Capitalist Meltdown

H κατάρρευση του καπιταλισμού

Michel Rocard, Project Syndicate, ppol.gr, 11/03/2008

Μάλλον συγκεχυμένα είναι τα προγνωστικά για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας. Οι εφημερίδες αναθεωρούν προς τα κάτω τις προβλέψεις του για το ύψος της ανάπτυξης: Ηνωμένες Πολιτείες, Γερμανία, Γαλλία, Ιαπωνία, κανείς δε φαίνεται να εξαιρείται. Η ανάπτυξη αναμένεται να μειωθεί κατά 0.5% σε σχέση με ότι προβλεπόταν πέρσι το φθινόπωρο. Ταυτόχρονα, οι εφημερίδες γράφουν σχεδόν αποκλειστικά για τις τράπεζες και τις χρηματοοικονομικές αγορές, χωρίς να πολυ-ασχολούνται με την πραγματική οικονομία, λες και η κρίση δεν αφορά παρά τα χρηματιστήρια, στα όρια των οποίων και θα παραμείνει η δράση της.

Πράγματι, υπάρχουν ειδικοί που θεωρούν πως αν βρουν έσοδα οι τράπεζες, η κρίση θα ξεπεραστεί και τα αποτελέσματά της στην πραγματική οικονομία θα είναι ανεπαίσθητα. Είναι σαφές πως αυτό πιστεύει και η «ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα» (ΕΚΤ), που αντλεί εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ στο τραπεζικό σύστημα, για να εξασφαλίσει τη ρευστότητα. Σε αντίθεση με την «αμερικανική κεντρική τράπεζα», η ΕΚΤ αρνείται να μειώσει τα επιτόκια, ένα μέτρο που θα ανακούφιζε της επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

’Αλλοι πάλι ειδήμονες πιστεύουν πως η πραγματική οικονομία απειλείται -κι ο κίνδυνος για ύφεση είναι πραγματικός. Δυστυχώς όμως, κανείς δεν είναι σίγουρος για το τι θα συμβεί στις χρηματοοικονομικές αγορές και στα μακροοικονομικά στοιχεία.

Τι να σκεφτεί λοιπόν ένας μη-ειδήμων;

Ας εξετάσουμε τη συγκυρία στην οποία βρίσκεται η παγκόσμια οικονομία. Ο μεγαλύτερος αριθμός αδυναμίας αποπληρωμής στεγαστικών δανείων αναμένεται για φέτος την άνοιξη. Με άλλα λόγια, οι επιπτώσεις της κρίσης βρίσκονται ακόμα μπροστά μας: 1.3 εκατομμύριο δανειολήπτες έχουν ήδη βρεθεί σε αδυναμία αποπληρωμής των δανείων τους. Το 2008, αναμένεται να χρεοκοπήσουν άλλα 3 εκατομμύρια δανειολήπτες.

Επιπλέον, ο ακριβής αριθμός δανείων που δεν είναι δυνατό να αποπληρωθούν παραμένει άγνωστος, και η αξία τους θα μπορούσε να φθάνει τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια. Το σύνολο της αξίας των αγαθών που απειλούνται μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερο, καθώς τα στεγαστικά δάνεια έχουν συνδεθεί με εγγυήσεις, και αυτά τα «πακέτα» έχουν πωληθεί σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ένα αμερικανικό δικαστήριο π.χ. απαγόρεψε σε ένα παράρτημα της «ντόιτσε μπανκ» στις ΗΠΑ να κατάσχει ένα σπίτι, διότι δεν ήταν πια εις θέση να αποδείξει πως κατέχει την ιδιοκτησία του.

Η παγκόσμια τράπεζα έχει κατακλυσθεί από παρόμοια «δηλητηριώδη» τραπεζικά προϊόντα. Το αποτέλεσμα είναι να μην εμπιστεύεται η μία τράπεζα την άλλη, πράγμα που μειώνει περαιτέρω τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να αντλήσουν ρευστό. Αποτέλεσμα: η ύφεση μοιάζει αναπόφευκτη.

Η διαθέσιμη ρευστότητα στην παγκόσμια οικονομία είναι εντυπωσιακή, και δεν εξηγείται μόνο από τη μονεταριστική επέκταση που ενορχήστρωσαν οι κεντρικές τράπεζες.

Εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες, οι μέτοχοι όλων των αναπτυγμένων κρατών, που από το 1945 έως το 1975-1980 παρέμεναν ανοργάνωτοι και αδρανείς, κινητοποιήθηκαν ξανά, χρησιμοποιώντας τα αποθέματα των συνταξιοδοτικών ταμείων, των επενδυτικών πόρων και των αμοιβαίων κεφαλαίων. Σήμερα είναι ξανά σημαντικοί και δραστήριοι παίκτες, και κατέχουν είτε την πλειοψηφία, είτε ισχυρή μειοψηφία σε όλες σχεδόν τις μεγάλες εταιρείες του αναπτυγμένου κόσμου.

Για να αυξήσουν την αξία των μετοχών τους, οι μέτοχοι αυτοί πίεσαν τις επιχειρήσεις να μειώσουν τους μισθούς των εργαζομένων τους και τον αριθμό των μισθωτών. Τα τελευταία 25 χρόνια, το ύψος των μισθών και των αμοιβών ως ποσοστό του ΑΕΠ έπεσε σε όλες τις αναπτυσσόμενες χώρες κατά 8-11%.

Ως αποτέλεσμα, οι προσωρινές σχέσεις εργασίας και η εργασιακή ανασφάλεια, σχεδόν άγνωστες μεταξύ 1940 και 1970, σήμερα πλήττουν σχεδόν το 15% των κατοίκων του αναπτυγμένου κόσμου. Το ύψος των μισθών σε πραγματικές τιμές στις ΗΠΑ βαλτώνει εδώ και είκοσι χρόνια, και το 1% του πληθυσμού προσπορίζεται σχεδόν ολόκληρη την υπεραξία που έχει παραχθεί αυτό το διάστημα, κι έχει αυξήσει το ΑΕΠ κατά 50%.

Πράγμα που «απελευθέρωσε» πολύ ρευστό για διάφορες χρηματοοικονομικές δραστηριότητες, την κερδοσκοπία και τον τζόγο. Μόνο στη Γαλλία, τα τελευταία είκοσι χρόνια σχεδόν 2.5 τρις ευρώ διοχετεύθηκαν στον χρηματοοικονομικό τομέα, πράγμα που σημαίνει πως το ποσό αυτό στον κόσμο κυμαίνεται μεταξύ 30 και 60 τρις ευρώ.

Η ροή αυτή συνοδεύτηκε από την ηθική κατάρρευση του συστήματος. Σήμερα οι αμοιβές των αφεντικών είναι 300-500πλάσιες εκείνων των υπαλλήλων τους. Ήταν 40πλάσιες εδώ κι έναν αιώνα και 20πλάσιες πριν το 1980. Ο αριθμός των επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν νομικές διώξεις για διάφορες υποθέσεις απάτης έχει αυξηθεί δραματικά, σε ολόκληρο τον κόσμο.

Δυστυχώς, τα χειρότερα δεν έχουν έρθει ακόμα. Καθώς το εισόδημα των περισσοτέρων ανθρώπων μένει στάσιμο και το ροκανίζουν τα δάνεια, η κατανάλωση είναι καταδικασμένη να μειωθεί, συμπαρασύροντας την ανάπτυξη και την απασχόληση.

Το μόνο που θα πετύχει η ύφεση είναι να αυξήσει την ανεργία και την εργασιακή ανασφάλεια, προκαλώντας ισχυρές κοινωνικές εντάσεις, που όπως είναι φυσικό δεν θα βοηθήσουν στην ανόρθωση της οικονομίας.

Μοιάζει να έχουν συσσωρευτεί όλα τα συστατικά που απαιτούνται για να πυροδοτηθεί μία μακρά και θυελλώδης περίοδος οικονομικής παρακμής και κοινωνικής αναταραχής.

Στις αναπτυσσόμενες χώρες ζούμε σε δημοκρατίες. Κάθε τέσσερα χρόνια, η νομιμότητα του συστήματος αναβαπτίζεται, μέσω των εκλογών. Μήπως όμως το σύστημα απαξιώνεται από την οικονομική και κοινωνική κρίση σε τέτοιο βαθμό που σύντομα δε θα είναι δυνατό να οργανωθούν καν εκλογές.

Φυσικά ο καπιταλισμός παραμένει περισσότερο συμβατός με την ατομική ελευθερία από ότι ήταν ποτέ ο κομμουνισμός.

Αλλά σήμερα είναι εξόφθαλμο πως ο καπιταλισμός είναι υπερβολικά ασταθής και δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς ισχυρή δημόσια παρέμβαση.

Αυτός είναι ο λόγος που, μετά από πολλά χρόνια που παραβλέπεται, ως πολιτικά «μη ρεαλιστική», ήρθε η ώρα για τη σοσιαλδημοκρατική επιλογή να επανεμφανιστεί δυναμικά στην παγκόσμια πολιτική σκηνή.

----------------------------------------------------------

*O Michel Rocard είναι πρώην πρωθυπουργός της Γαλλίας.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι