Να μη χαθεί άλλη μια ευκαιρία για μια γενναία και ρηξικέλευθη συνταγματική αναθεώρηση

Θανάσης Θεοχαρόπουλος, 13/02/2019

“Το Σύνταγμα αποτελεί την πυξίδα για τη λειτουργία των θεσμών, του κράτους δικαίου και της διασφάλισης των πολιτών από κάθε είδους αυθαιρεσία. Η αναθεώρησή του βρίσκεται στον πυρήνα της λειτουργίας της Δημοκρατίας και η συζήτηση για την αναθεώρηση πρέπει να αντιμετωπίζεται με σεβασμό, να διεξάγεται σε ένα κλίμα συναίνεσης, μακριά από την πόλωση και τις σκοπιμότητες. Συναίνεση που δεν πρέπει να αφορά γενικά και αόριστα στο να μην κάνουμε τίποτα ή στο να μην αλλάζουμε θεσμικά αυτά που πρέπει να αλλάξουμε, αλλά στο να προχωρούμε και σε προοδευτικές τομές, αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, δηλαδή η συναίνεση να μπορεί να οδηγεί και όχι να σταματά τις όποιες αλλαγές. Και βέβαια μακριά από τακτικισμούς.

Αναφέρομαι σε τακτικισμούς, διότι έχουμε δει πάρα πολλούς από τότε που ξεκίνησε αυτή η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης. Να θυμίσω ότι κάποια στιγμή η Νέα Δημοκρατία είχε πει ουσιαστικά να μη γίνει καμία συζήτηση σε αυτή τη Βουλή, να αποφασίσουμε απλώς να αναθεωρήσουμε όλα τα άρθρα και η επόμενη Βουλή να τα αναθεωρήσει όλα. Δηλαδή, στην ουσία, να γίνει μόνο σε μία κοινοβουλευτική περίοδο κάτι το οποίο είναι το αντίθετο από αυτό το οποίο προβλέπει ο συνταγματικός νομοθέτης. Όμως και εδώ, σήμερα, βλέπουμε αρκετούς τακτικισμούς. Ακούμε από ολόκληρες Κοινοβουλευτικές Ομάδες, για παράδειγμα, ότι δεν θα ψηφίσουν ορισμένα άρθρα για να μην πάρουν πάνω από 179 ψήφους. Τακτικισμός είναι να μην ψηφίζεις ένα άρθρο, όχι γιατί το θεωρείς λάθος, αλλά γιατί δεν θέλεις να πάρει ορισμένες ψήφους παραπάνω για να μη δημιουργήσει συνθήκες που θα διευκολύνουν την ψήφισή του από την επόμενη Βουλή. Όλοι, λοιπόν, οι τακτικισμοί θα πρέπει να μείνουν μακριά από αυτή την κρίσιμη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση.

Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, η στάση η δική μου και η στάση της Δημοκρατικής Αριστεράς παραμένει αταλάντευτα προσηλωμένη στην ανάγκη ευρύτερων συναινέσεων, ειδικώς σε θέματα όπως η συνταγματική αναθεώρηση. Διότι μόνο αν ανοίξει τώρα η διαδικασία, θα γίνει εφικτό να ολοκληρωθεί από την επόμενη κυβέρνηση, ώστε να μη χαθεί ακόμα μια πενταετία.

Η συνταγματική αναθεώρηση, βέβαια, δεν αποτελεί πανάκεια ούτε μπορεί από μόνη της να οδηγήσει στην υπέρβαση των σημερινών αδιεξόδων. Οφείλουμε, όμως, επιτέλους να προωθήσουμε εκείνες τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις που είναι ώριμες και αναγκαίες για τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής πολιτείας.

Στο πλαίσιο αυτό, είναι αναγκαία η κατάργηση των προνομίων του πολιτικού που αποτελεί αίτημα των πολιτών αλλά και κοινό τόπο των δημοκρατικών πολιτικών δυνάμεων. Αναφέρομαι, συγκεκριμένα, στην αναθεώρηση του άρθρου 86 «περί ευθύνης υπουργών», ώστε να καταργηθούν οι ειδικές προβλέψεις παραγραφής και να ισχύουν οι ίδιοι κανόνες με εκείνους των υπολοίπων πολιτών και βέβαια του άρθρου 62 «περί ασυλίας των βουλευτών», ώστε αυτή να μην υπάρχει αυτοδικαίως ακόμα και όταν υπάρχουν αδικήματα του κοινού ποινικού δικαίου.

Αν θέλουμε τομές, πρέπει να προχωρήσουμε και σε άλλα ζητήματα, να κόψουμε τον ομφάλιο λώρο με τις πελατειακές σχέσεις και τη διαπλοκή. Να θεσπίσουμε το ασυμβίβαστο της θέσης των στελεχών των κομμάτων σε σχέση με το κράτος, ώστε να αποκρατικοποιήσουμε τα κόμματα και να αποκομματικοποιήσουμε το κράτος. Να θεσπίσουμε το ασυμβίβαστο υπουργού-βουλευτή, με στόχο τον απεγκλωβισμό από τις πελατειακές σχέσεις, καθώς και ανώτατο όριο θητειών για βουλευτές και ευρωβουλευτές, με στόχο την ανανέωση του πολιτικού προσωπικού και συγκεκριμένα τριών πλήρων συνεχόμενων θητειών, που αντιστοιχούν σε 12 έτη, και δύο για ευρωβουλευτές, που αντιστοιχούν σε 10 έτη.

Αν στοχεύουμε, επίσης, σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου, είναι καιρός να ενισχύσουμε την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και τον τρόπο ανάδειξης των προέδρων των ανώτατων δικαστικών σωμάτων, ώστε να ελαχιστοποιείται η δυνατότητα παρέμβασης της εκάστοτε εκτελεστικής εξουσίας. Να κατοχυρώσουμε συνταγματικά τον ρόλο και τη λειτουργία των ανεξάρτητων αρχών.

Βέβαια, υπάρχει και η ανάγκη σταθεροποίησης του εκλογικού κύκλου, αντί ενός μόνιμου κύκλου πολιτικής αβεβαιότητας. Αυτός ο σταθερός εκλογικός κύκλος πώς θα προκύψει; Πρώτον, δεν συμφωνώ με την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας από τον λαό. Θεωρώ ότι μπορεί δυνητικά να οδηγήσει σε συνθήκες διαρχίας. Αυτή η πρόταση με τις πολλές ψηφοφορίες και ένα ολόκληρο εξάμηνο ψηφοφοριών στη Βουλή είναι και πρακτικά ανεφάρμοστη. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει μια λελογισμένη αύξηση των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας, στην οποία θα μπορούσε να διαπιστωθεί ευρύτατη συναίνεση. Το θέμα πρέπει να αντιμετωπιστεί με τη δέουσα σοβαρότητα. Διότι η έλλειψη σοβαρότητας χαρακτήρισε και τη ΝΔ, η οποία για το συγκεκριμένο θέμα άλλαξε τρεις φορές θέση.

Χρειάζεται στο συγκεκριμένο θέμα να βρούμε ένα πεδίο συναινέσεων. Θα μπορούσε να γίνει μείωση σε 160 των απαιτούμενων ψήφων στη Βουλή για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας στην τρίτη ψηφοφορία –στην περίπτωση που δεν εξασφαλίζονται 180 ψήφοι στις δύο πρώτες ψηφοφορίες-, η οποία να πάει έναν χρόνο μετά αν δεν υπάρχει συναίνεση στους 180, ή να πάμε και σε εκλεκτορικό σώμα, όπως έχει προταθεί από πάρα πολλούς ειδικούς συνταγματολόγους. Επίσης, θα μπορούσε να υπάρξει και πρόβλεψη πλειοψηφίας 3/5 στη Βουλή για την πρόωρη προσφυγή σε κάλπες για εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας, για να είναι δύσκολη η κατάχρηση του συγκεκριμένου άρθρου. Στην πρόταση της ΝΔ δεν υπάρχει καθόλου η πρόβλεψη αυτή για τη συγκεκριμένη διαδικασία, πηγαίνει στο άλλο άκρο, ενώ μια αυξημένη πλειοψηφία στη Βουλή θα μπορούσε ουσιαστικά να αποτρέψει την κατάχρηση του συγκεκριμένου άρθρου.

Φυσικά, σταθερή θέση τόσο δική μου όσο και της Δημοκρατικής Αριστεράς είναι ο διαχωρισμός εκκλησίας – κράτους. Η ΝΔ δεν το διανοείται και βεβαίως η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ θα έπρεπε να ήταν πιο τολμηρή. Βεβαίως, να αναθεωρηθεί το άρθρο 3 για ένα κράτος θρησκευτικά ουδέτερο -εδώ χρειάζονται όμως πιο τολμηρές προσεγγίσεις σε σχέση με τα ζητήματα περί επικρατούσας θρησκείας- και βέβαια και το άρθρο 16 που ορίζει μεταξύ των σκοπών της εκπαίδευσης και την καλλιέργεια του θρησκευτικού συναισθήματος.

Όσον αφορά δε στη μισθοδοσία των κληρικών, χρειάζεται να προχωρήσουμε στην πραγματική κατάργησή της από το κράτος. Να μην αντιμετωπίζονται οι κληρικοί ως οιονεί δημόσιοι υπάλληλοι. Τα της εκκλησίας στην εκκλησία και τα του κράτους στο κράτος. Ταυτόχρονα, βέβαια, με τη ρύθμιση των περιουσιακών θεμάτων και τη δίκαιη φορολόγηση της εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσίας. Το θέμα του διαχωρισμού των σχέσεων εκκλησίας – κράτους είναι μια προοδευτική μεταρρύθμιση, απαραίτητη για τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής πολιτείας, που θα πρέπει δυναμικά οι προοδευτικές δυνάμεις της χώρας να την πάρουν πάνω τους, να την προχωρήσουν και να ολοκληρωθεί.

Βεβαίως, έχουμε και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Έγινε ολόκληρη συζήτηση με συντηρητικές, φοβικές φωνές που αντιτίθενται, για παράδειγμα, στην αναθεώρηση της παραγράφου 2 του άρθρου 5 προς την κατεύθυνση της κατοχύρωσης της ελευθερίας χωρίς διάκριση φύλου, ταυτότητας φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού (πλέον της εθνικότητας, της φυλής, της γλώσσας και των θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων). Αυτές οι λογικές τραυματίζουν την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και την προσωπική ελευθερία. Σε τέτοιες αλλαγές που αφορούν τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως κάναμε και για το σύμφωνο συμβίωσης, την αναγνώριση της ταυτότητας φύλου, την αναδοχή, αυτήν την υπεύθυνη στάση θα πρέπει να κρατάμε οι προοδευτικές δυνάμεις.

Τέλος, το άρθρο 16 πρέπει να τροποποιηθεί, ώστε να επιτρέπεται συνταγματικά η ίδρυση μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων. Υπάρχει η άρνηση να δούμε την πραγματικότητα και ότι πρέπει να επιτρέψουμε και μη κρατικά πανεπιστήμια και από την άλλη έχουμε την πρόταση της ΝΔ που μιλάει στην πρόταση που κατέθεσε για ίδρυση από ιδιώτες ούτε καν με τη φράση «μη κερδοσκοπικά». Βλέπω σήμερα όμως τον Αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης να κάνει δήλωση για ιδιωτικά μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια. Το «μη κερδοσκοπικά» δεν υπάρχει όμως καν στην πρόταση της ΝΔ, η οποία έρχεται για Συνταγματική Αναθεώρηση.

Αυτό το οποίο πρέπει να γίνει είναι η δυνατότητα να υπάρχουν μη κρατικά, μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια, να ξεφύγουμε από την άρνηση να δούμε την κατάσταση όπως είναι σήμερα και ταυτόχρονα να μην περάσουμε σε μια λογική άναρχη με ιδιωτικά κερδοσκοπικά πανεπιστήμια και με κατευθύνσεις οι οποίες δεν οδηγούν σε λύση.

Στο πλαίσιο της συνταγματικής αναθεώρησης, απαιτείται επίσης η αυτοτέλεια της αυτοδιοίκησης με ριζική αναβάθμιση των αρμοδιοτήτων της και οικονομική αυτοτέλεια με πρόβλεψη για δικούς της πόρους.

Τέλος, η συνταγματική αναθεώρηση οφείλει να μείνει μακριά από προτάσεις που μπορεί να καταστούν επικίνδυνες, όπως η διεξαγωγή δημοψηφισμάτων για ζητήματα διεθνών συμφωνιών, για εθνικά θέματα, για αναπομπή νομοθετημάτων. Αν αυτά ίσχυαν, μπορεί η χώρα να μην είχε μπει το 1981 στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μπορεί να είχαμε δημοψήφισμα στο Μακεδονικό ή να μην είχε περάσει ο νόμος για το θρήσκευμα στις ταυτότητες.

Έχουμε καθυστερήσει. Να μη χαθεί άλλη μια ευκαιρία σήμερα για μια γενναία και ρηξικέλευθη συνταγματική αναθεώρηση, για μεταρρυθμίσεις που κινούνται στη σφαίρα του αυτονόητου, για ένα σύγχρονο Σύνταγμα μιας σύγχρονης χώρας.”

Θέμα επικαιρότητας:
Συνταγματικη Αναθεώρηση

Σύνολο: 26 Κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι