Η δυτική προέλευση του αντιδυτικισμού

Ο ακαδημαϊκός Πασχάλης Κιτρομηλίδης ψηλαφίζει τις εγχώριες καταβολές και την εξέλιξη του φαινομένου

Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, Η Καθημερινή της Κυριακής, 05/06/2022

Εδώ και λίγους μήνες (για την ακρίβεια, από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και έπειτα και κυρίως από τη στιγμή που ορισμένες ευθύνες για τον πόλεμο επιρρίφθηκαν και στη Δύση), είναι τόσο περισσότερες σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν οι περιπτώσεις που στη δημόσια συζήτηση γίνεται λόγος για ό,τι συνοπτικά ονομάζεται «αντιδυτικισμός», ώστε κρίνεται απαραίτητος και ένας όσο γίνεται ακριβής ορισμός του φαινομένου και ειδικά της εγχώριας εκδοχής του. Με έναν τέτοιο ορισμό ξεκινάει τη συζήτησή μας ο ακαδημαϊκός Πασχάλης Κιτρομηλίδης, ο οποίος έχει ασχοληθεί με το ζήτημα στις μελέτες του.

«Μέσα στις συνάφειες της ελληνικής πραγματικότητας και πνευματικής ζωής», λέει ο κ. Κιτρομηλίδης, «με τον όρο “αντιδυτικισμός” εννοούμε τις διάφορες στάσεις, επιχειρηματολογίες και προδιαθέσεις που καταδικάζουν τη σχέση του νεότερου ελληνισμού με τον δυτικό πολιτισμό και με τις δυτικές πραγματικότητες της ζωής και της πολιτικής. Αυτή η ιδέα εμπεριέχει κυρίως μια γενικότερη ηθική καταδίκη της Δύσης, του νεότερου πολιτισμού της και του τρόπου ζωής της, ως φαινομένων αλλότριων, ριζικά διαφορετικών προς τον χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας και πνευματικής ζωής και επομένως ηθικά καταδικαστέων. Κατά τη γνώμη μου, αυτή η στάση είναι, πρώτον, παντελώς απληροφόρητη, καθώς αγνοεί την ιστορική πραγματικότητα και τις ιστορικές διαδικασίες διαμόρφωσης του ελληνισμού μέσα στον χρόνο, αλλά και δεύτερον, παράλογη, γιατί δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ούτε στις ουσιώδεις ανάγκες και ελπίδες της ελληνικής κοινωνίας».

Βαθιές ρίζες

Ψηλαφίζοντας τις βαθιές ρίζες του αντιδυτικισμού στην ελληνική ιστορία, ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης αναφέρεται στο σχίσμα των Εκκλησιών και στην αντίθεση μεταξύ ανατολικής και δυτικής χριστιανοσύνης στο τέλος του Μεσαίωνα, μνημονεύει τις αντιδράσεις που προκάλεσε η προσπάθεια ορισμένων αυτοκρατόρων της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας να εξασφαλίσουν από τη Δύση ερείσματα για την άμυνα κατά των Τούρκων με αντάλλαγμα την ένωση των Εκκλησιών, ενώ δεν ξεχνάει και το «μεγάλο τραύμα» του 1204: την άλωση και τη λεηλασία της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους και την επιβολή των δυτικών κυριαρχιών στον ελληνικό χώρο. Οι τελευταίες, ωστόσο, προκαλούν ακόμη και σήμερα αρνητικές προδιαθέσεις, που από ένα σημείο και έπειτα δεν ανταποκρίνονται στα ιστορικά δεδομένα. «Σε πολλές περιπτώσεις», εξηγεί ο κ. Κιτρομηλίδης, «όπως στη Βενετοκρατία στην Κρήτη ή στο μεσαιωνικό βασίλειο της Κύπρου, δημιουργήθηκαν στον πληθυσμό και στον πολιτισμό ωσμώσεις ανατολικών και δυτικών στοιχείων, που ξεπέρασαν τις αρχικές αντιθέσεις. Στην Κύπρο, στην Κρήτη, αλλά και στα Επτάνησα, οι σχέσεις με τη Δύση και τον πολιτισμό της δημιούργησαν εξαίρετα αποτελέσματα στη λογοτεχνία, στην τέχνη. Η μεταγενέστερη αντιδυτική επιχειρηματολογία τα ξεχνάει όλα αυτά και θυμάται μόνο τη θρησκευτική καταπίεση σε ορισμένες περιόδους».

Ο Διαφωτισμός από τη μεριά του προκάλεσε την αντίθεση των παραδοσιακών λογίων, αλλά και αντιδράσεις θρησκευτικής προέλευσης, ιδίως μετά την έκρηξη της Γαλλικής Επανάστασης, η οποία με τη βασιλοκτονία του 1793 προκάλεσε και στη Γαλλία και στη Δύση γενικότερα μεγάλη ψυχική αναταραχή, όπως γράφει και ο Αλμπέρ Καμύ. Στη συνέχεια, κατά τη διεκδίκηση της ελευθερίας τους το 1821, οι Ελληνες προσανατολίστηκαν χωρίς ενδοιασμούς στη δημιουργία δυτικού τύπου φιλελεύθερου κράτους, σε μια εποχή μάλιστα που στην Ευρώπη, μετά την επιβολή της Παλινόρθωσης, ήταν διάχυτο το κλίμα της καταστολής. Ηδη επίσης από τον 18ο αιώνα, αλλά και παλιότερα, οι Ελληνες οραματίζονταν την εθνική τους απελευθέρωση ως ανασύνδεση με την Ευρώπη, που θα ήταν παράλληλα και ανάκτηση της δικής τους αρχαίας κληρονομιάς, στην οποία βρίσκονταν οι καταβολές του ίδιου του δυτικού πολιτισμού.

Στον 20ό αιώνα

Τι γίνεται όμως στον 20ό αιώνα; «Οι αντιδυτικές αντιδράσεις πήραν άλλες μορφές», λέει ο κ. Κιτρομηλίδης και αναφέρεται σε φαινόμενα και πρόσωπα ιδιαίτερα σημαντικά για την πνευματική ζωή της χώρας: στον Ιωνα Δραγούμη και στην κριτική του κατά του εκδυτικισμού της ελληνικής κοινωνίας, στον Φώτη Κόντογλου και στην αναβίωση των αισθητικών αξιών του ορθόδοξου ελληνισμού και στο πνευματικό ρεύμα της «νεοορθοδοξίας».

«Και στα τρία αυτά παραδείγματα, η κριτική κατά των δυτικών προτύπων εκπορεύεται από δυτικές πηγές», λέει ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης και εξηγεί: «Κατ’ αρχήν έχουμε όσα μη ρεαλιστικά αλλά ενδιαφέροντα γράφει ο Ιων Δραγούμης για τον ανατολικό χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας, με υπόρρητη την επιδίωξη να συνυπάρξουν οι Ελληνες με τους κυριάρχους τους εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ώστε να μπορέσουν, σε αυτό το ανατολικό περιβάλλον, να επικρατήσουν επί των κυριάρχων τους. Οι κυρίαρχοι, βέβαια, εκείνη την εποχή ασχολούνται με το ζήτημα του εκδυτικισμού της δικής τους αυτοκρατορίας. Αντί λοιπόν για το κοινό “ανατολικό” υπόστρωμα, η συνύπαρξη Ελλήνων και Τούρκων θα μπορούσε να βρεθεί στο επίπεδο των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που προτείνει ένα δυτικού τύπου κράτος δικαίου. Σε κάθε περίπτωση, ο Ιων Δραγούμης αντλεί τις ιδέες του από δυτικά πρότυπα και ιδίως από τον Γάλλο συγγραφέα Μορίς Μπαρές.

»Η περίπτωση του Φώτη Κόντογλου είναι ενδιαφέρουσα», συνεχίζει ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «διότι εκείνος είχε μια σημαντικότατη παρουσία στον χώρο των τεχνών, συμβάλλοντας στην αναβίωση της βυζαντινής ζωγραφικής στην Ελλάδα του 20ού αιώνα. Ο Κόντογλου όμως, που προσπαθεί να αποκολλήσει την ελληνική πνευματική εμπειρία και τέχνη από τα δυτικά πρότυπα τα οποία θεωρεί ότι τη νοθεύουν, αντλεί τις ιδέες του από τις επαφές του με τη δυτική σκέψη. Το βλέπουμε χαρακτηριστικά στο έργο που αφιέρωσε στον Μπλεζ Πασκάλ, τον “διά Χριστόν σαλό”, όπως τον αποκαλεί. Ο Πασκάλ είναι μια περίπτωση κριτικής της δυτικής εμπειρίας και φιλοσοφικής παράδοσης εκ των ένδον, ωστόσο είναι φαινόμενο της δυτικής σκέψης, που μας υπενθυμίζει τις δυνατότητες που την προσδιορίζουν: τις δυνατότητες της αυτοκριτικής και επανεκτίμησης των παραδοχών της.

»Η νεοορθοδοξία υπήρξε μια αντίδραση στην εγχώρια ακαδημαϊκή θεολογία, λόγω της εκπαίδευσης των καθηγητών της ελληνικής θεολογικής σχολής στη Γερμανία, από όπου μετέφεραν πολλές προτεσταντικής εμπνεύσεως απόψεις. Η νεοορθοδοξία, όμως, προέκυψε από την επαφή Ελλήνων θεολόγων, που σπούδασαν εκτός Ελλάδος, με Ρώσους της διασποράς, που ήταν φυγάδες από τον ολοκληρωτισμό της Σοβιετικής Ενωσης. Οι Ρώσοι της διασποράς ανανεώνουν την ορθόδοξη θεολογία στον 20ό αιώνα, συνομιλώντας με τη δυτική θρησκευτική σκέψη. Αυτό κάνει ο Γεώργιος Φλορόφσκι, ο μεγαλύτερος Ρώσος θεολόγος της διασποράς, και αυτό μεταφέρει στην Ελλάδα η νεοορθοδοξία. Η οποία, εντέλει, αντί να συνομιλήσει κριτικά με τον διεθνή θρησκευτικό προβληματισμό, φαίνεται συχνά να επιχειρηματολογεί υπέρ μιας κλειστής αντίληψης των πραγμάτων».

Επειτα από όλα τα παραπάνω, ωστόσο, αναρωτιέται κανείς αν μια τέτοια ανάγνωση του αντιδυτικισμού δεν βλέπει τελικά τη Δύση σαν πανταχού παρούσα, σαν ένα πρότυπο από το οποίο απλώς δεν μπορεί να διαφύγει κανείς. Αραγε επίσης δεν έχουν καμία ευθύνη οι ισχυροί φορείς του δυτικού πολιτισμού για τον τρόπο που αυτός εξαπλώθηκε με θεμιτούς ή αθέμιτους τρόπους, υποβαθμίζοντας ενίοτε την Ανατολή ή αναγκάζοντάς τη να εκδυτικιστεί για να επιβιώσει;

Κριτική και αυτοκριτική

«Αυτό που ονομάζουμε δυτικό πολιτισμό και δυτική πνευματική παράδοση», αποκρίνεται ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «δεν είναι κάτι μονοδιάστατο. Είναι ένα ευρύτατο και πολυσύνθετο φάσμα αναζητήσεων, συχνά αντιφατικών μεταξύ τους, που εμπεριέχει εντός του το στοιχείο της κριτικής. Είναι ένα χαρακτηριστικό που δείχνει τη στενή συνάφεια του νεότερου δυτικού πνευματικού βίου με τον αρχαίο ελληνικό. Η αρχαία ελληνική φιλοσοφική και πνευματική εμπειρία περιείχε εντός της το στοιχείο της κριτικής και αυτοκριτικής. Το βλέπουμε στους σοφιστές και αργότερα στη φιλοσοφική παράδοση των Αθηνών. Τι ήταν ο Σωκράτης; Η φωνή της κριτικής μέσα στη φιλοσοφία της Αθήνας, κάτι που συνεχίστηκε με τον Πλάτωνα. Η δυτική φιλοσοφία συνεχώς παίρνει αποστάσεις και κρίνει τον εαυτό της. Θα ήθελα να το τονίσω, το σημαντικό στοιχείο στη δυτική παράδοση είναι η δυνατότητα της κριτικής. Δεν συμφωνούμε όλοι, αλλά το ότι μπορούμε να μη συμφωνούμε, είναι το μεγάλο πλεονέκτημα της Δύσης απέναντι στις εναλλακτικές επιλογές. Δεν θα ήθελα να είχα την τύχη ενός αντιφρονούντος στη Ρωσία, στη Βόρειο Κορέα ή στην Κίνα. Θέλω να μπορώ να λέω τη γνώμη μου, που ενδεχομένως να είναι εσφαλμένη, χωρίς τον κίνδυνο να υποστώ συνέπειες από την εξουσία. Και οι διαπιστώσεις αυτές δεν συνεπάγονται οποιαδήποτε εξιδανίκευση ή απλούστευση των εμπειριών στις δυτικές κοινωνίες, που χαρακτηρίζονται από ακραίες ανισότητες, τις οποίες όμως έχουμε την ελευθερία να υποβάλλουμε σε κριτική».

Σε αυτά θα αντέτεινε κάποιος ότι η δυνατότητα κριτικής δεν ωφελεί και πολύ όταν στο τέλος απλώς κερδίζει ο ισχυρός. Βέβαια, στη σημερινή διεθνή συγκυρία, στον πόλεμο στην Ουκρανία, ο ισχυρός μοιάζει να είναι ένας. Σε ποιες πτυχές της σχετικής δημόσιας συζήτησης εντοπίζονται εκδηλώσεις του αντιδυτικισμού; «Εντοπίζονται στο γεγονός ότι βλέπουμε», καταλήγει ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «όχι μόνο στον χώρο της πολιτικής, αλλά θα έλεγα και της Εκκλησίας, να μην καταδικάζεται απερίφραστα η ρωσική εισβολή, ως μια ακραία καταπάτηση του διεθνούς δικαίου και των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Αποφασίζει ο κυβερνήτης της Ρωσίας αν η Ουκρανία αποτελεί έθνος και αν δικαιούται να υπάρχει; Και όμως τέτοια στοιχεία, που συνιστούν επάνοδο σε μια κατάσταση παγκόσμιας αγριότητας, βρίσκουν έρεισμα στην Ελλάδα. Υπάρχουν δημοσκοπήσεις που δείχνουν ότι ένα αξιοπρόσεκτο ποσοστό του πληθυσμού θεωρεί πως η ρωσική εισβολή δεν είναι κάτι για το οποίο πρέπει να προβληματιστούμε. Εχει επίσης λεχθεί ότι ευθύνεται η Ουκρανία ή η Δύση για την εισβολή της Ρωσίας. Αυτά είναι προφάσεις εν αμαρτίαις. Ο,τι και να έκανε η Ουκρανία στη διαχείριση της δικής της τύχης, δεν μπορεί να αποτελεί πρόσχημα για τη Ρωσία ή οποιονδήποτε άλλον να εισβάλει. Και έχει πολλές ευθύνες η Δύση, αλλά δεν είναι αυτός λόγος να μην καταδικάσει κανείς τη ρωσική εισβολή».

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι