Κρίση ταυτότητας και στρατηγικής

Μαρκ Λαζάρ, La Repubblica, Κυρ.Ελευθεροτυπία, 13/04/2008

Με μια πρόσφατη δήλωσή του στην ισπανική εφημερίδα «El Paίs», με την οποία ορίζει το Δημοκρατικό Κόμμα ως μεταρρυθμιστικό κόμμα και όχι ως κόμμα της αριστεράς, ο Βάλτερ Βελτρόνι έσπασε ένα ταμπού.

Υπάρχει πράγματι ένα ερώτημα που βασανίζει την ευρωπαϊκή αριστερά ή τουλάχιστον εκείνη που είναι οργανωμένη στα σοσιαλιστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, με τα οποία -παρά τις ιδιαιτερότητές του- συγγενεύει το Δημοκρατικό Κόμμα. Ο ρεφορμισμός που διεκδικούν μεγαλόφωνα -αν και όχι πάντοτε στην ιστορία τους- διατηρεί ακόμα κάποιο δεσμό με τις έννοιες του σοσιαλισμού και της αριστεράς, τις οποίες συνεχίζουν να επικαλούνται στις επίσημες ονομασίες τους, στα συνέδριά τους και σε πολλές από τις συγκεντρώσεις τους;

*Το ερώτημα, εξάλλου, δεν είναι τόσο νέο όσο φαίνεται. Εκανε να χυθούν ποταμοί από μελάνι στη μακρά διαδρομή του εργατικού κινήματος.

Αλλά, στην πραγματικότητα, επιβάλλεται με περισσότερη δύναμη από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, με τη βαθιά κρίση που συγκλονίζει τη σοσιαλδημοκρατία. Μια κρίση που αρθρώνεται σε τέσσερις κύριες διαστάσεις.

1 Πρώτα απ’ όλα το πρόγραμμά της. Μετά τις εντυπωσιακές αλλαγές των δυτικών κοινωνιών και ιδιαίτερα την άνοδο του ατομικισμού και την κατάρρευση του κομμουνισμού, που δεν την άφησε αδιάφορη, η σοσιαλδημοκρατία απαρνήθηκε την ουτοπία μιας τέλειας κοινωνίας, βασιζόμενης στα γενικά συμφέροντα της εργατικής τάξης.

2 Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η κρίση του σοσιαλδημοκρατικού κράτους πρόνοιας, του οποίου οι αναδιανεμητικές ικανότητες δεν ισχύουν μπροστά στην παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, τις ισχυρές κριτικές φιλελεύθερου τύπου, και ένα κρεσέντο των πιο διαφορετικών διεκδικήσεων -από τη διαμαρτυρία ενάντια στην υψηλή φορολογία έως το αίτημα για ειδικά μέτρα προς όφελος των γυναικών ή της οικολογίας.

3 Υπάρχει έπειτα μια στρατηγική κρίση, που σημαδεύεται από τα ερωτήματα για την επιλογή των κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών. Πρέπει να προτιμηθούν οι σχέσεις με τις δυνάμεις που τοποθετούνται πιο αριστερά, με εκείνες του κέντρου ή με τους Πράσινους;

Πώς να απευθυνθούν στα μεσαία στρώματα χωρίς να χάσουν την επαφή με τις λαϊκές κατηγορίες, που είναι όλο και πιο ανήσυχες για τις εξελίξεις που συντελούνται στην κοινωνία και τον κόσμο;

4 Τέλος, η σοσιαλδημοκρατία βρίσκεται σε κρίση και σε σχέση με τις οργανωτικές της μορφές. Το μαζικό ή «πολυσυλλεκτικό» κόμμα δεν μπορεί πλέον να έχει την παλιά του λειτουργία, που θεμελίωνε ταυτότητα και συλλογική κουλτούρα, και για το λόγο ότι οι ιστορικοί δεσμοί με τα συνδικάτα, που αποτελούσαν το διακριτικό γνώρισμα της σοσιαλδημοκρατίας, έχουν ήδη χαλαρώσει.

*Η σοσιαλδημοκρατία δεν παρέμεινε αδρανής μπροστά σε αυτές τις προκλήσεις. Κάθε κόμμα αντιδρά ανάλογα με την ιστορία του, το αντίστοιχο πολιτικό σύστημα, τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας στην οποία δρα.

Ωστόσο, οι συγκλίσεις είναι περισσότερες από τις διαφορές. Στη θεωρία όλα είναι απλά. Οπως έδειξε ο Νορμπέρτο Μπόμπιο στο βιβλίο του «Δεξιά και αριστερά», που είναι ήδη ένα κλασικό κείμενο, η θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στις δύο παρατάξεις εκφράζεται από την έννοια της ισότητας. Από ’δώ προκύπτουν οι αρχές που ο Αντονι Γκίντενς θύμισε με το άρθρο του: η αριστερά αγωνίζεται για την εφαρμογή κοινωνικής πολιτικής και θέλει να ρυθμίσει την οικονομία της αγοράς, για να αποτρέψει την καταστροφή που προέβλεψε ο Καρλ Πολάνιι στο σπουδαίο βιβλίο του «Ο μεγάλος μετασχηματισμός».

*Στην πράξη, ωστόσο, η υπόθεση είναι πιο περίπλοκη. Τόσο στις προτάσεις της όσο και στις πολιτικές που προωθεί όταν είναι στην εξουσία, η σοσιαλδημοκρατική αριστερά εξερευνά τέσσερα μεγάλα και αντιφατικά μονοπάτια.

Α Θέλει να εξασφαλίσει την κοινωνική δικαιοσύνη και να παλέψει ενάντια στις κάθε είδους ανισότητες, χωρίς ωστόσο να πέσει στην παγίδα του εξισωτισμού. Ταυτόχρονα έχει αφομοιώσει το φιλελεύθερο πρόγραμμα, αποδεχόμενη τις ιδιωτικοποιήσεις, την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και τον εκσυγχρονισμό του κοινωνικού κράτους.

Β Υιοθετεί με ενθουσιασμό -με εξαίρεση την Ιταλία- τα μεταβιομηχανικά αιτήματα ελευθεριακού τύπου, παραχωρώντας ευρύ πεδίο στον ατομικισμό, τον φεμινισμό, το περιβάλλον, την ελευθερία των ηθών, την υπεράσπιση των μειονοτήτων, την αποδοχή των διαφορών (που δεν συμφιλιώνεται πάντα με την αρχή της ισότητας).

Γ Εχει οικειοποιηθεί και τις θεματικές της νομιμότητας, της τάξης και της ασφάλειας, υποκινούμενη από τη λαϊκιστική ώθηση που εκδηλώνουν τα λιγότερο ευκατάστατα στρώματα του εκλογικού σώματος.

Δ Τέλος, προσπαθεί να μιλήσει στους αποκλεισμένους, στους προσωρινά απασχολούμενους, στους νέους, σε όσους είναι «απ’ έξω» και όχι μόνον σε όσους είναι «μέσα».

*Αυτά σημαίνουν ότι η διαχωριστική γραμμή με τη δεξιά δεν είναι αρκετά καθαρή; Αναμφίβολα. Αλλά αυτό είναι αποτέλεσμα μιας διπλής διαδικασίας που αντανακλά την εξέλιξη των κοινωνιών μας. Πράγματι, αν η αριστερά παρουσιάζει πρόδηλα κάποια κοινά σημεία με τη δεξιά, αυτή η τελευταία υιοθετεί με τη σειρά της διάφορα γνωρίσματα της αριστεράς, στο μέτρο που αποδέχεται την αναγκαιότητα κοινωνικής πολιτικής και δεν τολμάει να αμφισβητήσει τις κατακτήσεις στο πεδίο της απελευθέρωσης των ηθών.

*Αυτή η σημαντική μεταβολή του ανταγωνισμού μεταξύ δεξιάς και αριστεράς έχει πολλές συνέπειες.

-Πρώτα απ’ όλα μεταξύ των εκλογέων, που συχνά αντιμετωπίζουν εργαλειακά τη δεξιά και την αριστερά, ανάλογα με τις περιόδους και σε συνάρτηση με τα συμφέροντά τους. Ψηφίζουν τη δεξιά, ελπίζοντας σε μιαν ενίσχυση της ανάπτυξης, στη μείωση των φόρων ή σε μια πιο ενεργητική καταστολή της εγκληματικότητας. Και στρέφονται προς την αριστερά όταν αντιλαμβάνονται την ανάγκη προστασίας, κοινωνικής αναδιανομής ή μέτρων χειραφέτησης.

-Αλλοι, κυρίως στην αριστερά, εκφράζουν διαφωνία ή δυσαρέσκεια για τις μεταβολές στη στάση των εκπροσώπων τους. Είναι εκείνοι που θα ήθελαν πάντα «να πληρώνουν οι πλούσιοι» και ονειρεύονται δραστικές αλλαγές.

*Πέρα απ’ όλα αυτά, η διάταξη των δυνάμεων της δεξιάς και της αριστεράς είναι διαφορετικές.

*Η δεξιά είναι περισσότερο ενοποιημένη γύρω από τους ηγέτες της και γύρω από ορισμένες θεμελιώδεις αξίες, στις οποίες η παράδοση αναμειγνύεται με τη νεωτερικότητα. Και αναφέρεται σε έναν πιο στέρεο κοινωνικό συνασπισμό, αποτελούμενο από δύο κύρια στηρίγματα: από τη μια μεριά ελεύθεροι επαγγελματίες, έμποροι, τεχνίτες, επιχειρηματίες, και από την άλλη ένα λαϊκό εκλογικό σώμα με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, συχνά μεγάλης ηλικίας, που πλήττεται από τον εκσυγχρονισμό.

*Οσο για την αριστερά, είναι περισσότερο από κάθε άλλη φορά διαιρεμένη σε τρεις μεγάλες συνιστώσες.

-Η παραδοσιακή αριστερά περιλαμβάνει ένα ριζοσπατικό ρεύμα, συνήθως κομμουνιστικής προέλευσης, και τις αριστερές τάσεις των σοσιαλιστικών κομμάτων. Αντικαπιταλιστική και αντιαμερικανική, εξαγγέλλει την επέκταση του κοινωνικού κράτους, ασκώντας κριτική στη «συνθηκολόγηση» του ρεφορμισμού. Είναι μειοψηφική και ασκεί μιαν αξιοσημείωτη πολιτιστική και πολιτική επιρροή σε χώρες όπως για παράδειγμα η Ιταλία, η Γαλλία και η Γερμανία.

-Το δεύτερο ρεύμα είναι η αριστερά που προσαρμόζεται, παραμένοντας ωστόσο πιστή στην ιστορία της. Με αυτή την έννοια είναι εμβληματικό το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, το οποίο δηλώνει ρεφορμιστικό, αλλά προσπαθεί να μην έχει εχθρούς στα αριστερά του.

-Απομένει η τελευταία συνιστώσα -που αντιπροσωπεύεται από το Βρετανικό Εργατικό Κόμμα, από το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό και σήμερα από το Δημοκρατικό Κόμμα στην Ιταλία- η οποία θέλει να προχωρήσει πέρα από τα συνήθη όρια της αριστεράς, συσπειρώνοντας όλες τις ευαισθησίες του ρεφορμισμού.

*Ο Μαρκ Λαζάρ είναι καθηγητής στο Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών του Παρισιού.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι