Όχι άλλος στρουθοκαμηλισμός

H κρίση του ΠAΣΟK είναι μεγάλη και με ιστορικό βάθος

Θανάσης Γεωργακόπουλος, Τα Νέα, 18/06/2004

Οι πρόσφατες ευρωεκλογές σε 25 χώρες της E.E. προσφέρονται για αναλύσεις και συμπεράσματα. Δυστυχώς, όμως, πρέπει ν’ ασχοληθούμε με εγχώρια αυτονόητα, στο βαθμό που ακόμα κι αυτά αμφισβητούνται.

H διαπίστωση έχει αφορμή τη μεγάλη ήττα την οποία γνώρισε το ΠΑΣΟΚ και η οποία αντιμετωπίσθηκε από την ηγεσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης περίπου ως νίκη. Πράγματι, η εικόνα την Κυριακή το βράδυ θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνο αν στο ΠΑΣΟΚ περίμεναν μεγάλη διψήφια διαφορά. Σε κάθε άλλη περίπτωση πρόκειται για απίθανο και απωθητικό στρουθοκαμηλισμό.

Ένα πρώτο δείγμα αυτού του στρουθοκαμηλισμού δόθηκε όταν γινόταν προσπάθεια να δικαιολογηθεί ο διπλασιασμός της διαφοράς με τη Νέα Δημοκρατία, μέσω της περιόδου χάριτος που έχει η νεοεκλεγείσα κυβέρνηση. Όντως, στην εν γένει αντικυβερνητική ψήφο των Ευρωπαίων υπήρξαν ορισμένες εξαιρέσεις, με κορυφαίες της Ισπανίας και της Ελλάδας, όπου οι εθνικές εκλογές ήταν πρόσφατες. Στην Ισπανία οι εκλογές είχαν γίνει στις 14 Μαρτίου η δε διαφορά των νικητών σοσιαλιστών με το ηττηθέν - έπειτα από 8 χρόνια - Λαϊκό Κόμμα ήταν πέντε εκατοστιαίες μονάδες. Οι ομοιότητες, όμως, σταματούν εδώ. Γιατί οι σοσιαλιστές μπορεί να νίκησαν και στις ευρωεκλογές αλλά η διαφορά τους από το Λαϊκό Κόμμα έπεσε στις δύο μονάδες, ενώ στην ελληνική περίπτωση εκτινάχθηκε στις εννιά!

Το δεύτερο «ερμηνευτικό ανάχωμα» που χρησιμοποίησαν τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ ήταν η αποκλειστική σύγκριση του αποτελέσματος με το αντίστοιχο των ευρωεκλογών του ’99. Προφανώς τα - συνολικά - αποτελέσματα του ’99 είναι ένα από τα μέτρα σύγκρισης. Σε καμία περίπτωση, όμως, το αποκλειστικό, πολύ περισσότερο για το ΠΑΣΟΚ, το οποίο τότε ήταν κυβέρνηση και, μάλιστα, στη δυσκολότερη φάση, αφού είχε μόλις εξέλθει - μετά τη γιουγκοσλαβική κρίση - από τις μείζονες αναταράξεις της υπόθεσης Οτζαλάν. Επιπλέον, αν ως μέτρο σύγκρισης χρησιμοποιηθούν οι ευρωεκλογές του ’99, το ποσοστό δεν είναι μόνο το 33% του ΠΑΣΟΚ. Το περίπου 7% που έλαβε τότε το ΔΗΚΚΙ, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου, μάλιστα, επανέκαμψε στην κάλπη του ΠΑΣΟΚ στις εθνικές εκλογές του 2000, δεν πρέπει να συνυπολογισθεί; Το 1,6% που είχαν λάβει τότε οι Φιλελεύθεροι του κ. Μάνου, δηλαδή η «αιχμή» της διεύρυνσης του Γ. Παπανδρέου, δεν πρέπει να μας απασχολήσει; H ερμηνευτική εμμονή, λοιπόν, αποκλειστικά στο ’99 με παράλληλη αποσιώπηση, κυρίως, του ποσοστού του - μη κατελθόντος τώρα - ΔΗΚΚΙ, κατ’ ουσίαν αποτελεί ομολογία πως βρισκόμαστε στη διάρκεια μιας ιστορικής αντιστροφής. H παραδοσιακή - μεταπολιτευτικά - κεντροαριστερή πολιτική πλειοψηφία γίνεται κεντροδεξιά!

Πέρα, λοιπόν, από τους στρουθοκαμηλισμούς, το ΠΑΣΟΚ υπέστη σαφή και μεγάλη ήττα στις ευρωεκλογές και καλό είναι να σκεφθεί σοβαρά. Θα ήταν εύκολο η ήττα να αποδοθεί αποκλειστικά στον νέο του αρχηγό. Μπορεί, όντως, να ισχύουν όλες οι κριτικές παρατηρήσεις που έγιναν προεκλογικά: ασαφές στίγμα και ταυτότητα, μεταμοντέρνος λαϊκισμός και αρχηγισμός, light αντίληψη για την πολιτική κ.ο.κ. Μπορεί το τρίμηνο που πέρασε από τις εθνικές εκλογές ο Γ. Παπανδρέου να πρόσθεσε στα προηγούμενα μια πασιφανή νευρικότητα κι ένα διαρκές αντιπολιτευτικό άγχος που οδήγησαν ακόμα και σε αστείες «εθνικές» κορόνες (κριτική για την επίσκεψη Ερντογάν στη Θράκη, καταγγελία Καραμανλή ότι δίνει «γην και ύδωρ» στην Τουρκία κ.ά.). Μπορεί το ευρωψηφοδέλτιο που παρουσίασε να διεκδικεί την καταγραφή του στο χώρο των πολιτικών απιθανοτήτων. Όμως, η ήττα μπορεί να μεγεθύνθηκε αλλά δεν προέκυψε, κατά κύριο λόγο, από τα προηγούμενα.

H ήττα έχει, κυρίως, να κάνει με την κρίση στην οποία εισήλθε το ΠΑΣΟΚ μετά τις εθνικές εκλογές. H κρίση αυτή έχει μεγάλο ιστορικό βάθος, αφού, κατ’ ουσίαν, συνδέεται με την πορεία του από το ’81 ως σήμερα. Παρ’ ότι στο διάστημα αυτό υπήρξαν σημαντικές αλλαγές, στροφές και ανατροπές στην πολιτική και το χαρακτήρα του, το ΠΑΣΟΚ, που 20 απ’ αυτά τα χρόνια βρισκόταν στην εξουσία, δεν κατόρθωσε ποτέ να αναστοχασθεί γι’ αυτή την πορεία. ʼλλωστε, το διάστημα ’89-’93 που βρέθηκε εκτός εξουσίας, μετά τη μεγάλη κρίση του ’87-’89, απέφυγε κάτι τέτοιο και συσπειρώθηκε για μια γρήγορη ανακατάληψη της εξουσίας, ελέω της παραπομπής του A. Παπανδρέου, της στρατηγικής που το ίδιο ακολούθησε αλλά και του επ’ ακροατηρίω θανάτου του M. Κουτσόγιωργα. Μετά την επανάκαμψη του ’93 και την είσοδο σε φάση «μπρεζνιεφοποίησης» που οδήγησε σημαντικούς παράγοντες να θεωρούν ως διάδοχο του A. Παπανδρέου τον M. Έβερτ, η εκλογή του K. Σημίτη του έδωσε μεγάλη παράταση ζωής και έκλεισε το καπάκι στη χύτρα της κρίσης.

Αυτό το καπάκι έφυγε οριστικά από τη θέση του με την ήττα του περασμένου Μαρτίου. Κι έτσι από τη μια οι πολίτες του χρεώνουν τώρα σωρευτικά όλα όσα (και αντικρουόμενα) του καταμαρτυρούν γι’ αυτά τα 20 χρόνια κι από την άλλη το ίδιο είναι για πρώτη φορά αντιμέτωπο με τον εαυτό του και την πορεία του. Κι αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο κατά την οποία σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχει φτάσει σε αδιέξοδο η στρατηγική της δεκαετίας του ’90 των κεντροαριστερών κομμάτων, άρα δεν μπορεί να ελπίζει σε μια άκοπή «εισαγωγή ιδεών».

Κάπου εδώ, λοιπόν, στην κρίση με ιστορικό βάθος, βρίσκεται η ερμηνεία του αποτελέσματος του ΠΑΣΟΚ στις ευρωεκλογές. Και η κρίση αυτή δεν αντιμετωπίζεται με «ξόρκια» και επιπόλαιες, ασυνάρτητες, ρηχές και - τελικά - απολίτικες κινήσεις, όπως κάνει ο Γ. Παπανδρέου.

Εκτός κι αν η μόνη του ελπίδα είναι πως στην παρούσα ιστορική περίοδο οι μεταστροφές της κοινής γνώμης δεν είναι τόσο αργόσυρτες όσο παλιότερα. Προς το παρόν, πάντως, η μεταστροφή του Μαρτίου συνεχίζεται και, μάλιστα, διευρύνεται σε βάρος του. Και με τη δική του καθοριστική συνεισφορά.

Θέμα επικαιρότητας:
Ευρωεκλογές 2004

Σύνολο: 27 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι