Ο πόλεμος κατά του νεοναζισμού δεν τελείωσε…

Γιώργος Σωτηρέλης, iEidiseis.gr, 10/10/2020

Η δίκη της Χρυσής Αυγής είναι αναμφίβολα μια από τις κορυφαίες στιγμές της σύγχρονης ιστορίας μας. Όχι μόνον διότι κατέληξε στην καταδίκη του νεοναζιστικού μορφώματος, ως εγκληματικής οργάνωσης, αλλά και διότι απέδειξε περίτρανα ότι η Δημοκρατία ανέχεται μεν την όποια ιδεολογική αμφισβήτησή της αλλά ταυτόχρονα μπορεί, τηρώντας απαρέγκλιτα τις θεμελιώδεις αρχές της, να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά κάθε οργανωμένη προσπάθεια ανατροπής της.

Για την δίκη αυτή πρέπει αναμφίβολα να συγχαρούμε από καρδιάς τους τρεις δικαστές, για την ευθυκρισία τους, αλλά και τους συνηγόρους της πολιτικής αγωγής, για τον άοκνο αγώνα τους. Πρέπει όμως να απονείμουμε και εύσημα, χωρίς μικροψυχίες, τόσο στην κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου, που δρομολόγησε την σχετική διαδικασία, όσο και στους κορυφαίους –και θαρραλέους– δικαστικούς λειτουργούς Κουτζαμάνη, Βουρλιώτη και Ντογιάκο, που έθεσαν εμπεριστατωμένα τις βάσεις πάνω στις οποίες στηρίχθηκε η καταδίκη της Χρυσής Αυγής (παρά την παραφωνία της αντίθετης εισήγησης της εισαγγελέως της δίκης). Ωστόσο, την μεγαλύτερη ίσως συμβολή στην όλη εξέλιξη είχε η συγκλονιστική παρουσία της μητέρας του Παύλου Φύσσα, η οποία συνειδητοποίησε έγκαιρα ότι η άνανδρη δολοφονία του μπορούσε και έπρεπε να αποτελέσει την θρυαλλίδα για την εξάρθρωση της Χρυσής Αυγής.

Ωστόσο, το χειρότερο που μπορεί να συμβεί για τη Δημοκρατία μας, μετά από αυτήν την ιστορική απόφαση, είναι ο εφησυχασμός και η λήθη. Το ότι κέρδισε μια μεγάλη μάχη δεν σημαίνει αυτονόητα ότι κέρδισε και τον πόλεμο.

Τι πρέπει να γίνει λοιπόν, από εδώ και πέρα;

Α. Το πρώτο βήμα που επιβάλλεται, είναι ο αναστοχασμός. Τι έφταιξε και ποιοι ευθύνονται για το μίασμα αυτό του πολιτικού μας συστήματος, τα τελευταία χρόνια;

Είναι αναμφίβολο ότι καθοριστικό ρόλο για την εκκόλαψη του αυγού του φιδιού διαδραμάτισαν αφ’ενός μεν η καταθλιπτική κοινωνική πραγματικότητα της κρίσης και των μνημονίων (για την οποία οι υπαίτιοι, εντός και εκτός Ελλάδος, είναι γνωστοί και ακόμη δεν έχουν κάνει την αυτοκριτική τους…) αφ’ετέρου δε ο βαθύτατα διχαστικός λόγος και η εχθροπάθεια, που αποτελούν το πλέον κατάλληλο περιβάλλον για την άνθιση ολοκληρωτικών ιδεών.

Ωστόσο, για να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα πρέπει να επισημανθούν και τα εξής:

Πρώτον, το ότι τα δύο μεγάλα πολιτικά κόμματα δεν δίστασαν σε κάποιες περιπτώσεις να παίξουν επικίνδυνα παιχνίδια, που ωφελούσαν την Χρυσή Αυγή, προκειμένου να αποκομίσουν μικροπολιτικά οφέλη. Ειδικότερα:

– Η ΝΔ του Αντώνη Σαμαρά είναι γνωστό ότι διατηρούσε ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με την ηγεσία της Χρυσής Αυγής, μέσω του τότε Γ.Γ. του Υπουργικού Συμβουλίου Αριστείδη Μπαλτάκου, ενώ διάφοροι «φίλοι», που αποτελούσαν το στενό πολιτικό περιβάλλον του, θεωρούσαν την Χρυσή Αυγή «πατριωτικό κόμμα», με το οποίο έπρεπε να επιδιωχθεί συνεργασία, στο πλαίσιο μιας «ευρείας δεξιάς».

Στην συνέχεια, βέβαια, η ΝΔ ανέκρουσε ευτυχώς πρύμναν και η συγκυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου, ανέλαβε, κατά τα ανωτέρω, την πολιτική πρωτοβουλία για την δρομολόγηση της δίκης, με καταλύτη την δολοφονία του Παύλου Φύσσα αλλά και τις έντονες πιέσεις της ευρείας δημοκρατικής λαϊκής βάσης των δύο συνεργαζόμενων τότε κομμάτων.

Αργότερα, όμως, υπέπεσε σε ένα άλλο σοβαρό πολιτικό ολίσθημα, υιοθετώντας την ανιστόρητη και επικίνδυνη «θεωρία των δύο άκρων», που τροφοδότησε και πάλι την πόλωση και τον διχασμό. Παράλληλα, δεν έλειψαν και στελέχη της (σημερινοί υπουργοί και βουλευτές) που εξακολουθούσαν, σε διάφορους τόνους, να προσβλέπουν σε μια «σοβαρή» Χρυσή Αυγή και να αγνοούν προκλητικά τον νεοναζιστικό χαρακτήρα της και τις εγκληματικές συμπεριφορές των στελεχών της. Τέλος, αυτές οι εκλεκτικές συμπάθειες μέρους της ΝΔ προς την Χρυσή Αυγή επέτρεψαν, δυστυχώς, να αναπτυχθούν ισχυροί θύλακοι της τελευταίας στους σκληρούς κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους (στρατός, αστυνομία, πολιτική δικαιοσύνη).

– Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την άλλη μεριά, παρασυρμένος από τις «αντιμνημονιακές» ψυχώσεις του, σε αρκετές περιπτώσεις δεν δίστασε να συναγελασθεί με τους χρυσαυγίτες, στις πλατείες των αγανακτισμένων, συγχέοντας ανεπίτρεπτα τον αναγκαίο για ένα κόμμα της Αριστεράς αντικαθεστωτισμό –δηλαδή την αντίθεση προς το εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσόν κοινωνικοπολιτικό κατεστημένο– με τον βαθύτατα αντιδημοκρατικό «αντισυστημισμό» της Χρυσής Αυγής, που αποκορυφώθηκε με το διαβόητο «να καεί, να καεί…».

Δυστυχώς μου είναι αδύνατο να ξεχάσω πόσο αρνητικά αντιδρούσαν διάφορα στελέχη του, σε τηλεοπτικές συζητήσεις, όταν άκουγαν ότι πρέπει να ληφθούν θεσμικά μέτρα για την θωράκιση της Δημοκρατίας, κατά της Χρυσής Αυγής… Αλλά και στη συνέχεια, ιδίως αφότου έγινε κυβέρνηση, ένας μικρός αλλά ισχυρός πυρήνας της ηγετικής του ομάδας, με έντονα μακιαβελικά χαρακτηριστικά, φαίνεται ότι δεν δίσταζε να εντάσσει την Χρυσή Αυγή σε μικροπολιτικές σκοπιμότητες, προκαλώντας τις εγνωσμένες δημοκρατικές ευαισθησίες της συντριπτικής πλειονότητας των μελών και οπαδών του.

Το χειρότερο όμως ήταν ότι ο κυβερνητικός ΣΥΡΙΖΑ εκχώρησε, ελαφρά τη καρδία, τον χώρο της δικαιοσύνης σε ορισμένους λίαν αμφιλεγόμενους πολιτικούς συμμάχους, που προέρχονταν από την ΝΔ. Το αποτέλεσμα ήταν όχι μόνον να υπάρξουν ατυχέστατες –δήθεν «αντιμνημονιακές»– επιλογές σε ανώτατες θέσεις της Δικαιοσύνης (και όχι μόνον…), που οδήγησαν στον ασφυκτικό έλεγχό της, αλλά και να αναληφθούν πρωτοβουλίες βαθύτατα καιροσκοπικές, εντονότατα προβληματικές και συχνά εκτός των ορίων του κράτους δικαίου. Μεταξύ αυτών, δε, μια από τις χειρότερες ήταν να υπάρχουν ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας και αλληλοεξυπηρετήσεων με την Χρυσή Αυγή και τις παραφυάδες της, με μόνο κριτήριο να πληγούν οι πολιτικοί αντίπαλοι. Δεν είναι λοιπόν διόλου συμπτωματικό το ότι έτσι ενισχύθηκαν ακόμη περισσότερο –αντί να ξεδοντιασθούν– οι ήδη διαμορφωμένοι θύλακοι της Χρυσής Αυγής μέσα στον χώρο της πολιτικής δικαιοσύνης (με πλήρη αδιαφορία της ηγεσίας της, ακόμη και για αποφάσεις που ενίοτε «παπαγάλιζαν» αυτούσια την ιδεολογία της Χρυσής Αυγής). Και όπως και να το κάνουμε, ξενίζει η υποστήριξη της Χρυσής Αυγής σε πρώην Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, προκειμένου να διορισθεί επικεφαλής Ανεξάρτητης Αρχής…

Δεύτερον, πρέπει να επισημανθεί ότι ένα όχι αμελητέο μέρος του γραπτού και –ιδίως– ηλεκτρονικού Τύπου, πρωτοστατούντων των πλέον εμβληματικών εκπροσώπων του εγχώριου λαϊκισμού, «ξέπλενε» επιτηδευμένα και συστηματικά την Χρυσή Αυγή. Υπήρξαν δε και μέσα ενημέρωσης (ιδίως έντυπες και ηλεκτρονικές εφημερίδες) που ομνύουν, υποτίθεται, στο όνομα της «Δημοκρατίας» αλλά στην πράξη έπαιξαν ακόμη χειρότερο ρόλο και από τα επίσημα ή τα μίσθαρνα όργανα της Χρυσής Αυγής, καθώς αποτέλεσαν, όλα αυτά τα χρόνια, τον «δούρειο ίππο» της στον χώρο της ευρύτερης δεξιάς, αναλαμβάνοντας αυτόκλητα, με άθλιες προσωπικές επιθέσεις, την υπεράσπισή της απέναντι σε όποιον τολμούσε να επισείσει τον κίνδυνο που συνιστούσε για την Δημοκρατία ο νεοναζισμός. Και είναι πράγματι θλιβερό και εξόχως υποκριτικό –ως προς την διατυμπανιζόμενη δημοκρατική ευαισθησία τους– το ότι ορισμένα στελέχη των δύο μεγάλων κομμάτων διατηρούν ανέκαθεν προνομιακές σχέσεις ή έστω συνεργάζονται με τέτοια μέσα, προς ίδιον βέβαια όφελος…

Β. Πέρα όμως από τον αγώνα ενάντια στη λήθη, ακόμη σημαντικότερος είναι ο αγώνας για την περαιτέρω ενίσχυση της Δημοκρατίας απέναντι στον νεοναζισμό. Προς την κατεύθυνση αυτή, επείγει:

Πρώτον, η εκρίζωση των θυλάκων της Χρυσής Αυγής από τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ένα «κυνήγι μαγισσών», με ιδεολογικά κριτήρια, αλλά γενναίες νομοθετικές και διοικητικές παρεμβάσεις που θα επιβάλουν –με εγγυητικούς θεσμούς αλλά και με πειθαρχικές ποινές, όπου επιβάλλεται– την επιβολή και τον σεβασμό των αρχών της σύγχρονης δημοκρατίας και του κράτους δικαίου σε όσους δεν εννοούν να καταλάβουν ότι δεν μπορούν να συμπεριφέρονται με συνεχή και προκλητική αμφισβήτησή τους. Παράλληλα, φαίνεται ότι η ηγεσία του Υπουργείου Eθνικής Άμυνας πρέπει να δείξει ιδιαίτερη επαγρύπνηση ως προς τα «Τάγματα Εθνοφυλακής», διότι όλες οι πληροφορίες συγκλίνουν στο ότι πολλά από αυτά, παρότι έχουν στις τάξεις τους πολλούς πραγματικούς πατριώτες, κινδυνεύουν να παρεκτραπούν, διότι οι –εναπομείναντες- εθνοκάπηλοι χρυσαυγίτες τα χρησιμοποιούν προσχηματικά, θεωρώντας τα τελευταίο καταφύγιο για να διατηρήσουν την αγωνιστική τους ετοιμότητα…

Δεύτερον, η καθιέρωση δραστικών εγγυήσεων, που θα θωρακίσουν την πολιτική μας ζωή απέναντι σε όσους αποβλέπουν έμπρακτα –με βάση δικαστικές αποφάσεις– να ανατρέψουν τα θεμέλια της Δημοκρατίας. Αυτό, με δεδομένο ότι το Σύνταγμά μας δεν προβλέπει, όπως άλλα, την δυνατότητα να τεθεί ένα κόμμα εκτός νόμου, μπορεί να επιτευχθεί, πλέον, μόνο μέσω του εκλογικού δικαίου, με δύο συνδυασμένες νομοθετικές παρεμβάσεις, που αφορούν:

α. Τον καθορισμό, ως προς τους υποψήφιους βουλευτές, συγκεκριμένων εγκλημάτων, τα οποία να συνεπάγονται -με αμετάκλητη σε κάθε περίπτωση καταδίκη– την διαρκή ή πρόσκαιρη στέρηση του δικαιώματος του εκλέγειν (άρθρο 51 παρ. 3 του Συντάγματος) κατ’επέκτασιν δε και του εκλέγεσθαι (άρθρο 55 του Συντάγματος). Ο κατάλογος βέβαια των εγκλημάτων πρέπει να καταρτισθεί με ιδιαίτερη προσοχή και με ιδιαίτερη έμφαση σε εκείνα που στρέφονται κατά της δημοκρατίας και των θεμελιακών αξιών της.

Επειδή δε έγινε μεγάλη συζήτηση, αυτές τις μέρες, για την κατάργηση της στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων, ως παρεπόμενης ποινής, στον Ποινικό Κώδικα, η θέση μου είναι ότι αυτή θα μπορούσε όντως να θεωρηθεί βεβιασμένη, χωρίς να αποκλείω, λόγω βεβαρημένου μακιαβελικού παρελθόντος, να υπήρξαν πράγματι, όπως καταγγέλθηκε, πολιτικές ή άλλες σκοπιμότητες όσων την ψήφισαν. Πλην όμως είναι άδικο να καταλογίζουμε ευθύνες σε αυτούς που την πρότειναν (ήδη από το 2012), πρώτον διότι στην αιτιολογική έκθεση αναφέρονται σαφώς στην δυνατότητα υποκατάστασής της από διάταξη του εκλογικού νόμου, που είναι μάλλον και το θεωρητικά και πολιτικά ορθότερο, και δεύτερον διότι τόσο στην μια όσο και στην άλλη περίπτωση ισχύει ούτως ή άλλως η ίδια προϋπόθεση, δηλαδή το αμετάκλητο της ποινής, και άρα το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο.

Σε κάθε δε περίπτωση, θα ήταν λάθος να επανέλθουν οι καταργηθείσες διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, αντί να προβλεφθεί η στέρηση, με νέες διατάξεις, στο εκλογικό δίκαιο. Και τούτο διότι αυτό θα σήμαινε ότι μια τέτοια επαναφορά δεν θα ίσχυε για τους ήδη καταδικασθέντες, λόγω απαγόρευσης της αναδρομικής ισχύος ποινικών διατάξεων.

β. Μια συγκεκριμένη πρόβλεψη, στο εκλογικό δίκαιο, η οποία θα εξειδικεύει αναλυτικά την έννοια της συνταγματικής πρόβλεψης του άρθρου 29, που ορίζει, ως προς τα κόμματα, ότι «η οργάνωση και η δράση τους οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος». Στη συνέχεια δε θα προβλέπει, ιδίως, ότι δεν θα είναι δυνατόν να ανακηρυχθούν από το αρμόδιο Α΄ Τμήμα του Αρείου Πάγου –και άρα να συμμετάσχουν στις εκλογές– ούτε κόμματα όπως η Χρυσή Αυγή, που έχουν κριθεί οριστικώς (ή, έστω, τελεσιδίκως), ως προκάλυμμα εγκληματικής οργάνωσης, ούτε υποκατάστατά τους, αν στην ηγεσία τους ή στον κατάλογο των υποψηφίων βουλευτών τους περιλαμβάνονται καταδικασθέντες οριστικώς (ή τελεσιδίκως) για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση.

Την πρόταση αυτήν την είχα διατυπώσει ήδη από το 2013, με αποτέλεσμα να υποστώ άθλιες επιθέσεις όχι μόνον από την Χρυσή Αυγή αλλά και από τα γνωστά, κατ’ευφημισμόν «δημοκρατικά», φερέφωνά της. Είναι δε προφανές ότι οι επιθέσεις αυτές –που συνιστούσαν απόπειρα «δολοφονίας χαρακτήρα»– έγιναν διότι οι εγχώριοι νεοναζιστές και οι συνοδοιπόροι τους συνειδητοποίησαν ότι με μια τέτοια λύση, που είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, θα μπορούσαν να φραγούν ερμητικά οι όποιες θεσμικές κερκόπορτες, τόσο για τους ίδιους όσο και για κόμματα βιτρίνα, πίσω από τα οποία θα επεδίωκαν να κρύψουν τις αντιδημοκρατικές πρακτικές τους.

Συνοψίζοντας, ο πόλεμος κατά του νεοναζισμού δεν τελείωσε, παρά την ιστορική απόφαση για την καταδίκη της Χρυσής Αυγής ως εγκληματικής οργάνωσης. Απαιτείται διαρκής εγρήγορση αλλά επαγρύπνηση από όλες τις πολιτικές δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου, ανεξαρτήτως επί μέρους διαφορών. Για να γίνει όμως αυτό, υπάρχει μια απαρέγκλιτη προϋπόθεση: να συνειδητοποιήσουν ότι πρόκειται για ένα ζήτημα μείζονος εθνικής σπουδαιότητας και άρα ότι πρέπει επί τέλους να υπερβούν κομματικές υστεροβουλίες και μικροπολιτικές σκοπιμότητες και να ζητήσουν την ευρύτερη δυνατή πολιτική συνεννόηση. Με την αναγκαία κριτική και αυτοκριτική, βέβαια, με άρνηση της λήθης και του «ξεπλύματος» των εχθρών της Δημοκρατίας στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ αλλά, ταυτόχρονα, και με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον. Μόνον έτσι μπορούν να χαράξουν μια κοινή στρατηγική, με επίκεντρο την προάσπιση της Δημοκρατίας, ώστε να σπάσει οριστικά το αυγό του φιδιού και να αποτραπεί αποτελεσματικά κάθε μελλοντική προσπάθεια για την βίαιη υπονόμευσή της.

Σχόλια: 0

Πρόσθεσε σχόλιο

Παρακαλώ συμπλήρωσε όλα τα πεδία που σημειώνονται με αστερίσκο. Η ηλεκτρονική σου διεύθυνση (Email) δεν εμφανίζεται στην ιστοσελίδα. Απόφυγε την χρήση κεφαλαίων γραμμάτων - εκτός βέβαια από το πρώτο γράμμα ονόματος ή πρότασης.

* * * *

Γράψε μόνο καθαρό κείμενο (ελληνικό ή λατινικό αλφάβητο και αριθμούς, όχι σύμβολα ή κωδικούς του HTML). Αν εισάγεις σύμβολα, η αποστολή ακυρώνεται. Άφησε μια κενή σειρά μεταξύ των παραγράφων.

Για λόγους ασφαλείας, αντίγραψε τους αριθμούς της εικόνας στο αντίστοιχο πεδίο. Αν οι αριθμοί είναι δυσανάγνωστοι ή αν πέρασαν 20 λεπτά από τότε που άνοιξες την σελίδα, «κάνε κλικ εδώ για να τους αλλάξεις».

Το σχόλιό σου θα εμφανιστεί αφού πρώτα ελεγχθεί από την διαχείριση της ιστοσελίδας.

Θέμα επικαιρότητας:
Χρυσή Αυγή

Σύνολο: 76 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι