Η αυτοπυρπόληση στην Πράγα, στη Γένοβα, στη Ριαζάν

Παντελής Μπουκάλας, Η Καθημερινή της Κυριακής, 02/10/2022

Τον Γιαν Πάλαχ θυμόμαστε όποτε διαβάζουμε ότι κάπου στον κόσμο ένας ακόμη άνθρωπος αυτοπυρπολήθηκε, για να στείλει με το λαμπαδιασμένο σώμα του ένα μήνυμα ασύγκριτης σαφήνειας. Και τον Κώστα Γεωργάκη. Φοιτητές και οι δυο τους, γεννήθηκαν το ίδιο έτος, το 1948, κι έδωσαν τέλος στη ζωή τους με ένα χρόνο διαφορά. Υπέρ ελευθερίας.

Ο Πάλαχ αυτοπυρπολήθηκε τον Γενάρη του 1969, διαμαρτυρόμενος για τη σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία. Αυτήν δεν την είχαν ευφημίσει σαν «ειδική στρατιωτική επιχείρηση», όπως τώρα ο Βλαντιμίρ Πούτιν την εισβολή του στην Ουκρανία. Τον Αύγουστο του 1968, το «Δόγμα Μπρέζνιεφ» επινοούσε ευφημισμούς με βαρύτερο γδούπο: «προστασία του σοσιαλισμού», «υπεράσπιση του προλεταριακού διεθνισμού» και λοιπά ψευδή. Οι Τσέχοι, πάντως, δεν έβλεπαν τα τανκς να χορεύουν, αλλά να συντρίβουν την Ανοιξη της Πράγας και να τσακίζουν κάθε ελπίδα για «σοσιαλισμό με δημοκρατία και ελευθερίες», «σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο» κτλ. Για να λέμε όμως την πικρή αλήθεια, αν ο σοσιαλισμός χρειάζεται εξηγητικές λεκτικές προσθήκες, απλώς αυτοδιαβάλλεται και αυτοκαταργείται.

Η ολόσωμη λαμπάδα αντίστασης που ύψωσε ο Γιαν Πάλαχ στην Πράγα δεν ήταν γεγονός άπαξ. Ενα μήνα αργότερα αυτοπυρπολήθηκε στην ίδια πλατεία ο φοιτητής Ιαν Ζάγιατς. Και τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς αυτοθυσιάστηκε φλεγόμενος ο Εβζεν Πλότσεκ, στην πόλη Γιχλάβα. Σαν τρελούς θα τους χλεύασαν τότε οι τεθωρακισμένοι Σοβιετικοί και οι ανά τον κόσμο υποστηρικτές τους. Οχι πάντως οι Ελληνες πολιτικοί εξόριστοι στο Παρθένι της Λέρου, όταν «Χάος εγένετο». Οταν, δηλαδή, περί τους εβδομήντα αριστερούς κρατούμενους έσωσαν την τιμή της ελληνικής Αριστεράς, πιθανότατα και της διεθνούς, συνυπογράφοντας στις 21.8.1968, την επομένη της εισβολής, κείμενο δριμύτατης καταγγελίας της σοβιετικής βίας και του καταναγκαστικού «κρατικοποιημένου σοσιαλισμού».

Ο Κερκυραίος Κώστας Γεωργάκης σπούδαζε γεωλογία στη Γένοβα. Στις 19.9.1970 αυτοπυρπολήθηκε έξω από το δικαστικό μέγαρο της ιταλικής πόλης, για να διαμαρτυρηθεί κατά της χούντας. Και για να πληροφορήσει τους Ευρωπαίους, που είχαν ήδη αρχίσει να αδιαφορούν και να φροντίζουν κυνικά για τα συμφεροντάκια τους, ότι η δημοκρατία θανατώνεται στην ίδια την περίφημη κοιτίδα της. Μια κοιτίδα που συνήθως τη θυμόμαστε, στους πανηγυρικούς ή στις αυτάρεσκες ομιλίες μας σε διεθνή φόρα, δημαγωγικά συνταγμένες από ψυχικά απονεκρωμένους επικοινωνιολόγους, κυρίως όταν η δημοκρατία χειραγωγείται, συρρικνώνεται, ψευτίζει. Καλή ώρα. Κακή μάλλον.

Απαιτείται τρομακτική ψυχική δύναμη για να αποφασίσει κανείς να απανθρακώσει την ίδια του τη ζωή για ένα σκοπό. Τα διαβήματα αυτά δεν συγκαταλέγονται στα απονενοημένα, δεν τα υπαγορεύει εκείνη η απόγνωση που θολώνει τον νου. Και σίγουρα δεν γίνονται από περιφρόνηση στη ζωή, από άρνηση της αξίας της. Ισα ίσα, η θυσία της αποφασίζεται με καθαρό μυαλό ακριβώς επειδή είναι πολύτιμη και αναντικατάστατη, «μέγα καλό και πρώτο», κατά την απαράμιλλη σολωμική ευθυβολία.

Αυτοπυρπολήσεις σαν του Γιαν Πάλαχ και του Κώστα Γεωργάκη δεν γίνονται από θανατολαγνεία, όπως πιθανώς θα αποφαίνονταν οι εμμονικοί της αποδόμησης και της απομύθευσης, αλλά από λατρεία προς τη ζωή. Τη δαπανάς επειδή πιστεύεις ότι αξίζει· ότι δηλαδή ο οικειοθελής αφανισμός της θα μετρήσει, θα υπολογιστεί, θα ληφθεί υπόψη κάπου, σε κάποια γραφεία σκοτεινής παγερής εξουσίας. Και την τελειώνεις χωρίς να θέσεις στον παραμικρό κίνδυνο οποιονδήποτε τρίτο, ούτε καν εχθρό. Δεν συνιστούν τρομοκρατία. Δεν ζώνεσαι εκρηκτικά για να σκορπίσεις θάνατο. Φοράς κατάσαρκα το πάθος σου για την ελευθερία και αυταναφλέγεσαι. Δεν χρειάζεται καν ν’ αφήσεις εξηγητικό σημείωμα πίσω σου. Εξήγηση είναι η ίδια η αυτοθέλητη πυρά σου σε κάποιο μέρος συμβολικό ή και τυχαίο. Να, όπως η αυτοπυρπόληση του εικοσιεφτάχρονου Τυνήσιου Μοχάμεντ Μπουαζίζι, πλανόδιου μανάβη, στις 17.12.2010. Η πράξη του, διαμαρτυρία για την κατάσχεση της φτωχής πραμάτειας του από την αστυνομία, πυροδότησε τη λαϊκή εξέγερση στην πατρίδα του πρώτα κι έπειτα σε άλλες αραβικές χώρες. Ηταν η Αραβική Ανοιξη, που δυστυχώς τη νίκησε γρήγορα ο χειμώνας.

Σε διάφορες περιοχές του πλανήτη, πρωτίστως στην Ινδία και στην Κίνα, η αυτοπυρπόληση, όντως εθελούσια ή εξαναγκαστική, προβλέπεται ή επιβάλλεται από τη θρησκεία ή την κουλτούρα θανάτου (θανάσιμης εξουσίας καλύτερα) ορισμένων δογμάτων ή φυλών. Αρκετοί Θιβετιανοί, βουδιστές μοναχοί, έχουν αυτοπυρποληθεί καταγγέλλοντας τους Κινέζους κατακτητές, ενώ στην Ινδία η παράδοση με το όνομα «σάτι» επέβαλλε επί αιώνες την ψευδεπίγραφη αυτοπυρπόληση της έρμης χήρας.

Ζύγι στην αυτοθυσία και στον θάνατο δεν χωράει. Νιώθω, εντούτοις, πως η μονήρης αυτοπυρπόληση είναι εξαιρετικά δυσκολότερη από τα συλλογικά ολοκαυτώματα, τουλάχιστον με βάση τις ιστορικές πληροφορίες που διαθέτουμε γι’ αυτά. Υποκλινόμαστε, και θα υποκλινόμαστε εσαεί, στη μνήμη όσων θυσιάστηκαν στο Κούγκι το 1803, στην πυριτιδαποθήκη του Μεσολογγίου τον Απρίλη του 1826, τη μαύρη μέρα μετά τη λαμπρή νύχτα της Εξόδου, στο Αρκάδι το 1866. Τα τρία συμβάντα κορυφωμένου φρονήματος έχουν κοινά γνωρίσματα, τα οποία μάλιστα αναγνωρίζονται και σε άλλων λαών τις ομαδικές αυτοκτονίες: ο θάνατος από το χαντζάρι ή το ντουφέκι του πολεμίου είναι βέβαιος, οι περισσότεροι πολιορκημένοι, αν όχι όλοι, είναι γέροντες, τραυματισμένοι, ασθενείς ή πολεμικά αδύναμοι, την απόφαση δε και την εκτέλεσή της την υπογράφει πρώτα πρώτα με τον δικό του θάνατο ένα πρόσωπο ηγετικό, ικανό να αναστήσει την πίστη στην ψυχή των υπολοίπων. Ο καλόγερος Σαμουήλ στο Κούγκι, συντροφευμένος από πέντε ηλικιωμένους ή βαριά τραυματίες. Ο Χρήστος Καψάλης στο Μεσολόγγι, και γύρω του περίπου τετρακόσιοι εξουθενωμένοι από την πείνα, άρρωστοι, ανάπηροι, γυναίκες, παιδιά. Ο Κωστής Γιαμπουδάκης στη Μονή Αρκαδίου. Γυναικόπαιδα ήταν δίπλα του μα κοινή η κραυγή τους: «Φωθιά στο μπαρούτι». Κανένας, πουθενά, δεν προτίμησε να φύγει ή να παραδοθεί. Η ομάδα λειτουργεί πάντα πολλαπλασιαστικά. Το άτομο πρέπει μόνο του να πολλαπλασιάσει το σθένος του.

Οσα προηγήθηκαν τα προκάλεσε η είδηση για την αυτοπυρπόληση ενός Ρώσου στρατευσίμου στην πόλη Ριαζάν. Αντιγράφω: «Οταν άρχισε να φλέγεται, γελούσε και φώναζε ότι δεν θέλει να πολεμήσει στην Ουκρανία. Και στους γιατρούς, λίγο αργότερα, το ίδιο έλεγε: “Δεν θέλω να πάω στο μέτωπο”». Πού θα τον κατατάξουν οι στρατολόγοι του Πούτιν; Στους δειλούς ή στους σαλούς, καμιά αμφιβολία. Δειλός ή τρελός, αυτό που ήθελε να πει, το είπε με τον πιο καίριο, τίμιο και δαπανηρό τρόπο: Δεν θέλω να πολεμήσω σ’ έναν πόλεμο του Πούτιν και όχι της Ρωσίας. Και δεν θέλω να πολεμήσω συγγενείς μου. Το ίδιο μήνυμα στέλνουν οι Ρώσοι που διαδηλώνουν κατά του πολέμου και της επιστράτευσης, πυρπολούν στρατολογικά γραφεία ή εγκαταλείπουν τη χώρα τους. Ολοι τους δειλοί λιποτάκτες; Ούτε κι ο Πούτιν δεν το πιστεύει πια.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι