Μία δικτατορία γεννιέται;

Manuel Castells, La Vanguardia, Courrier International, ppol.gr, 02/12/2007

Η συνταγματική μεταρρύθμιση που κρίνεται στο δημοψήφισμα της 2ας Δεκεμβρίου -και που θα επιτρέπει στον Ούγκο Τσάβες (Hugo Chávez) να εκλέγεται επ’ άπειρον στην προεδρία της δημοκρατίας- δεν είναι αφ’ εαυτής αντιδημοκρατική.

Πράγματι, στις ευρωπαϊκές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, οι πρωθυπουργοί που ασκούν την εξουσία μπορούν να επανεκλεγούν όσες φορές θέλουν: οι Μάργκαρετ Θάτσερ (Margaret Thatcher), Τόνι Μπλερ (Tony Blair) και Φελίπε Γκονζάλες (Felipe González) το γνωρίζουν αυτό από πρώτο χέρι.

Από τη στιγμή που η απόφαση βρίσκεται στα χέρια των εκλογέων και οι εκλογές είναι τίμιες και όχι νόθες, τίποτα δεν επιβάλει τον περιορισμό των θητειών ενός ηγέτη.

Η μεταρρύθμιση λοιπόν του συντάγματος της Βενεζουέλας δεν είναι προβληματική επί της αρχής. Το πρόβλημα προκύπτει από το ότι εξελίσσεται σε μία ιδιαίτερη συγκυρία, καθώς ο πρόεδρος Τσάβες ουδέποτε έκρυψε πως επιθυμεί να κατέχει την εξουσία για όσο καιρό χρειαστεί ώστε να έχει σταθεροποιηθεί ο επαναστατικός μετασχηματισμός της χώρας του.

Αυτός είναι π.χ. ο λόγος που στο «πακέτο» των μεταρρυθμίσεων Τσάβες περιλαμβάνεται η αποδυνάμωση των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης. Οι πολιτείες και τα ομοσπονδιακά εδάφη θα τεθούν υπό την κεντρική διοίκηση, ενώ η αυτονομία των δήμων θα περιοριστεί δραστικά, επ’ ωφελεία των 25,000 νεοσύστατων «κοινοτικών συμβουλίων» που μαζί με τις «εργατικές κοοπερατίβες» αποτελούν να βασικά πολιτικά όργανα της κυοφορούμενης λαϊκής δημοκρατίας.

Έτσι θα σαρωθούν και τα τελευταία προπύργια της αντιπολίτευσης, που απείχε από τις βουλευτικές εκλογές για να αποφύγει τη βέβαιη ήττα και δε διαθέτει πλέον ούτε καν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση.

Η συγκέντρωση όμως όλων των εξουσιών στα χέρια του προέδρου δε σταματά εδώ. Ο Τσάβες, με διαβεβαίωναν κάποιοι συνεργάτες του, είναι πολιτική ιδιοφυΐα: ξέρει τι θέλει, το λέει και το κάνει πράξη. Κατανόησε πως σε τελευταία ανάλυση η πολιτική κρίνεται στο μυαλό των ανθρώπων και πως ως εκ τούτου είναι καθοριστική η σημασία των μίντια -που στη μεγάλη τους πλειοψηφία τον αντιπολιτεύονταν.

Έτσι ανέστειλε την άδεια λειτουργίας της «ραδιοφωνίας και τηλεόρασης του Καράκας» (RCTV), του πιο δημοφιλούς διαύλου της χώρας, προκαλώντας βίαιες αντιδράσεις ακόμα και σε τμήματα της κοινωνίας που τον υποστήριζαν: το κλείσιμο του καναλιού, σήμαινε την παύση της προβολής των πιο δημοφιλών σίριαλ, των αγαπημένων «τελενοβέλας» της φτωχολογιάς.

Η πολιτική όμως ευελιξία του Τσάβες τον οδήγησε και εδώ να κάνει έναν ελιγμό: συνήψε ένα «σύμφωνο μη-επίθεσης» με το μεγιστάνα των μίντια Γκουστάβο Τσισνέρος (Gustavo Cisneros), έναν από τους σημαντικότερους ανθρώπους των ΜΜΕ στην ήπειρο. Ως εκ τούτου το σημερινό ραδιοτηλεοπτικό τοπίο στη Βενεζουέλα, είναι γεμάτο φωτοσκιάσεις, με τους αντιπολιτευτικούς τόνους των καναλιών να πέφτουν μεν, χωρίς μολοταύτα να αντικαθίστανται από κραυγαλέα προπαγάνδα υπέρ του καθεστώτος.

Με άλλα λόγια, όσο προχωρά η «μπολιβαριανή επανάσταση», τόσο η θεσμική συγκρότηση της Βενεζουέλας απομακρύνεται από το καθεστώς που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε «δημοκρατία».

Όπως μου έλεγε πρόσφατα ένας διάσημος ηγέτης της σοσιαλιστικής λατινοαμερικανικής αριστεράς, «είναι πιθανό να είναι ο Τσάβες σοσιαλιστής, είναι όμως 100% βέβαιο πως δεν είναι δημοκράτης».

Νομίζω μάλιστα πως αυτή η ρήση δε θα πρόσβαλε τον ίδιο τον Τσάβες. Το ίδιο εξάλλου διακηρύσσουν πολυάριθμοι διανοούμενοι πρώην υποστηρικτές του, όπως ο παλιός υπουργός του -και παλαίμαχος κομμουνιστής- Τεοντόρο Πετκόφ (Teodoro Petkoff).

Από την ιστορία των επαναστάσεων γνωρίζουμε τη σχετική συλλογιστική: η «τυπική» δημοκρατία δεν είναι αληθινή δημοκρατία, αλλά μια φάρσα, στημένη από διεφθαρμένους πολιτικούς και καπιταλιστικά ΜΜΕ.

Και ξέρετε κάτι; Την ώρα που μιλάμε, η πλειοψηφία των Βενεζουελανών, περί το 60% για να είμαστε ακριβείς, συμφωνούν με αυτή τη διάγνωση. Και από το «λατινοβαρόμετρο» ξέρουμε πως αν και η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών σε ολόκληρη τη λατινική Αμερική απορρίπτουν τις δικτατορίες, θεωρούν -επίσης κατά πλειοψηφία- πιο σημαντικό να βελτιωθούν οι συνθήκες της ζωής τους, παρά να ζουν σε συνθήκες δημοκρατίας (όπως κι αν την αντιλαμβάνονται).

Εκατομμύρια αποκλεισμένων και φτωχών τον θεωρούν μεσσία

Η Βενεζουέλα βέβαια είναι μία ιδιαίτερη περίπτωση, αφού είναι γνωστό πως η παραδοσιακή της πολιτική τάξη, τόσο στην χριστιανοδημοκρατική όσο και στη σοσιαλδημοκρατική της εκδοχή, ήταν από τις πιο διεφθαρμένες και αδίστακτες της λατινικής Αμερικής.

Πράγμα που εξηγεί πώς είναι δυνατό και το 70% μιας τόσο πλούσιας χώρας όσο η Βενεζουέλα βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας. Εξηγεί επίσης πώς γίνεται να έχει κερδίσει ο Τσάβες πέντε εκλογές (το 1998, δύο το 2000, το 2005 και το 2006) και δύο δημοψηφίσματα (το 1999 και το 2004) στη σειρά, όλα με απόλυτη πλειοψηφία!

Όταν το θυμίζω αυτό, χάνω τον ένα μετά τον άλλο όλους τους φίλους μου διανοούμενους της αριστεράς. Κατανοώ την οργή τους: είναι εντελώς διαφορετικό να αναλύεις τους όρους γένεσης μιας δικτατορίας κι άλλο πράγμα να ζεις στο πετσί σου πώς ακυρώνει μία-μία τις πολιτικές ελευθερίες σου.

Ό,τι όμως κι αν πιστεύει ο καθένας, είναι πολύ βασικό να κατανοηθεί πως δεν πρόκειται εδώ για μία προσωποπαγή δικτατορία του Τσάβες, αλλά για μία δικτατορία του υποπρολεταριάτου της Βενεζουέλας, των εκατομμυρίων και εκατομμυρίων φτωχών και αποκλεισμένων που θεωρούν μεσσία τον ηγέτη της χώρας, γιατί τους χάρισε πολιτική εκπαίδευση (με μπόλικο δογματισμό, αλλά αυτό λίγο μετράει), δωρεάν πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, δουλειά, επιδόματα που τους επιτρέπουν να καλύπτουν τις βασικές τους ανάγκες, και σεβασμό, έστω και πατερναλιστικού τύπου, στις διεκδικήσεις τους.

Όσο για εκείνους που καταγγέλλουν την παρουσία Κουβανών εκπαιδευτικών και ιατρών, ξεχνούν πως αντικειμενικοί παρατηρητές κατατάσσουν την εκπαίδευση και την υγεία της Κούβας ανάμεσα στις καλύτερες στη λατινική Αμερική.

Είναι αλήθεια πως ο Τσάβες ωφελήθηκε ανεκτίμητα από την πολεμοχαρή πολιτική του Μπους (Bush) και τη συνεπακόλουθη εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου, χάρη στην οποία η Βενεζουέλα είδε τα τελευταία χρόνια την οικονομία της να αναπτύσσεται με ρυθμούς άνω του 10% το χρόνο, καθώς τα πετροδολλάρια πέφτουν σαν το μάννα από τον ουρανό.

Είναι επίσης αλήθεια πως το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2002, που ήταν τόσο αδέξιο που μάλλον έχουν δίκιο όσοι το θεωρούν τηλεκατευθυνόμενο από τους Μπους και Αθνάρ (Aznar), του επέτρεψε να εκμεταλλευθεί τον εθνικισμό των ενόπλων δυνάμεων, που επ’ ουδενί δεν μπορούσε να αποδεχτεί ένα «ξενοκίνητο» πραξικόπημα.

Επιπλέον, η υποστήριξή του Τσάβες σε όλα τα πολιτικά κινήματα που εναντιώθηκαν στο νεοφιλελευθερισμό σε ολόκληρη τη λατινική Αμερική (εκτός εκείνου της Κολομβίας) τον κατέστησαν δημοφιλή στις λαϊκές μάζες και του επέτρεψαν να συνάψει στρατηγικές συμμαχίες με τη Βολιβία, τον Ισημερινό, τη Νικαράγουα και, σε μικρότερο βαθμό, την Ουρουγουάη, πέραν φυσικά της θορυβώδους αδερφοποίησής του με την Κούβα.

Η έξυπνη εκμετάλλευση εκ μέρους του τού πετρελαίου ως πολιτικού εργαλείου, του επέτρεψε να ενισχύσει την επιρροή της χώρας του στις χώρες που προμηθεύονται το «μαύρο χρυσό» σε ευνοϊκές τιμές. Του επέτρεψε επίσης να αποκρούσει τις αμερικανικές προσπάθειες να τον αποσταθεροποιήσουν: η Βενεζουέλα παραμένει ο πέμπτος προμηθευτής των ΗΠΑ σε πετρέλαιο, και η Ουάσιγκτον δεν έχει την πολυτέλεια να διακινδυνεύσει μία επιπλέον κρίση με μία χώρα-προμηθευτή ενέργειας, με δεδομένη μάλιστα τη σημερινή κατάσταση στη Μέση Ανατολή.

Ο Τσάβες πέτυχε επίσης να συμμαχήσει με την Αργεντινή, την Ουρουγουάη και τη Βραζιλία, πράγμα που θα μπορούσε να οδηγήσει σε επέκταση της «κοινής αγοράς του νότου» (MERCOSUR) με την ενδεχόμενη ένταξη της Βενεζουέλας στο διεθνή οργανισμό.

Ο Ούγκο Τσάβες πέτυχε να αναδειχθεί σε μία από τις κεντρικές προσωπικότητες της λατινοαμερικανικής πολιτικής, και απολαμβάνει αυξημένη επιρροή στη διεθνή σκηνή, όπως μαρτυρά η παρέμβασή του στην σύγκρουση ΗΠΑ-Ιράν.

Να γιατί νοιώθει σήμερα αρκετά ισχυρός ώστε να ριχτεί στην περιπέτεια της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στη Βενεζουέλα.

Η ιστορία, όπως π.χ. στην περίπτωση της Κούβας, αποδεικνύει πως σοσιαλιστική επανάσταση και δημοκρατία είναι έννοιες ασύμβατες. Και, όπως σωστά είχε προειδοποιήσει η Ρόζα Λούξεμπουργκ (Rosa Luxemburg) τον Λένιν (Lenin), τα υποτιθέμενα όργανα της «λαϊκής εξουσίας» άλλο δεν κάνουν παρά να νομιμοποιούν τη δικτατορία ενός κόμματος, εμφανίζοντάς την ως δήθεν «δικτατορία του προλεταριάτου» (που εδώ που τα λέμε έχει υποβιβαστεί σήμερα σε υποπρολεταριάτο, χάρη σε δύο δεκαετίες νεοφιλελεύθερων πολιτικών).

Οι αντίπαλοι του λαϊκισμού του Τσάβες θα πρέπει να κατανοήσουν πως στους αντιπάλους του συγκαταλέγονται επίσης όχι μόνο η Ουάσιγκτον ή πολλά δημοσιογραφικά γραφεία, αλλά και οι πολιτικές ελίτ της λατινικής Αμερικής, που απομυζούσαν επί δεκαετίες τους λαούς της.

Όσο για τους φτωχούς, που πλειοψηφούν στη Βενεζουέλα και ολόκληρη τη λατινική Αμερική, θα υποστηρίξουν τη δημοκρατία, εφόσον αυτή τους αποδείξει πως είναι διαφορετική απ’ ότι γνώρισαν έως σήμερα.

-------------------------------------------------------------------

* Ο Manuel Castells είναι Καταλανός κοινωνιολόγος, καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι