Η πολυπολιτισμικότητα και ο νόμος

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Ελευθεροτυπία, 28/03/2008

Μπορεί πριν από μερικές δεκαετίες να ήταν αδιανόητο, αλλά σήμερα όλοι το έχουμε πάρει απόφαση ότι η παρουσία των ξένων ανάμεσά μας αποτελεί μέρος της ζωής. Μας αρέσει, δεν μας αρέσει. Αυτή η συμβίωση πρόσθεσε στο λεξιλόγιό μας την κακόηχη λέξη «πολυπολιτισμικότητα», η οποία, μεταξύ άλλων, παραπέμπει και σε μια στάση ανοχής και κατανόησης προς εκείνους που η φυλετική τους καταγωγή, η θρησκεία και οι συνήθειες διαφέρουν από τις δικές μας.

Δηλαδή, εκ πρώτης όψεως, η πολυπολιτισμικότητα σημαίνει σεβασμό της διαφορετικότητας. Σε κάποιο άλλο επίπεδο, όμως, αποκτά ενδιαφέρουσες θεωρητικές και ιδεολογικές προεκτάσεις, γιατί απηχεί ένα γενικότερο μεταμοντέρνο κλίμα. Κι επειδή τελευταία ο όρος «μεταμοντέρνος» έχει γίνει βρισιά, κυρίως για όσους σκέφτονται με συνθήματα, ας εντοπίσουμε ορισμένα χαρακτηριστικά του. Μιλάμε για ένα κλίμα όπου όλα σχετικοποιούνται, εφόσον οι πεποιθήσεις μας γίνονται ιδεολογικές κατασκευές και όχι διαχρονικές αλήθειες, εκτός τόπου και χρόνου. Ετσι υπονομεύεται η αξίωση του λεγόμενου «ορθού λόγου» να αποφαίνεται τελεσίδικα για τα πάντα, και κατ’ επέκταση αμφισβητείται η εμμονή της Δύσης, ως μόνιμου εκπρόσωπού του, να επιβάλει τις δικές της αξίες στον υπόλοιπο κόσμο, είτε μέσα από την ιδεολογική της ηγεμονία είτε εξαπολύοντας σταυροφορίες σαν εκείνη των Αμερικανών στο Ιράκ, με το πρόσχημα ότι θα έφερναν τη δημοκρατία και την πρόοδο.

Μέχρι εδώ η πολυπολιτισμικότητα φαίνεται να παίζει έναν ρόλο σαφώς θετικό. Τι συμβαίνει όμως όταν δεχτούμε ότι σε μια χώρα όπου ισχύουν διαφορετικοί κώδικες συμπεριφοράς έχουν όλοι την ίδια αξία και συνεπώς ούτε πρέπει ούτε μπορούμε να διαλέξουμε τον καλύτερο; Για να προλάβω μια παρανόηση, δεν αναφέρομαι σε ήθη και έθιμα, όπως π.χ. πώς οι άνθρωποι ντύνονται, τι τρώνε και τι δεν τρώνε, ποιο θεό λατρεύουν κ.ο.κ. Η διαφορετικότητα ως προς αυτά είναι εύκολη υπόθεση και μόνο κάποιοι αθεράπευτα εθνοκεντρικοί και ρατσιστές θα μπορούσαν να ενοχληθούν. Μερικές φορές, όμως, οι αξίες και η εθιμικά επιβαλλόμενη πρακτική μιας ομάδας συνιστά ποινικό αδίκημα σύμφωνα με το νόμο της χώρας όπου διαμένουν. Ενα παράδειγμα: στη Βρετανία ζουν πολλοί μουσουλμάνοι ως Βρετανοί υπήκοοι και κάποιοι απ’ αυτούς θεωρούν ότι οι γονείς δικαιούνται να παντρέψουν τα παιδιά τους και κυρίως τις κόρες τους με το ζόρι, χωρίς καν να τις ρωτήσουν. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις -ελάχιστες είναι αλήθεια- η τιμωρία γυναικών που αρνήθηκαν να υποταχθούν έφτασε μέχρι το φόνο. Εχουμε δηλαδή κατάφωρη παραβίαση δικαιώματος, το οποίο ο βρετανικός νόμος παρέχει στις συγκεκριμένες γυναίκες. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: πώς αντιδρά μια Πολιτεία σε έκνομες πράξεις, όταν αυτοί που τις τελούν τις θεωρούν φυσιολογικές και επιβεβλημένες από το δικό τους κώδικα; Και αν εφαρμόσει το νόμο, τότε δεν απολυτοποιεί τις δικές της δυτικές αξίες, ανοίγοντας έτσι το δρόμο που οδήγησε στο βομβαρδισμό της Βαγδάτης και αύριο ίσως της Τεχεράνης;

Εύκολη απάντηση δεν υπάρχει. Αν προσπαθήσουμε όμως να τη βρούμε, θα πρέπει να έχουμε κατά νου διάφορα πράγματα για τη δυτική εκδοχή του δικαίου. Η οποία προέκυψε όταν ο Διαφωτισμός και η Γαλλική Επανάσταση κατασκεύασαν και επέβαλαν την έννοια του αφηρημένου υποκειμένου για να αντισταθούν στην αδικία και την καταπίεση. Η μετάβαση από τη φεουδαρχική στη νεωτερική αίσθηση δικαίου είναι απλή: το αφηρημένο υποκείμενο σημαίνει ότι η Πολιτεία ορίζει την αξιόποινη πράξη και θεωρεί ένοχο εκείνον που θα την τελέσει. Οποιος ή όποια και να είναι. Στο παρελθόν, όμως, ο φόνος του δούλου από τον αφέντη δεν εξισωνόταν με το φόνο του αφέντη από το δούλο. Φυσικά, ακόμα και σήμερα οι ανισότητες επηρεάζουν την απονομή της δικαιοσύνης. Θεωρείται όμως αξιωματικά ορθό -κι αυτό έχει τεράστια σημασία- ότι η δίκαιη κρίση βασίζεται στην έννοια του αφηρημένου υποκειμένου, δηλαδή οφείλει να μη λαμβάνει υπόψη της την κοινωνική τάξη του δράστη.

Με άλλα λόγια, η δική μας, η δυτική αίσθηση δικαίου, την οποία υποθέτω ότι θέλουμε να διατηρήσουμε, τείνει εγγενώς προς το αφηρημένο και το απόλυτο, και συνεπώς γίνεται εφαρμόσιμη παντού, εφόσον εξ ορισμού δεν μπορεί να αναγνωρίσει οποιοδήποτε όριο. Αν δεχτεί την εξαίρεση, αν δηλαδή θεωρήσει ότι σε κάποιες περιπτώσεις το υπέρτατο κριτήριο δεν είναι η απρόσωπη έννοια του δράστη, αλλά η κοινωνική του θέση, τότε θα ξαναγυρίσουμε σε προνεωτερικές καταστάσεις άσκησης εξουσίας.

Τι μπορεί να σημαίνει αυτό για την πολυπολιτισμικότητα όταν δεν πρόκειται για την απλή τήρηση γραφικών εθίμων, όταν δηλαδή γίνει αμφισβήτηση βασικών αρχών; Και πώς θα μπορέσουμε να υπερασπιστούμε την απολυτοποίηση του αφηρημένου υποκειμένου που προϋποθέτει το κράτος δικαίου όταν ξέρουμε ότι πίσω από το απόλυτο και το μεταφυσικό κρύβεται πάντα μια διόλου αθώα κοινωνική κατασκευή;

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι