – αντέδρασε η ελληνική κοινωνία.

Νεποτισμός = η εύνοια της εξουσίας ή υψηλών δημόσιων λειτουργών που προσφέρεται προς συγγενείς και φίλους, που εκδηλώνεται με παραχωρήσεις θέσεων και αξιωμάτων (από το λατινικό nepos, δηλαδή ανεψιός, κι από το λατινικό nepotismo). Στα ελληνικά είναι η οικογενειοκρατία, με την ευρύτερη σημασία του όρου. Η οικογενειοκρατία που ταλανίζει τους δημοκρατικούς μας θεσμούς, διανέμοντας θεσμικούς ρόλους.

Παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον η θεώρηση της οικογενειοκρατίας και των εξ αυτής ευνοημένων (χθες, σήμερα και αύριο) προσώπων, που πολλές φορές λαβαίνουν τη μορφή μιας ιδιαίτερης τάξης μέσα σε μια χώρα, όπως, καλή ώρα, διαχρονικά στη δική μας. Η παρουσία τέτοιων προσώπων, ιδίως σε χαμηλά αξιώματα, δεν γίνεται συνήθως αισθητή στην καθημερινή ζωή, παρά μόνο όταν τα πρόσωπα αυτά παρουσιάζονται σαν ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή όταν προκύπτουν κάποια εξαιρετικά γεγονότα. Αντιθέτως, γίνεται αισθητή σε υψηλές ή σημαντικές θέσεις της περιφερειακής εξουσίας και σε ποικίλες θέσεις ή πόστα της κεντρικής εξουσίας. Η αδιαφορία ή και τα συμφέροντα των κοινωνιών (πελατειακές πολιτικές σχέσεις, πελατειακό σύστημα, αναξιοκρατία, ευνοιοκρατία, διαφθορά) «νομιμοποιούν» την ανάμιξη τέτοιων προσώπων στην πολιτική ζωή, οπότε αυτά σταδιακά αποκτούν συνείδηση ομάδας, με κοινά γνωρίσματα και συμφέροντα, σε κάθε παράταξη και στις παρατάξεις ως σύνολο. Πίσω μάλιστα από την οικογενειοκρατία βρίσκεται και η συγκάλυψη παραβατικών συμπεριφορών, τόσο των ευνοούντων όσο και των ευνοημένων.

Στην ελληνική πολιτική ζωή η οικογενειοκρατία ζει και βασιλεύει. Από αμνημονεύτων χρόνων, τα επώνυμα πρωθυπουργών, υπουργών, βουλευτών, γραμματέων και μιας σειράς άλλων υψηλών αξιωμάτων «πάνε κορδόνι». Η διακυβέρνηση μάλιστα της χώρας από τον ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει επιτείνει το φαινόμενο, που αρχίζει πια να φαίνεται σαν θεσμός ενώ όλοι πίστευαν ότι η τάση θα εξέλιπε στα πλαίσια μιας κυβέρνησης της «Αριστεράς» .

Ένα κοινό στοιχείο που δίνει τον χαρακτήρα μιας ιδιαίτερης τάξης στα ευνοημένα από την οικογενειοκρατία πρόσωπα, είναι η πίστη τους ότι δικαιωματικά ανέρχονται τις σκάλες κάποιων θεσμών κι ότι αποτελούν θεμέλιο μιας δημοκρατικής χώρας. Μ’ άλλα λόγια, ένα αίσθημα υπεροχής, τους δίνει τη βεβαιότητα ότι το κοινωνικό ή ακόμη και το μορφωτικό τους επίπεδο είναι ανώτερο από το μέσο αστικό και κατά πολύ ανώτερο από το μέσο επίπεδο του ελληνικού λαού. Ο λόγος εδώ, προφανώς, δεν είναι για εκείνους που αναδεικνύονται με αγώνες και εκλέγονται, κεντρικά ή περιφερειακά, αλλά για τα πρόσωπα που ευνοούνται κατ’ άλλους τρόπους. Και θα πρέπει εδώ να σημειωθεί και να τονιστεί ότι ακόμη και πρόσωπα που αναδεικνύονται σύμφωνα με τους θεσμούς, πολλές φορές αναδεικνύονται και επικρατούν εξ αιτίας της οικογενειοκρατίας. Χωρίς την ώθηση της οικογενειοκρατίας θα είχαν άλλη πορεία και μέλλον. Μ’ αυτή την έννοια, η οικογενειοκρατία, η κυριαρχία οικογενειών, εγγύτερων αλλά και μακρινότερων συγγενών, φίλων και γνωστών στην πολιτική και οικονομική μας ζωή περιβάλλεται τον μανδύα της νομιμότητας.

Από την άλλη μεριά, μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια είναι φυσικό να καλλιεργείται κι ένας στείρος «αντι-νεποτισμός», μια στείρα «αντι-οικογενειοκρατία», δεδομένου ότι η οικογενειοκρατία τείνει, ακόμη και στις μέρες μας, μέρες της κρίσης και της απόγνωσης, να διαβρώνει το πολιτικό μας σύστημα. Και πολλοί αντιδρούν χωρίς κανόνες. Θα πρέπει να κάνουμε αντιδιαστολές ανάμεσα σε κείνους που αγωνίστηκαν στον πολιτικό στίβο, έστω και με τη μερική ή και την εξ ολοκλήρου σκέπη της οικογενειοκρατίας, και σε κείνους που τους παραχωρείται μια θέση, που ευνοούνται χωρίς προηγούμενο αγωνιστικής ή πολιτικής θητείας, τους «αχθοφόρους μεγάλων ονομάτων», όπως έλεγε ο (παλαιός) Γεώργιος Παπανδρέου. Θα πρόσθετα, «τους αχθοφόρους μεγάλων ή γνωστών ονομάτων», καθώς το επίθετο «μεγάλων» δεν ταιριάζει σε όλες τις περιπτώσεις για τις οποίες ακούμε συνεχώς. Υπάρχει ανάμεσά τους αρκετή διαφορά. Οι πρώτοι, ζώντας μέσα σ’ ένα περιβάλλον πολιτικό μπορούν και να υπηρετήσουν, όταν έλθει η ώρα τον θεσμό της ιεραρχίας, μπορούν και να αποκτήσουν μια «πλήρη επαγγελματικότητα». Γενικά και κατ’ οικονομία, χαρακτηρίζονται από μια «σχετική επαγγελματικότητα». Αντίθετα, οι «διάττοντες αστέρες», όσοι εισάγονται ξαφνικά μέσα στο σώμα των ευνοημένων, υφαρπάζοντας θεσμικούς ρόλους, δεν μπορούν σχεδόν ποτέ να αποκτήσουν μια ιδιαίτερη πολιτική συνείδηση. Σ’ αυτές τις δεύτερες περιπτώσεις δεν έχουμε μόνο ζητήματα διαδοχής ή ανάδειξης εντός μιας παράταξης αλλά και «εκτοξεύσεις» από τη μία παράταξη στην άλλη.

Τα πολιτικά και ηθικά συμπεράσματα από την οικογενειοκρατία είναι αυτονόητα . Θέλουμε μόνο να τονίσουμε πως από τη δική μας σκοπιά το πρόβλημα που μπαίνει είναι τι κάνουν οι κοινωνίες και ιδίως οι παρατάξεις ώστε το πέρασμα ανθρώπων στην εξουσία ή σε θεσμικούς ρόλους να είναι πέρασμα με κριτήρια, μακριά από την «υπεροψία του θεσμικού ρόλου».

Τώρα θα μας πείτε γιατί τα γράψαμε όλα αυτά;

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι