Για την ιδέα της προόδου

Γιάννης Μπαλαμπανίδης, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 02/03/2017

Η νεοσυντηρητική πλημμυρίδα, από τις ΗΠΑ του Τραμπ στη Βρετανία του Brexit κι από κει στη Γαλλία, όπου ακόμη και αν δεν εκλεγεί πρόεδρος η Μαρίν Λεπέν, έχει ήδη κερδίσει τη μάχη των ιδεών, δεν συμβαίνει σε ιδεολογικό κενό.

Συμβαδίζει, μεταξύ άλλων, με ένα επιχείρημα που δεν καλλιεργείται μόνο από την άκρα Δεξιά και το οποίο ταυτίζει τις προοδευτικές ιδέες (της Ριζοσπαστικής Αριστεράς αλλά και της Σοσιαλδημοκρατίας, που όπως έχει γραφτεί στα καθ’ ημάς δεν είναι παρά «η χωριατιά στην εξουσία») με μια θυμική, ανορθολογική και γι’ αυτό επικίνδυνη μήτρα.

Η προοδευτική ιδεολογία, λέγεται, συνδυάζει την υπεροπτική αξίωση ότι κατέχει τους νόμους της Ιστορίας με την τέχνη της απεύθυνσης στα ένστικτα παρά στη λογική των ανθρώπων· μεσσιανική πίστη και συγκίνηση είναι το οπλοστάσιό της.

Αντίθετα, συνεχίζει η ίδια αφήγηση, η συντηρητική σκέψη δεν ισχυρίζεται ότι κατέχει το κλειδί της πορείας του κόσμου. Δεν επικαλείται ολιστικά σχήματα αλλά είναι πιο προσγειωμένη, «πρακτική», πραγματιστικά προσανατολισμένη στην αντιμετώπιση των ανθρώπινων πραγμάτων, στέρεα ριζωμένη στις παραδόσεις και τις καθιερωμένες αξίες.

Εκ πρώτης όψεως πειστική, η επιχειρηματολογία αυτή παραβλέπει την κοινή καταγωγή ορθολογισμού και προόδου. Η πρόοδος υπήρξε για τους Διαφωτιστές ένα κανονιστικό ιδεώδες-οδηγός της πρακτικής δράσης με στόχο τη διαρκή βελτιωσιμότητα των ανθρώπων.

Τη σκυτάλη παρέλαβαν οι θετικιστές του βιομηχανικού 19ου αιώνα, ο Σεν-Σιμόν, ο Αύγουστος Κοντ, ο Σπένσερ, ισχυριζόμενοι ότι η σύζευξη της κοινωνικής επιστήμης με την τεχνική επινοητικότητα θα διασφάλιζε τη χειραφέτηση της ανθρωπότητας μέσα από τον επιστημονικό σχεδιασμό του μέλλοντος. Και την παρέδωσαν στους σοσιαλιστές και μαρξιστές, οι οποίοι είδαν στην επαναστατική «στιγμή», στην εμπρόθετη πολιτική δράση, το όχημα που θα οδηγούσε τον Διαφωτισμό στις ύστατες συνέπειές του.

Ξέρουμε σήμερα ότι η απλοϊκή πίστη στη δαρβινική νομοτέλεια της προόδου δεν ευοδώθηκε. Αυτό όμως δεν δικαιώνει τη fin de siècle σκέψη της παρακμής, τον Νίτσε, τον Σπένγκλερ ή τον Σορέλ, που χλεύασαν τον προοδευτικό ορθολογισμό και μαζί του τον δημοκρατικό εξισωτισμό, την πίστη στη δυνατότητα εγκαθίδρυσης διά του Λόγου μιας οικουμενικών αξιώσεων ευημερίας.

Στα 1994, ο Ιταλός φιλόσοφος Νορμπέρτο Μπόμπιο υπερασπιζόταν, κόντρα στο τότε zeitgeist του «τέλους της Ιστορίας», την εγκυρότητα της ιδρυτικής πολιτικής διχοτομίας του νεωτερικού κόσμου («Δεξιά και Αριστερά», Πόλις, 2013).

Αν πρώτιστο κριτήριο διάκρισης μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς είναι η προάσπιση της égalité, αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή οι δύο παρατάξεις εκκινούν από διαφορετικές φιλοσοφικές αφετηρίες. Οι οπαδοί της ισότητας θεωρούν την ανισότητα κοινωνικό προϊόν και άρα κοινωνικά εξαλείψιμο, ενώ οι οπαδοί της ανισότητας τη θεωρούν φυσικό φαινόμενο όπως το μήλο που πέφτει στο κεφάλι του Νεύτωνα.

Ο συντηρητικός λόγος εγκαλεί τον προοδευτικό ως ανορθολογικό αυτοσυστηνόμενος ως ρεαλιστικός, δηλαδή εγγύτερος στη «φυσική» και «λογική» πραγματικότητα της ανισότητας που παρατηρεί άλλωστε κανείς ολόγυρα με γυμνό μάτι. Η προοδευτική σκέψη είναι «τεχνητή» και ως εκ τούτου «ανορθολογική», καθόσον επιχειρεί να παραβιάσει τη φυσική κατάσταση που «έτσι ήταν πάντα».

Ο συντηρητισμός στοιχίζεται με τον Νίτσε, απορρίπτοντας την ισότητα που τείνει να εξαλείψει την ωφέλιμη ανισότητα που η φύση θέλησε να βασιλεύει μεταξύ των ανθρώπων, ενάντια στον Ρουσό, για τον οποίο η κοινωνία παραβιάζει τη φυσική ισότητα, άρα η ίδια οφείλει να την αποκαταστήσει χάριν μιας δικαιότερης κοινής συμβίωσης.

Σε μια εποχή ιδεολογικής απομάγευσης, μοιάζει εκτός κλίματος η υπερεπένδυση στο πολιτικό, αφού σημασία δεν έχει το χρώμα της γάτας, αρκεί να πιάνει τα ποντίκια.

Ομως το πρωτείο του πολιτικού, του εμπρόθετου ορθολογικού σχεδιασμού του κοινού μας μέλλοντος υπήρξε το βασικό όπλο της Αριστεράς –η απορία της μπροστά στη συντηρητική αντεπίθεση δεν οφείλεται στον «τεχνητό» της χαρακτήρα, αλλά ακριβώς στο ότι δεν τον υπερασπίζεται επαρκώς.

Στα «long 70s» άρχισε να χάνει τη γοητεία της η ιδέα της κοινωνικής προόδου ως συλλογικό τεχνούργημα.

Ο ιστορικός κύκλος που τότε άνοιξε και μοιάζει σήμερα να κλείνει διέψευσε τις προσδοκίες που είχε γεννήσει ο ορθολογικός μεταρρυθμισμός και έφερε την Αριστερά σε θέση αμηχανίας μπροστά σε αυτό που ο Ιμάνουελ Βαλερστάιν περιγράφει ως «συμβίωση» της νεωτερικότητας της διαρκούς τεχνολογικής βελτίωσης με τη νεωτερικότητα της ανθρώπινης απελευθέρωσης («The End of What Modernity?», Theory and Society, 1995).

Οσο η ευρωπαϊκή Αριστερά κατανοεί τη σημερινή κρίση ως «φυσικό» φαινόμενο και αποδέχεται την κυρίαρχη ordoliberal συνταγή ως τη μόνη εφικτή, τόσο αποδυναμώνει τα ίδια της τα ερείσματα.

Μανούβρες αλλαγής πορείας, όπως η πρόσφατη αυτοκριτική του Μάρτιν Σουλτς για την «Ατζέντα 2020» (που το SPD προώθησε επί Σρέντερ) με το αίτημα να περιοριστούν οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου και να δοθούν δικαιώματα συναπόφασης στα συνδικάτα «διότι η εργοδοσία το έχει παρακάνει», δεν είναι εύκολη δημαγωγία. Είναι στοιχειώδης προάσπιση, επιτέλους, της ιδέας της προόδου.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι