Το 2004 και το 2021

Παύλος Τσίμας, Τα Νέα, 10/04/2021

Η αλήθεια είναι ότι - αν εξαιρέσει κανείς την αφήγηση των λεπτομερειών μιας συνάντησης, που η πλευρά Καραμανλή αμφισβητεί την ακρίβειά της - το κείμενο του Κώστα Σημίτη στα «ΝΕΑ» του περασμένου Σαββάτου (προδημοσίευση από υπό έκδοση βιβλίο) δεν έλεγε τίποτε που δεν έχει ήδη, και κατʼ επανάληψη, ειπωθεί δημόσια. Δεν είναι νέο ότι ο Σημίτης (κι όχι μόνον αυτός) θεωρεί την ευρωπαϊκή σύνοδο του Ελσίνκι, τον Δεκέμβριο του 1999, μεγάλη επιτυχία της ελληνικής διπλωματίας. Ούτε είναι νέο ότι θεωρεί (κι όχι μόνον αυτός) την επιλογή του διαδόχου του να εγκαταλείψει το Ελσίνκι, βαρύ λάθος - «συμπεριφορά ανεξήγητη», έγραφε σε ένα άλλο βιβλίο του, το 2005. Αν υπάρχει κάτι νέο, λοιπόν, στη συζήτηση που άνοιξε, είναι ότι ο Κώστας Καραμανλής, με αυτήν την αφορμή, μίλησε δημόσια.

Περίληψη προηγουμένων για όσους τα έχουν λησμονήσει. Στη σύνοδο κορυφής του Ελσίνκι, το 1999, τρία χρόνια μετά τα Ιμια, η Ελλάδα έθεσε και πέτυχε δύο στόχους. Ο ένας ήταν η απόφαση των Ευρωπαίων να προχωρήσει η ένταξη της Κύπρου στην Ευρώπη, ανεξάρτητα αν στο μεταξύ έχει λυθεί ή όχι το κυπριακό πρόβλημα. Ο δεύτερος ήταν να «ανταλλάξει» την εγκατάλειψη του πάγιου, αλλά άγονου βέτο που η Ελλάδα ως τότε ασκούσε σε κάθε βήμα προόδου στις σχέσεις Ευρώπης - Τουρκίας, με μία ευρωπαϊκή απόφαση που υποχρέωνε την Τουρκία να έχει λύσει «εκκρεμείς συνοριακές διαφορές και άλλα συναφή θέματα» με την Ελλάδα (με πρόνοια παραπομπής τους στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης) ως τα τέλη του 2004. Ηταν η προϋπόθεση για να ξεκινήσουν οι ενταξιακές της διαπραγματεύσεις. Οι διερευνητικές μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, που ξεκίνησαν το 2002, είχαν φθάσει το 2004 κοντά σε αποτελέσματα. Σύμφωνα με έναν καλό γνώστη των συνομιλιών, τον καθηγητή Χρήστο Ροζάκη, «είχαμε φτάσει σε σημείο να προετοιμάζεται το Κοινό Ανακοινωθέν που θα σήμαινε την επιτυχή έκβαση των διερευνητικών και το πέρασμα στις επίσημες διαπραγματεύσεις για την επίλυση της μόνης διαφοράς για την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου». Μεσολάβησαν οι εκλογές και η νέα κυβέρνηση Καραμανλή αποφάσισε, όπως λέει ο ίδιος, «την απεμπλοκή από το τετελεσμένο του Ελσίνκι». Οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας ξεκίνησαν, τον Δεκέμβριο του 2004, χωρίς να έχει τηρηθεί η υποχρέωσή της να λύσει τις διαφορές με την Ελλάδα.

Αυτή είναι η ιστορία. Η άποψη Καραμανλή για την ιστορία είναι πως «η δήθεν επιτυχημένη στρατηγική του Ελσίνκι οδηγούσε την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας, την ελληνική κυριαρχία νησιών και βραχονησίδων, στη δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης». Και ότι αν εκείνος δεν την εγκατέλειπε, «εδάφη της (Ελλάδας), κυριαρχία της και ό,τι άλλο θεωρούσε η Τουρκία συναφές θα ετίθεντο υπό δικαστική αίρεση».

Θα μπορούσε, εις απάντησιν, να επικαλεστεί κανείς την αδιαμφισβήτητη σοφία ενός Καραμανλή - του Κωνσταντίνου. Εκείνος, έλεγε ότι «υπάρχουν τρεις τρόποι για την επίλυση διεθνών δiαφορών: ο διάλογος, η διαιτησία και ο πόλεμος». Είχε προσπαθήσει, πρώτα με τον Ντεμιρέλ, κι έπειτα, το 1978, με τον Ετσεβίτ, να δεσμεύσει την Τουρκία σε μια «λογική και έντιμη διαδικασία για την επίλυση των διαφορών», που θα περιλάμβανε διαπραγματεύσεις, αποφυγή προκλήσεων και, εντέλει, «παραπομπή στο Δικαστήριο της Χάγης των σημείων εκείνων που θα άφηνε άλυτα ο διάλογος». Είχε μάλιστα επιχειρήσει να πείσει τους συνομιλητές του με το επιχείρημα πως με τη λύση της Χάγης αποφεύγεται, και για τις δύο πλευρές, «η εσωτερική κατακραυγή που αναπόφευκτα θα προκύψει από οποιαδήποτε συμφωνία, όσο αμοιβαία συμφέρουσα κι αν είναι αυτή».

Επιστρέφοντας από τη συνάντηση με τον Ετσεβίτ στο Μοντρέ, ο Καραμανλής δέχθηκε μια σφοδρή κριτική, από τον Ανδρέα Παπανδρέου κυρίως, ανάλογη της κριτικής που δέχθηκε (και δέχεται ακόμη) ο Σημίτης για το Ελσίνκι. Είχε απαντήσει - σε μια εξαιρετικά επίκαιρη ακόμη συζήτηση στη Βουλή - με ένα απλό επιχείρημα: «αν κάποιος χωρίς δικαίωμα προσβάλει διαθήκη κατά των πραγματικών κληρονόμων, και εκείνοι δεν προσέλθουν στο δικαστήριο κινδυνεύουν να εκδοθεί απόφαση εις βάρος τους». Το ότι θεωρούμε πως η Τουρκία έχει άδικο - δηλαδή - δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να είμαστε σε διάλογο μαζί της, ούτε ότι δεν έχουμε συμφέρον να φέρουμε τη διαφορά στη διεθνή δικαιοσύνη. Είχε επικαλεστεί μάλιστα μία ρήση του Ευριπίδη: «αν το σωστό και το δίκιο ήταν ίδιο για όλους δεν θα υπήρχαν στον κόσμο διενέξεις».

Η επιστροφή στα πεπραγμένα του 1999 δεν είναι χωρίς νόημα. Οχι ως βεντέτα δύο πρώην πρωθυπουργών. Μα ως δημόσια συζήτηση, όπως θα μπορούσε να είναι, απαλλαγμένη από τα πάθη και τις κομματικές σκοπιμότητες της εποχής, που θα επέτρεπε μια ψύχραιμη επανεκτίμηση μιας ιστορίας που συνεχίζεται. Κι ας έχει αλλάξει η εποχή, κι ας έχει παρέλθει (άκαρπη δυστυχώς) η σπάνια στιγμή του 2002-2004, όταν η Ευρώπη ενδιαφερόταν και η Τουρκία καιγόταν για την ενταξιακή της προοπτική. Δεν είμαστε πια εκεί. Αλλά, έστω και αν αυτή τη στιγμή, σε αυτή τη συγκυρία μοιάζει απίθανο, ας φανταστούμε, έστω και ως πνευματική άσκηση, ότι δημιουργούνται ξαφνικά προϋποθέσεις που επιτρέπουν να επιδιώξουμε τη λύση μιας διαφοράς που από το 1975 εκκρεμεί, και εν εκκρεμότητι, διευρύνεται διαρκώς. Και επικίνδυνα.

Τι θα πρέπει να κάνουμε τότε; Εκμεταλλευόμαστε την ευκαιρία και προχωράμε; Ή επικαλούμαστε τα «αδιαπραγμάτευτα» και παραπέμπουμε σ΄ ένα αβέβαιο μέλλον (αποφεύγοντας, στο παρόν, το πολιτικό κόστος); Και τι είναι καλύτερο; Να έχει κανείς τα κυριαρχικά του δικαιώματα ακέραια, στη θεωρία, αλλά να μην τα ασκεί στην πράξη, όπως συμβαίνει στο Αιγαίο 48 χρόνια τώρα, για να αποφύγει μια λύση που δεν θα ικανοποιήσει το 100% όσων θεωρεί δίκαια; Ή να επιδιώξει την καλύτερη δυνατή, μα όχι τέλεια, λύση;

Τα ερωτήματα είναι παλιά, μα παραμένουν παρόντα. Και οι δύο σχολές σκέψεις που ανταγωνίζονται μισό αιώνα τώρα είναι παρούσες και αυτές. Αυτό άλλωστε είναι το νόημα (και η είδηση) στην πιο ενδιαφέρουσα φράση της δήλωσης Καραμανλή (Κώστα): «Δεν διαπραγματευόμαστε εθνική κυριαρχία και δεν τη θέτουμε στην κρίση κανενός (άρα ούτε του Δικαστηρίου της Χάγης!). Διαφορετικές αντιλήψεις θα με βρίσκουν πάντα αντίθετο». Η φράση προφανώς δεν αφορά στο παρελθόν.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι