Δύο χρήσιμες επισημάνσεις του Γραφείου Προϋπολογισμού

Κώστας Καλλίτσης, Η Καθημερινή της Κυριακής, 23/02/2020

Η έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, για το δ΄ τρίμηνο 2019, περιέχει δύο πολύ χρήσιμες εκτιμήσεις.

Η πρώτη αφορά την αύξηση του κατώτατου μισθού, που έγινε τον Ιανουάριο 2019, και συνοδεύτηκε από ανησυχίες για ενδεχόμενη αρνητική επίπτωση στην απασχόληση. Οι ανησυχίες δεν δικαιώθηκαν. Η αύξηση του κατώτατου μισθού είχε περιορισμένη επίδραση στους υπόλοιπους μισθούς. Ενδεικτικό: ο δείκτης μισθολογικού κόστους, που επί επτά συνεχή τρίμηνα αυξανόταν έως τότε, πρώτη φορά μειώθηκε το γ΄ τρίμηνο 2019. Αυτή η διαπίστωση –σημειώνεται–, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη αύξηση της απασχόλησης, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ενόψει των διαπραγματεύσεων για τη νέα αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού. Με άλλα λόγια, ας μη ρίχνονται αδίκως όλα τα βάρη στον τελευταίο τροχό της αμάξης...

Η δεύτερη εκτίμηση είναι αρνητική και αφορά το ασφαλιστικό σχέδιο νόμου που κατατέθηκε στη Βουλή. Σύμφωνα με το Γραφείο της Βουλής, η πιο σημαντική αλλαγή που εισάγει το νομοσχέδιο είναι η αποσύνδεση των εισφορών από το εισόδημα για τους ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες. Ετσι, καταργείται ένα θετικό στοιχείο εξορθολογισμού, ίσης μεταχείρισης των ασφαλισμένων, του νόμου 4387/2016. Επανεισάγεται η ευνοϊκότερη μεταχείριση ελεύθερων επαγγελματιών συγκριτικά με τη μισθωτή εργασία και τροφοδοτούνται τα τραγικά υψηλά ποσοστά αυτοαπασχόλησης που βαραίνουν την οικονομία (22% αντί 9% μέσου όρου Ευρωζώνης…), με αρνητικές επιπτώσεις σε φορολογικά έσοδα, συνολική παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα.

Αυτή είναι πράγματι η πιο σημαντική, αρνητική αλλαγή που εισάγει το νομοσχέδιο. Υπάρχει και ακόμη μία, πιο σημαντική, θετική αλλαγή που δεν την εισάγει –αυτήν τη στέλνει στις ελληνικές καλένδες.

Αναφέρομαι στη μη εισαγωγή του κεφαλαιοποιητικού πυλώνα, που είναι αναγκαία προϋπόθεση για να αναστραφεί η τάση αρνητικής εσωτερικής αποταμίευσης και να σωρευτούν επαρκείς πόροι για τη χρηματοδότηση επενδύσεων. Η εισαγωγή του κεφαλαιοποιητικού πυλώνα (με πιθανότερο μέγιστο αρχικό κόστος, υπολογίζει το ΙΟΒΕ, περί τα 500 εκατ. ευρώ) θα απέφερε πάνω από 4 δισ. ευρώ το πρώτο έτος, περί τα 50 δισ. στη 10ετία και (μαζί με ξένα κ.ά. κεφάλαια) θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει μια ισχυρή επενδυτική επανεκκίνηση. Αυτό δεν θα συμβεί.

Τέτοιοι πόροι δεν θα υπάρξουν πριν από μια επόμενη ασφαλιστική μεταρρύθμιση – οψέποτε αυτή γίνει.

Τότε, θα αποκτήσουμε κι ένα συνταξιοδοτικό σύστημα που θα είναι, πράγματι, βιώσιμο – όχι όπως αυτό που σχεδιάζει το νομοσχέδιο.

Τι συμβαίνει σήμερα; Μας το δείχνει ανάγλυφα ο πίνακας 7, που δημοσιεύεται στην 31η σελίδα της έκθεσης. Το 2019 δαπανήθηκαν για κύριες και επικουρικές συντάξεις 28,16 δισ. Μου διευκρινίστηκε ότι από εισφορές προήλθαν τα 15,2 δισ., ενώ από κρατικά κονδύλια για εθνική σύνταξη και κάλυψη ελλειμμάτων ασφαλιστικών ταμείων τα υπόλοιπα 14,87 δισ. ευρώ – αυτά επιπλέον των εισφορών που πληρώνει το κράτος για τους δημοσίους υπαλλήλους. Αν με αυτό τον τρόπο, με την ακραία επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού, θεωρείται βιώσιμο το συνταξιοδοτικό σύστημα για τα επόμενα 50 χρόνια, τότε μιλάμε για την επαναφορά της κανονικότητας που θα ’πρεπε να αφήσουμε πίσω μας. Γιατί, έτσι, πάντα το ασφαλιστικό ήταν βιώσιμο. Τα οικονομικά του κράτους δεν ήταν.

Θέμα επικαιρότητας:
Ασφαλιστικό

Σύνολο: 34 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι