Αντίο στα «ήρεμα νερά»;
Η κυβέρνηση φαίνεται να προσανατολίζεται προς «σκληρή» γραμμή έναντι της Άγκυρας
Σωτήρης Βαλντέν, Εποχή, Δημοσιευμένο: 2026-10-01

Μετά από τρία χρόνια «ήρεμων νερών» κατά τα οποία χάθηκε άλλη μια ευκαιρία να μπούμε στον δρόμο της επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών, είμαστε πάλι μάρτυρες μιας κλιμάκωσης της έντασης στις σχέσεις με την γείτονα. Μιας κλιμάκωσης που επανειλημμένα μας έχει οδηγήσει στο χείλος του πολέμου.
Η κλιμάκωση ξεκινά πάντα με την όξυνση των δηλώσεων ή με κινήσεις που η άλλη πλευρά θεωρεί προκλητικές. Το κατώφλι του τι αξιολογείται ως «πρόκληση» χαμηλώνει, όπως εξάλλου ανεβαίνει σε περιόδους «ήρεμων νερών». Η απλή επανάληψη ήδη γνωστών θέσεων της άλλης πλευράς φθάνει να θεωρείται πρόκληση. Ακολουθεί ένα σπιράλ προκλητικών λόγων και ενεργειών, όπου η κάθε πλευρά υπολογίζει να αποκομίσει οφέλη στην εσωτερική της πολιτική σκηνή, ενδεχομένως και έναντι του αντιπάλου, χωρίς μείζον κόστος. Εκτιμάται πως η διαδικασία είναι ελεγχόμενη, αφού καμία πλευρά, ούτε και ο διεθνής παράγοντας επιθυμούν πόλεμο. Όμως, κάπου τα πράγματα ξεφεύγουν, με την παρέμβαση υπερπατριωτών και την αδιάκοπη εθνικιστική δημαγωγία των ΜΜΕ ή και από λάθος. Η όποια υποχώρηση γίνεται πια δύσκολη, καθώς παίζεται το γόητρο της χώρας (και της κυβέρνησης). Και φθάνουμε έτσι στην άκρη του γκρεμού από όπου συνήθως μας σώζουν οι ξένοι ή και οι «πιο ψύχραιμοι», όπως λέμε στους καυγάδες.
Πίεση από δεξιά
Ωστόσο, οι σημερινές συνθήκες καθιστούν την κλιμάκωση ιδιαίτερα επικίνδυνη. Μια ελληνοτουρκική κρίση είναι όλο και πιο πιθανό να μη μπορέσει να ελεγχθεί:
Ζούμε σε περίοδο γενικευμένης διεθνούς αστάθειας. Κανείς δεν ξέρει πού βρίσκεται η Αμερική του Τραμπ, ποιος θα κυβερνάει αύριο τη Γαλλία και πώς αυτοί θα τοποθετηθούν σε ενδεχόμενη νέα κρίση στη γειτονιά μας. Όλο και περισσότερο η ισχύς επικρατεί πάνω στο δίκαιο. Ο πόλεμος τείνει να γίνει κανονικότητα.
Η Ελλάδα έχει εμπλακεί, ως μη έδει, στους πολέμους της Μέσης Ανατολής στο πλευρό των επιτιθεμένων (Ισραήλ, ΗΠΑ, Σαουδική Αραβία). Η Τουρκία είναι στην άλλη πλευρά. Και δεν γνωρίζουμε πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση.
Η Τουρκία του Ερντογάν αντιμετωπίζει πολλά μέτωπα ταυτόχρονα, η διεθνής της θέση έχει ενισχυθεί, και είναι πάντα απρόβλεπτη.
Όλα αυτά θα επέβαλλαν στη χώρα μας μια προσεκτική στάση. Όμως, η προεκλογική περίοδος σπρώχνει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, πιεζόμενη από τον Σαμαρά, τη λοιπή Ακροδεξιά και την εσωκομματική αντιπολίτευση, φαίνεται να εγκαταλείπει τα «ήρεμα νερά» και προσανατολίζεται προς «σκληρή» γραμμή έναντι της Άγκυρας. Και η προοδευτική αντιπολίτευση δημαγωγεί εθνικιστικά.
Στο σπιράλ κλιμάκωσης δεν είναι πάντα προφανές ποιος «ήρξατο χειρών αδίκων», αλλά από ένα σημείο και πέρα δεν έχει και τόση σημασία. Αυτό που είναι σαφές σήμερα είναι πως και η Ελλάδα προκαλεί την γείτονα, με λόγια και με κινήσεις, τροφοδοτώντας την ένταση. Η δε Τουρκία φυσικά ανταπαντά, μέχρι στιγμής πάντως με αρκετή αυτοσυγκράτηση που όμως είναι άγνωστο πόσο θα διαρκέσει.
Οι μαζικοί εξοπλισμοί, που μας στερούν πολύτιμους πόρους για κοινωνικές πολιτικές. η καταφανώς αντιτουρκική στρατιωτική συμμαχία με το γενοκτονικό καθεστώς του Ισραήλ. κινήσεις ή αναγγελία κινήσεων που ορθώς ή όχι θεωρούμε νόμιμες, αλλά που προβλέψιμα γίνονται αντιληπτές ως προκλητικές από την άλλη πλευρά (είναι δε συχνά και περιττές). και τέλος μια συνεχής ροή αδιάλλακτων επίσημων δηλώσεων και προπαγάνδας των ΜΜΕ (κανένας συμβιβασμός, στην ουσία κανένας διάλογος, μία η διαφορά, κανένας Τούρκος στη Θράκη, κλαγγές όπλων στα δελτία ειδήσεων και κατά τις επισκέψεις πρωθυπουργού και υπουργών στα νησιά, κ.λπ.), όλα αυτά δείχνουν μια χώρα νευρική που προετοιμάζεται για σύγκρουση. Και έτσι διαβάζονται στην Άγκυρα, ενισχύοντας και τον εκεί εθνικισμό.
Τυχοδιωκτισμοί
Σε μας μερικοί εκτιμούν πως η διεθνής συγκυρία ευνοεί την προώθησή των θέσεών μας. Ακούγεται πως η στιγμή είναι κατάλληλη να επεκτείνουμε τα χωρικά μας ύδατα, να ενισχύσουμε περαιτέρω τα νησιά μας, να αλλάξουμε τους συσχετισμούς στην Κύπρο. Οι εισηγήσεις αυτές παραγνωρίζουν την προφανή και αυξανόμενη υπεροχή της γείτονος σε μια προοπτική αντιπαράθεσης, υπερβάλλουν τη σταθερότητα και αξιοπιστία των αντιτουρκικών μας συμμαχιών και υποτιμούν το κόστος για τη χώρα μιας στρατιωτικής σύγκρουσης, όποια και να είναι η διάρκεια και η έκβασή της. Πρόκειται για τυχοδιωκτισμό.
Οι κίνδυνοι από τέτοιες κινήσεις αποκρύπτονται επιμελώς από την κοινή γνώμη. Μας καθησυχάζουν πως οι Μπελαρά, τα F-35, η Ασπίδα του Αχιλλέα, ο γενναίος μας στρατός και ο γαλλικός στόλος εγγυώνται την ησυχία μας. Και η μεν κυβέρνηση εντοπίζει τον τουρκικό κίνδυνο στο ενδεχόμενο εκλογικής νίκης της αντιπολίτευσης, η δε αντιπολίτευση στον «ενδοτισμό» της κυβέρνησης. Ο ορίζοντας και των δύο μοιάζει να εξαντλείται στις επόμενες εκλογές. Πλήρης έλλειψη σοβαρότητας και αποπροσανατολισμός.
Η Ελλάδα επικαλείται συνεχώς το διεθνές δίκαιο. Θεωρούμε το επιχείρημα ακαταμάχητο. Όμως, το διεθνές δίκαιο δεν είναι σε όλα με το μέρος μας. Επίσης, είμαστε σε μια εποχή που μετράει δυστυχώς όλο και λιγότερο και η Τουρκία, που δεν το σέβεται, κάθε άλλο από παρίας είναι διεθνώς. Και τέλος, η επίκληση του διεθνούς δικαίου από μια κυβέρνηση που σιωπά για τα εγκλήματα του Ισραήλ στην Παλαιστίνη, για την επίθεση στο Ιράν, για τη γκανγκστερική συμπεριφορά των ΗΠΑ ανά τον κόσμο, και που το παραβιάζει καθημερινά με τους πρόσφυγες, χάνει την όποια απήχησή της.
Υπάρχουν ασφαλώς και λογικοί άνθρωποι ‒σε όλους τους πολιτικούς χώρους, υποθέτω και στην κυβέρνηση‒ που αντιλαμβάνονται το αδιέξοδο και τους κινδύνους. Όμως, εδώ και χρόνια έχει επικρατήσει η άποψη πως η στάση μας δεν μπορεί να αλλάξει: δεν το επιτρέπει η κοινή γνώμη και δεν το επιτρέπει το πολιτικό σύστημα. Αντί για ουσιαστική αλλαγή πολιτικής αναζητούνται στηρίγματα που θα κρατήσουν και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο. Καμία «υποχώρηση» και ταυτόχρονα ειρήνη. Μερικοί θυμούνται και την Ευρώπη και ελπίζουν σε ένα Ελσίνκι ΙΙ, όπου όμως εμείς θα πετύχουμε τους στόχους μας και οι Τούρκοι τίποτε, καθώς ‒σε αντίθεση με το 1999‒ η σημερινή Ευρώπη ελάχιστα έχει να προσφέρει στην Άγκυρα.
Αλλαγή πολιτικής
Πολύ φοβάμαι πως αιθεροβατούμε. Στην πραγματικότητα, αν θέλουμε να διασφαλίσουμε σταθερή ειρήνη και ηρεμία στα ανατολικά μας σύνορα, ώστε να μπορέσουμε να αφιερωθούμε στην αντιμετώπιση των μεγάλων προβλημάτων της κοινωνίας μας, ένας μόνο δρόμος υπάρχει: Να πιάσουμε τον ταύρο από τα κέρατα, να μπούμε σε διμερή διάλογο και διαπραγμάτευση με την Τουρκία και να οδηγηθούμε σε συμφωνίες ή και διαιτησία. Η αποτροπή, η Ευρώπη, ίσως και κάποιες συμμαχίες όταν δεν προκαλούν (ασφαλώς όχι με το Ισραήλ του Νετανιάχου), είναι χρήσιμες ή και αναγκαίες ως δικλείδες ασφαλείας, δεν μας διασφαλίζουν όμως την ειρήνη.
Διάλογος ουσιαστικός που να οδηγεί σε λύσεις συνεπάγεται φυσικά και συμβιβασμούς με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Προϋποθέτει τροποποίηση του εθνικού αφηγήματος της αδιαλλαξίας και του μαξιμαλισμού, με τις άκαμπτες «κόκκινες γραμμές». Όνειρα θερινής νυκτός στη σημερινή Ελλάδα; Ίσως, αλλά αν δεν ανακόψουμε τη σημερινή πορεία, κινδυνεύουμε να ξυπνήσουμε με εφιάλτες. Αυτό που λείπει είναι πρώτιστα το πολιτικό θάρρος της ηγεσίας.
Η κυβέρνηση έχει βέβαια την κύρια ευθύνη να εγκαταλείψει τυχόν σκέψεις για τυχοδιωκτισμούς και να στρέψει την εξωτερική μας πολιτική προς την επιδίωξη λύσεων. Να απελευθερωθεί από την ομηρεία στους κάθε είδους εθνικιστές. Όμως, μεγάλη ευθύνη έχει και η προοδευτική αντιπολίτευση που σήμερα, στο σύνολό της σχεδόν (ΠΑΣΟΚ, ΕΛΑΣ, ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ) πλειοδοτεί ανεύθυνα σε εθνικισμό. Είναι τραγικό η ανατροπή της κυβέρνησης Μητσοτάκη να επιδιώκεται σε εθνικιστική βάση και να σημάνει συνέχιση ή και ενίσχυση της σημερινής επικίνδυνης εξωτερικής πολιτικής. Άλλη μια απόδειξη πως το σύνθημα «να φύγει ο Μητσοτάκης» χωλαίνει, εφόσον δεν συνοδεύεται από ένα σχέδιο του τι θα ακολουθήσει.








