Η κουλτούρα της καχυποψίας ως ποπ φαινόμενο

Marco Revelli, Αυγή της Κυριακής, 08/08/2021

Οι άνθρωποι που γέμισαν εκείνες τις πλατείες και τους δρόμους ήταν το αντικείμενο για χρόνια, ψευδών αφηγήσεων από εκείνους που ήταν στην εξουσία

Μερικές φορές οι λαοί τρελαίνονται. Ή τρελαίνονται μικρές ομάδες ανθρώπων, όπως αυτές που βγήκαν στους δρόμους αυτές τις μέρες, ένα σημάδι των καιρών του εκτροχιασμού. Που δεν μπορούν αποκωδικοποιηθούν στην περίπλοκη σύνθεσή τους, με αυτούς της Λέγκας και τους φασίστες να αναμειγνύονται με τους καλούς κομμουνιστές, τους οδοντιάτρους και τους μαθητευόμενους ή τους κομάντος νομικούς, που εκφράζει την ενσάρκωση μιας κοινωνικής ετερογένειας που ενώνει μόνο το παράλογο ενός απαράδεκτου ισχυρισμού: την εξέγερση εναντίον μια διάταξης - σύμβολο, όπως το Green Pass, το Πάσο Εμβολιασμού, το οποίο σε περιόδους θανατηφόρας πανδημίας φαίνεται να είναι μια απλή πρόταση κοινής λογικής και αναμφίβολα το μικρότερο κακό, και που αντιθέτως ανάγεται σε επίθεση στη συγκεχυμένη ελευθερία με την επιβεβαίωση του απόλυτου δικαιώματος στο προσωπικό καπρίτσιο.

Μια έκφραση, με τη σειρά της, της παραβίασης κάθε αρχής ευθύνης έναντι των άλλων, του πολύ πιο ουσιαστικού (και συνταγματικά κατοχυρωμένου) δικαιώματός τους στην υγεία και την επιβίωση, σαν να είχε χάσει την έννοιά της η διαπίστωση ότι «η ελευθερία μου σταματά εκεί που αρχίζει αυτή του γείτονά μου», και ο καθένας αναδεικνύει τη δική του μοναχική κυριαρχία πέρα και πάνω από κάθε κοινωνικό δεσμό και καθήκον.

Πρέπει να το πούμε, ο κόσμος που βγήκε στους δρόμους είναι προάγγελος του χαμού, γεμάτος ανησυχητικούς οιωνούς και μαύρες σκιές, με βαριά επίγευση του φασισμού. Με εντυπωσίασε το πλακάτ που σηκώθηκε στην Πλατεία Καστέλο στο Τορίνο, «Καλύτερα να πεθάνεις ελεύθερος παρά να ζεις σαν σκλάβος», γιατί θύμισε το «Καλύτερα μια μέρα ως λιοντάρι παρά εκατό χρόνια σαν πρόβατο», που μας φέρνει στη μνήμη τον Μουσολίνι.

Την ίδια στιγμή σηκώνονται τα μαλλιά μου όταν ακούω τους φασίστες της Μελόνι και της Φόρτσα Νουόβα να λένε ύμνους για την ελευθερία, γιατί γνωρίζω ότι η ελευθερία τους είναι η απαίτηση των αυτοανακηρυχθέντων Αρχόντων να μειώσουν τους άλλους σε Δούλους.

Αλλά αυτές οι διαδηλώσεις δεν μπορούν να αναπαραχθούν μόνο σε αυτή τη μαύρη ψυχή, γατί είναι πολύ πιο ετερογενείς, εγκάρσιες, αρθρωτές, ένα συνονθύλευμα αντιφατικών συναισθημάτων, και ως εκ τούτου ακόμη πιο ανησυχητικές, επειδή μιλούν για μια ευρύτερη «κρίση της λογικής». Από έναν πιο διάχυτο αποπροσανατολισμό, εάν πολλοί αισθάνονται ότι πρέπει να κινητοποιηθούν για να βλάψουν τον εαυτό τους και τους άλλους, πιστεύοντας ότι υπερασπίζονται τη δικαιοσύνη και την ελευθερία.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο προσπαθώ απεγνωσμένα να ακολουθήσω το σύνθημα του Άμλετ που μας λέει ότι, παρʼ όλα αυτά, «υπάρχει λογική σε αυτή την τρέλα». Ή τουλάχιστον πρέπει να την ψάξεις. Και το πρώτο κομμάτι της λογικής πίσω από αυτό το χάος ονομάζεται «κουλτούρα της καχυποψίας». Ή μάλλον η ανατροπή της λογικής από ένα εκλεπτυσμένο φιλοσοφικό όργανο σε ένα «ποπ φαινόμενο».

Με αυτήν την έκφραση ο Πολ Ρικέρ είχε υποδείξει τη σκέψη «δασκάλων» όπως ο Μαρξ, ο Νίτσε, ο Φρόιντ, καθώς και ο Σοπενχάουερ, που είχαν διδάξει, με διαφορετικούς και ευρείας κλίμακας τρόπους, να μην συγχέουν τις επιφανειακές εικόνες με την αλήθεια και να αναζητούν «κάτω» και «πέρα» από τις επίσημες αφηγήσεις.

Αυτή η προσέγγιση είχε τροφοδοτήσει την κριτική σκέψη των επαναστατικών μειονοτήτων του 20ου αιώνα, των πολιτιστικών και επαναστατικών πρωτοποριών, αλλά στη συνέχεια, στη νέα στροφή του νέου αιώνα, έγινε μια μαζική στάση, μια κοινή λογική που έγινε δημοφιλής και εξωθήθηκε από το Διαδίκτυο: συστηματική δυσπιστία και περιφρόνηση των ελίτ.

Όχι χωρίς λόγους (για να το εξηγήσω): τα ψέματα της εξουσίας, των κυρίαρχων τάξεών της, των μέσων επικοινωνίας της είναι μπροστά στα μάτια μας. Αλλά χωρίς τη χρήση της λογικής για να επιλέξουμε το αληθινό και το ψεύτικο. Και για να καθοδηγήσει τη συμπεριφορά που θα απαντήσουμε, με έννοιες που αναφέρονται στον λαϊκισμό, προσανατολισμένες σε ένα είδος ακατέργαστης πληροφορίας του είδους «φτιάξε τη μόνος σου» και μια παθητική λειτουργική εξάρτηση από τον δημαγωγό που εφημερεύει εκείνη τη στιγμή...

Οι άνθρωποι που γέμισαν εκείνες τις πλατείες και τους δρόμους ήταν το αντικείμενο, για χρόνια, για δεκαετίες, ψευδών αφηγήσεων από εκείνους που ήταν στην εξουσία και παρουσίαζαν την οπισθοδρόμηση ως πρόοδο, την έρημο των ψυχών ως παράδεισο και τις μπίζνες τους ως ευημερία. Για χρόνια ήταν θύματα απάτης και υπεξαίρεσης της Big Pharma (μπορούμε να το αρνηθούμε;).

Αλλά ταυτόχρονα, στην υλική δομή της ζωής τους (ευέλικτης, αδόμητης και όλο και πιο ρευστής), είχαν στερηθεί τα εργαλεία (της εμπειρίας) για να το σκεφτούν, να ασκήσουν τη δύσκολη τέχνη του διαχωρισμού των στοιχείων ενός φαινομένου, έτσι ώστε σήμερα δεν μπορούμε να εκπλαγούμε αν δεν μπορούν πλέον να κάνουν διάκριση μεταξύ της απάτης κατά των καταθλιπτικών και την πηγή της διάσωσης από ένα εμβόλιο. Ανάμεσα στη φαρμακολογία σαν μπίζνα και σαν θεραπεία. Ή, γενικότερα, ανάμεσα στη δομική κλίση της εξουσίας να λέει ψέματα, όπως συστηματικά έκανε τις τελευταίες δεκαετίες, και την ανάγκη για ορισμένες (σπάνιες) ορθολογικές αποφάσεις της ίδιας εξουσίας, από τις οποίες θα ήταν αυτοκαταστροφικό να ξεφύγουμε.

Δεν θα διαλύσουμε τα απειλητικά σύννεφα που ανεβαίνουν από αυτές τις πλατείες και τους δρόμους με εξορκισμούς ή απαξιώσεις.

Ούτε να μπερδευτούμε με εκείνα τα θεσμικά πρόσωπα που έχουν τεράστιες ευθύνες σκάβοντας την άβυσσο που σήμερα τους χωρίζει από ουσιαστικά κομμάτια μιας κονιορτοποιημένης κοινωνίας. Εάν υπάρχει χώρος, για όσους σαν εμάς, να εργαστούν, είναι στο επίπεδο του εδάφους, από τα κάτω, όπου οι ζωές ολοκληρώνονται ή χάνονται και όπου μόνο η ανάκτηση σχέσεων με αυθεντικές εμπειρίες και εργασίες μπορεί να σταματήσει την πτώση.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι