Η «συνάντηση πολιτισμών» του Ερντογάν

Και η αντιπαράθεσή του με την κεμαλική ελίτ

Μιχάλης Μορώνης, Ελευθεροτυπία, 19/07/2004

Με την καθαρά πολιτική χροιά, που ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προσέδωσε στον γάμο της κόρης του Εσρά, ήθελε σαφώς να εξυπηρετήσει τον στόχο της ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Χαρακτηρίζοντάς τον «συνάντηση πολιτισμών», ήθελε προφανώς να επιβεβαιώσει το ρηθέν από τον Αμερικανό πρόεδρο Τζορτζ Μπους, πως η ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση «θα μπορούσε να αποκαλύψει ότι η σύγκρουση των πολιτισμών είναι εφήμερος μύθος της Ιστορίας». Και να πείσει τους αντιπάλους του στο εσωτερικό ότι «σε μια περίοδο εντεινόμενης σύγκρουσης μεταξύ Ισλάμ και Δύσης, η Τουρκία έχει τη δυνατότητα να είναι λαμπερός πυρσός μιας μουσουλμανικής δημοκρατίας, ενός κοσμικού ρεπουμπλικανισμού και μιας ανεπτυγμένης οικονομίας», όπως έγραψαν οι «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς» ζητώντας την ένταξη της Τουρκίας του Ερντογάν στην Ε.Ε.

Αλλά το αναμφισβήτητο ταλέντο του στον επικοινωνιακό τομέα αρκεί για την επίτευξη του μύχιου πόθου του, να καταστεί απόλυτος κυρίαρχος της Τουρκίας με την ένταξή της στην Ε.Ε.; Μήπως, αντιθέτως, επιδιώκει να συγκαλύψει τις αδυναμίες του στη σύγκρουσή του με το κεμαλικό κατεστημένο, βασιζόμενος στην ενίσχυση του γοήτρου του στο εξωτερικό;

Η παρατήρησή του ότι «ο κόσμος σ’ αυτή την τελετή εκφράζει αυτή τη χώρα: Είναι από την Ανατολή και τη Δύση, με το κεφάλι του καλυμμένο ή ασκεπές», που εκφράζει σαφώς το πολιτικό του όραμα, θα πρέπει να εκληφθεί μόνο ως πρόκληση προς τους αντιπάλους και εχθρούς του στο εσωτερικό. Προς το στρατιωτικό και γραφειοκρατικό κατεστημένο, η απουσία του οποίου από τον γάμο της Εσρά δείχνει πόσο βαθιά διχασμένη παραμένει η Τουρκία.

Ο Ερντογάν, όμως, δεν φαίνεται να ανησυχεί από την κατάσταση αυτή. Αντιθέτως, δείχνει αποφασισμένος να οδηγήσει τα πράγματα σε πλήρη ρήξη με το κεμαλικό κατεστημένο. Με τη δήλωσή του μάλιστα, για μαντηλοφορούσες και ασκεπείς δεν αποκλείεται να ήθελε να δώσει συνέχεια στην έντονη δημόσια σύγκρουσή του με τον και θεματοφύλακα της κεμαλικής καθαρότητας πρόεδρο της Δημοκρατίας, Αχμέτ Νετζντέτ Σεζέρ. «Στις ευρωπαϊκές χώρες γευματίζουμε με ηγέτες, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε το ίδιο στη χώρα μας», είχε πει από τηλεοράσεως λίγες ημέρες πριν, επικρίνοντας τον πρόεδρο, που δεν τον είχε προσκαλέσει στο επίσημο γεύμα προς τιμή των ηγετών του ΝΑΤΟ, επειδή η σύζυγός του φοράει τη μουσουλμανική μαντήλα.

Η έκρηξη αποφασιστικότητας του Ερντογάν θα πρέπει να αποδοθεί σε μεγάλο βαθμό στην ενίσχυση του γοήτρου του στο εξωτερικό, από τον ρόλο του συνδιαμορφωτή της ευρύτερης Μέσης Ανατολής, που του ανέθεσε ο Τζορτζ Μπους και την ανάληψη από την Τουρκία της γενικής γραμματείας της Ισλαμικής Διάσκεψης.

Η στάση του αυτή, όμως, προϊδεάζει τους καχύποπτους στο εσωτερικό για το τι μέλλει γενέσθαι στα τέλη του χρόνου, αν εξασφαλίσει την πολυπόθητη ημερομηνία έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Ε.Ε. Γι’ αυτό η ανυπομονησία του να επιβάλει την κυριαρχία του, σε συνδυασμό με τον αυταρχικό του χαρακτήρα, προκαλεί αντιδράσεις.

Ηδη σε έντυπα που διάκεινται ευμενώς στον Ερντογάν, όπως η «Τέρκις Ντέιλι Νιούζ», άρχισε να καταγγέλλεται ότι επιδιώκει «να εγκαθιδρύσει το μοναρχικό του σύστημα μέσω ψυχολογικών πιέσεων».

Μια κατηγορία που θα περνούσε ίσως απαρατήρητη, αν δεν συνέπιπτε με την επαναφορά στο προσκήνιο, από τις ένοπλες δυνάμεις, δύο θεμάτων ταμπού του κεμαλισμού: της ισλαμικής απειλής, την οποία οι στρατηγοί εντόπισαν κατά την τελευταία συνεδρίαση του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, στην ανατρεπτική δραστηριότητα της οργάνωσης του Φετουλάχ Γκιουλέν, ενός εκ των κύριων εκφραστών του πολιτικού Ισλάμ στην Τουρκία. Και του διαμελισμού της χώρας, τον οποίο ο Β’ υπαρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, στρατηγός Ιλκέρ Μπασμπούκ, απέδωσε στην επαναδραστηριοποίηση του ΡΚΚ και στην αδράνεια των πολιτικών αρχών να πάρουν μέτρα κατά της Λεϊλά Ζανά και των τριών συντρόφων της, επειδή μετέχουν σε διαδηλώσεις.

Το όλο κλίμα, μάλιστα, δείχνει ότι η αντιπαράθεση των κέντρων εξουσίας παίρνει διαστάσεις. Το γενικό επιτελείο τουλάχιστον αντιδρά στην όποια απόπειρα πολιτικού ελέγχου των ενόπλων δυνάμεων. Ο επίσημος εκπρόσωπός τους, ο στρατηγός Μπασμπούκ, κατά την πρόσφατη συνέντευξη Τύπου επέκρινε, σύμφωνα με τη «Χουριέτ», τον πρόεδρο της επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής Μεχμέτ Ντουλγκέρ, επειδή είχε δηλώσει ότι κανένα κοινοβουλευτικό, κυβερνητικό ή δικαστικό όργανο δεν έχει την εξουσία να ελέγξει τον στρατό.

Ταυτόχρονα επανέφερε στην επικαιρότητα το θέμα της διαφθοράς, με τη δήλωσή του ότι πρόκειται για «βασικό πρόβλημα» της χώρας. Ο στρατηγός Μπασμπούκ δημιούργησε έτσι την εντύπωση ότι οι συνεντεύξεις του πρέπει να εντάσσονται στον κλασικό παρεμβατικό ρόλο του στρατού στα πολιτικά πράγματα, όπως επισημαίνει ο Γκάρετ Τζέκινς στο βιβλίο του «Περιεχόμενο και Συνθήκες: Τούρκοι στρατιωτικοί και πολιτικοί».

Η παρέμβαση του στρατού διευκολύνεται τα μάλα από τις καταγγελίες ότι η ζωή που κάνει ο Ερντογάν είναι αντίθετη προς τις αξίες που διακήρυσσε ότι πρέσβευε στην αρχή της πολιτικής του σταδιοδρομίας. «Η ευαισθησία του Ερντογάν για τα προβλήματα των φτωχών αναμενόταν να αντικατοπτρίζεται στον τρόπο ζωής του», έγραφε πρόσφατα στη «Χουριέτ» ο Σεντάτ Εργκίν, επισημαίνοντας, ότι «ο μεγαλοπρεπής γάμος της κόρης του έδειξε ότι υφίστανται δύο Ερντογάν και το μεταξύ τους χάσμα διευρύνεται ταχύτατα».

Η εντύπωση αυτή, που ενισχύεται και από τη συμμετοχή του στην ταχύτατα αναπτυσσόμενη εταιρεία «Ουλκέρ», άρχισε να προβάλλεται τελευταία τουλάχιστον από τις τουρκικές εφημερίδες. Γεγονός που μεσοπρόθεσμα θα μπορούσε να πλήξει τη δημοτικότητά του. Και αν αποδειχθεί ότι ευσταθούν οι δημοσιευόμενες πληροφορίες, πως ο νέος συμπέθερός του, εκδότης της «Γενί Σαφάκ», Σαντίκ Αλμπαϊράκ, θα αποκτήσει σύντομα και τηλεοπτικό κανάλι, τα περί εγκαθίδρυσης «μοναρχικής δημοκρατίας» θα αρχίσουν να γίνονται ευρέως αποδεκτά.

Στην εδραίωση της καταγγελίας αυτής συμβάλλει και η προσπάθεια ενίσχυσης της κοινοβουλευτικής δύναμης του κόμματός του με αποστασίες βουλευτών από την αντιπολίτευση, με εκβιασμούς και δωροδοκίες. Οπως κατήγγειλαν οι εφημερίδες, επιθεωρητές του υπουργείου Οικονομικών εξεβίασαν τον βουλευτή Αττίλα Μπάσογλου, ενώ ο Νετζντέτ Μπουντάκ δωροδοκήθηκε προκειμένου να αποστατήσουν από το Λαϊκό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και να προσχωρήσουν στο κόμμα της «Ευημερίας και Ανάπτυξης».

Υπ’ αυτές τις συνθήκες είναι αμφίβολο, αν ο Ερντογάν μπορεί να αντεπεξέλθει στην επίθεση των αντιπάλων του με το επικοινωνιακό ταλέντο του. Πόσο μάλλον να συγκαλύψει την επικείμενη οριστική σύγκρουσή τους, η οποία είναι μάλλον απίθανο να εκδηλωθεί πριν την απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων, λόγω των μύθων που έχουν δημιουργηθεί στη γείτονα για την Ευρωπαϊκή Ενωση.

Το σκηνικό όμως της έντονης αντιπαράθεσης των κέντρων εξουσίας που δημιουργείται, δείχνει σαφώς ότι η Τουρκία παραμένει δέσμια της παθογένειας του πολιτικού της συστήματος, παρά τις μεταρρυθμίσεις του Ερντογάν. Επιβεβαιώνεται έτσι ότι η μεταμόρφωσή της δεν είναι απλώς θέμα μεταρρυθμίσεων, αλλά αλλαγής νοοτροπίας, γεγονός που ενισχύει την επιχειρηματολογία όσων υποστηρίζουν ότι δεν μπορεί να κριθεί οριστικά τον Δεκέμβριο η ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. Και ούτως ή άλλως απαιτούνται πολλά χρόνια για την ένταξή της. Μέχρι τότε κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ποιά θα είναι τελικά η μορφή των σχέσεών της με την Ενωση.

Θέμα επικαιρότητας:
Ελληνοτουρκικά

Σύνολο: 60 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι