Οι πολίτες, οι πολιτικοί και η πολιτική

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 14/01/2017

Oπως έλεγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, η ενασχόληση με τα κοινά δεν αποτελεί μόνο υποχρέωση, αλλά συνιστά την αρχική και ύψιστη αρετή του πολίτη. Εξού και η απαξίωση του ιδιωτεύοντος. Σε πολλές ξένες γλώσσες η λέξη idiot (ηλίθιος) ανάγεται ετυμολογικά σε αυτό, δηλαδή στον άνθρωπο ο οποίος αδιαφορεί και απέχει από τις συλλογικές διαδικασίες που διαμορφώνουν τη βούληση της πόλης.

Οι αρετές, ως γνωστόν, έχουν μια διάσταση ποσοτική: π.χ. αν πρέπει να λέμε την αλήθεια, όσο πιο φιλαλήθεις είμαστε τόσο το καλύτερο. Για να διαχωρίσουμε λοιπόν με βάση την ποσοτική λογική τους ενάρετους από τους ηλίθιους, θα πρέπει να μετρήσουμε τον βαθμό της ενασχόλησης του καθενός με τα κοινά.

Στη χαμηλότερη βαθμίδα της κλίμακας τοποθετούνται όσοι δεν ενδιαφέρονται για το τι συμβαίνει γύρω τους ή αρκούνται στο να ψηφίζουν κάθε τόσο χωρίς ιδιαίτερο λόγο πότε ένα, πότε άλλο κόμμα, ενώ στην υψηλότερη εκείνοι που ο ρόλος τους στην πολιτική είναι ενεργός.

Είτε ως κομματικά μέλη και στελέχη, είτε, ακόμα καλύτερα, ως «επαγγελματίες» πολιτικοί οι οποίοι αναλαμβάνουν θεσμικές θέσεις στο σύστημα της διακυβέρνησης.

Ομως αυτό το συνεχές από την αποχή μέχρι τη στράτευση παραβλέπει μια ποιοτική διάσταση που δεν είναι συμβατή με την ποσοτική προσέγγιση. Γιατί ανάμεσα στους απλούς πολίτες και τους πολιτικούς υπάρχει η εξής ουσιαστική διαφορά: οι πολίτες πράττουν με βάση τις ιδεολογικές πεποιθήσεις τους, ενώ οι πολιτικοί επηρεάζονται κυρίως από έναν επιπλέον παράγοντα.

Θέλω να πω ότι κατά κανόνα οι πολιτικοί, παρά τα λεγόμενά τους, καθορίζουν την πορεία τους όχι μόνο με κριτήρια ιδεολογικά, αλλά σταθμίζοντας επίσης το αν μια συγκεκριμένη κίνηση θα τους ωφελήσει ή θα τους βλάψει προσωπικά. Για να το διατυπώσω απερίφραστα, σημασία έχει το αν οι ίδιοι θα κερδίσουν ή θα χάσουν πόντους.

Εδώ χρειάζονται κάποιες διευκρινίσεις. Είναι αλήθεια ότι και οι ψηφοφόροι ενίοτε υπολογίζουν το αν και πώς θα αλλάξει η ζωή τους ή τι θα αποκομίσουν από το εκλογικό αποτέλεσμα.

Μέχρι πρόσφατα, τότε που λεφτά υπήρχαν εννοώ, η επικράτηση της παράταξής τους, εκτός από ιδεολογική ικανοποίηση, επέφερε και διάφορα απτά υλικά οφέλη: π.χ. μια θέση στο Δημόσιο, κάποιο άτοκο δάνειο, την ευνοϊκή ρύθμιση μιας υπόθεσής τους κ.ο.κ. Αντίστοιχα, πρέπει να παραδεχτούμε ότι στις τάξεις των πολιτικών βρίσκονται και άνθρωποι που τα κριτήριά τους είναι αμιγώς ιδεολογικά. Μιλώντας γενικά όμως –τι άλλο μπορούμε να κάνουμε;– η διάκριση ισχύει.

Ενδείξεις για τα προσωπικά, για να μην πω ιδιοτελή, κίνητρα των πολιτικών προσφέρονται άφθονες. Για παράδειγμα, σε μερικές από τις σκληρότερες μάχες κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου δεν κονταροχτυπιούνται οι πολιτικοί αντίπαλοι αλλά ομοϊδεάτες, επειδή ο πιο επικίνδυνος εχθρός είναι ο ιδεολογικά συγγενής που κατεβαίνει στην ίδια εκλογική περιφέρεια.

Επιπλέον, οι απλοί πολίτες δεν εξετάζουν ποτέ ποιοι ήταν εκείνοι που έριξαν το ίδιο ψηφοδέλτιο στην κάλπη· απλώς χαίρονται όταν είναι πολλοί και λυπούνται όταν είναι λίγοι.

Από την άλλη μεριά ο λόγος των πολιτικών οφείλει μεν να αναφέρεται και να υπόσχεται το γενικό καλό, αλλά αυτό, ιδίως στις μέρες μας, τους καθιστά εξόφθαλμα αναξιόπιστους. Ακούσατε ποτέ πολιτικό να λέει «ψηφίστε με γιατί μου αρέσει η εξουσία»; Και ξέρετε πολλούς πολιτικούς που δεν τους αρέσει;

Ολες αυτές οι λανθάνουσες αντιφάσεις λίγο μας απασχολούν σε καιρούς πολιτικής ομαλότητας εφόσον στο παιχνίδι συμμετέχουν κόμματα με ευδιάκριτο πολιτικό στίγμα.

Οταν όμως σε περίοδο γενικής διάλυσης γίνεται προσπάθεια να δημιουργηθεί ένας νέος χώρος, η λεγόμενη Κεντροαριστερά –ή όπως αλλιώς θέλετε να την ονομάσετε– όπου θα συρρεύσουν ιδεολογικά ετερόκλητοι και μέχρι πρόσφατα πρωτοκλασάτοι πολιτικοί που επί χρόνια παραμένουν κομματικά άστεγοι ή μετακινούμενοι, το πράγμα αλλάζει.

Διότι η διαφορά ανάμεσα στον πολίτη που ψηφίζει με ιδεολογικά κριτήρια και τον πολιτικό που υιοθετεί άλλη μια ιδεολογία για να τον ψηφίσουν αναδύεται στην επιφάνεια.

Θα μπορούσε να αντιτάξει κανείς ότι το ίδιο συνέβη και με τον ΣΥΡΙΖΑ, επικαλούμενος τους μέχρι προσφάτως «πράσινους» –και όχι μόνο· ας θυμηθούμε τη Ραχήλ Μακρή– που πήδηξαν στο τρένο μόλις άρχισε να κινείται. Με την εξής διαφορά όμως: ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ήδη ένα μικρό μεν αλλά συγκροτημένο κόμμα με δομή, σαφές μήνυμα και μη αμφισβητούμενη ηγεσία.

Ομως οι ωδίνες του τοκετού που θα φέρει στον κόσμο τον νέο φορέα δείχνουν καθαρά ότι η διακήρυξη της ιδεολογίας που το διαπνέει είναι το εύκολο κομμάτι – όλοι πάνω-κάτω συμφωνούν.

Αλλά το στήσιμο εκ βάθρων της Κεντροαριστεράς πάντα κάπου σκοντάφτει. Γιατί; Απλή η εξήγηση: οι περισσότεροι συμμετέχοντες, μολονότι έχουν πολλά και βαριά να προσάψουν στην κυβέρνηση, εκείνο που κυρίως επιδιώκουν δεν είναι η ευόδωση του νέου συλλογικού εγχειρήματος αλλά τα οφέλη που θα αποκομίσει το δικό τους μικρομάγαζο μέσα στο υπό κατασκευή σχήμα.

Ετσι νομίζω ότι εξηγείται και κάτι άλλο: αυτοί που εργάζονται για τη δημιουργία της Κεντροαριστεράς επικαλούνται την απήχηση που θα είχε. (Εδώ ελλοχεύει ο κίνδυνος να ταυτίσουμε το εκλογικό σώμα με τους γνωστούς μας.)

Ξεχνούν όμως ότι οι περισσότεροι εν δυνάμει ψηφοφόροι τους εγκρίνουν μεν τη γενική ιδεολογική του κατεύθυνση, αλλά δεν δίνουν πεντάρα τσακιστή για το αν ο τάδε ή η δείνα θα χτίσουν ή θα διασώσουν την πολιτική τους καριέρα.

Θέμα επικαιρότητας:
Πολιτικό Σύστημα

Σύνολο: 65 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι