Βία και νομιμότητα

Γεράσιμος Γεωργάτος, Αυγή της Κυριακής, 29/06/2008

Η ως άνω επικεφαλίδα είναι τίτλος άρθρου της Ρόζας Λούξεμπουργκ, που πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Die Neue Zeit (Νέοι Καιροί), τον Μάιο του 1902, ύστερα από γενική απεργία των βέλγων εργατών, η οποία αντιμετωπίστηκε απάνθρωπα από τις στρατιωτικές δυνάμεις της Καθολικής κυβέρνησης και, στην αποκορύφωσή της, λύθηκε από το Γενικό Συμβούλιο του Βελγικού Εργατικού Κόμματος. Αμέσως μετά, στη Διεθνή, ξέσπασε μια μεγάλη ιδεολογική διαμάχη γύρω από την τακτική της σοσιαλδημοκρατίας, η οποία, σε συνάρτηση με τη διαμάχη για μια σειρά ζητήματα και τη συμμετοχή ή όχι στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οδήγησε εν τέλει στο σχίσμα μεταξύ της Β΄ --μεταρρυθμιστικής-- Διεθνούς, με κυρίαρχες τις θέσεις του Μπερνστάιν, και της Γ΄ --μπολσεβίκικης-- Διεθνούς, με κυρίαρχες τις θέσεις του Λένιν.

Στο εν λόγω άρθρο της, η Ρόζα γράφει: «Η βία, από τότε που εμφανίστηκε η αστική νομιμότητα, ο κοινοβουλευτισμός, όχι μονάχα δεν έπαψε να παίζει έναν ιστορικό ρόλο, αλλά είναι και σήμερα επίσης, όπως και σε όλες τις προηγούμενες εποχές, η βάση της κυρίαρχης πολιτικής τάξης. Το καπιταλιστικό κράτος, στο σύνολό του, βασίζεται στη βία. Η στρατιωτική του οργάνωση είναι αυτή καθεαυτή μια χειροπιαστή απόδειξη. […] Αν πίσω από τη νόμιμη και κοινοβουλευτική μας δράση, δεν υπάρχει η βία της εργατικής τάξης, έτοιμη να μπει σε ενέργεια μόλις χρειαστεί, η κοινοβουλευτική δράση καταντάει παιχνίδι τόσο έξυπνο, όσο και το κουβάλημα νερού με κόσκινο».

Σε άρθρα που δημοσιεύτηκαν πρόσφατα στην Αυγή σχετικά με τη βία, τη δημοκρατία, το φοιτητικό κίνημα και την Αριστερά αναπαράγεται η ίδια αντίληψη, με ανάλογη και σχετική επιχειρηματολογία. Ορμώμενοι οι αρθογράφοι από τις κινητοποιήσεις του φοιτητικού κινήματος και τα γεγονότα στα πανεπιστήμια, συνομολογούν και υποστηρίζουν ότι απέναντι στο μονοπώλιο της κρατικής βίας αντιτάσσεται δικαίως η κινηματική βία, απέναντι στην αύξηση των τιμών των τροφίμων αντιτάσσεται δικαίως η «απαλλοτρίωση» και δωρεάν διανομή στον λαό προϊόντων από τα σούπερ μάρκετ και ότι ο δημοκρατικός δρόμος για τον σοσιαλισμό δεν θα είναι ένα απλό ειρηνικό πέρασμα, αλλά, κάθε φορά, θα απαιτούνται συγκεκριμένα «ποσά» βίας εκ μέρους μας για την υπεράσπιση των κυριαρχούμενων.

Η αποδοχή και ενθάρρυνση της βίας στη σημερινή κοινωνική και πολιτική αντιπαράθεση, ως αντίληψη παραβλέπει --ελημένα ή αθέλητα-- πρώτα και κύρια, τη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, όπως θα έλεγε και ο Λένιν. Από πότε η σύγχρονη Αριστερά θεωρεί τη Σύγκλητο και τους καθηγητές κατασταλτικό μηχανισμό που ασκεί βία στους φοιτητές ανάλογη με την αστυνομία και τον στρατό; Ακόμα και με την εκπαίδευση θεωρούμενη ως έναν από τους «ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους», το σημερινό πανεπιστήμιο, με την απειλούμενη από τις δεξιές πολιτικές αυτοτέλειά του, δεν κυριαρχείται από τη μεσαιωνική πανεπιστημιακή αυθεντία της καθολικής Εκκλησίας. Ακόμα και στις οικονομικές σχολές όπου, όπως μας πληροφορεί ο Ευκλείδης Τσακαλώτος (Αυγή, 22.6.2008), κυριαρχεί η διδασκαλία της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας, δεν ρίχνουν στην πυρά τους κεϋνσιανούς ή τους μαρξιστές οικονομολόγους.

Η τύπου Ρομπέν των Δασών «απαλλοτρίωση», δηλαδή η κλοπή προϊόντων από τα σούπερ μάρκετ, μπορεί να έτυχε κάποιων ευνοϊκών σχολιασμών ως πρώτη αυθόρμητη αντίδραση, όμως η ενθάρρυνση και η επανάληψη φαινομένων ανομίας στη βάση ενός άκριτου ριζοσπαστισμού, στην πορεία συντηρητικοποιεί την πλειοψηφία των πολιτών μιας χώρας που δεν έχει φτάσει στην επαναστατική κατάσταση να προτείνεται το παντεσπάνι ως υποκατάστατο του ψωμιού. Να θυμίσουμε - χωρίς καμιά πρόθεση ταύτισης ενεργειών - ότι στη μεταπολίτευση ευνοϊκά σχόλια είχαν εκφραστεί αυθορμήτως και για τις πρώτες «εκκαθαρίσεις» της 17 Νοέμβρη που αφορούσαν βασανιστές της Χούντας, σε καμιά περίπτωση όμως για τη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη και για την περαιτέρω δράση της τρομοκρατικής οργάνωσης σε συνθήκες «αστικού κοινοβουλευτισμού» στο νομικό πλαίσιο και τους δημοκρατικούς θεσμούς του οποίου προστρέχουμε, όταν παραβιάζονται δικαιώματα και γι’ αυτό ως Αριστερά οφείλουμε να τους διαφυλάξουμε, να τους ενισχύσουμε και να τους διευρύνουμε.

Ιδιαίτερη όμως εντύπωση προκαλεί ο επιχειρούμενος διαχωρισμός του δημοκρατικού από τον ειρηνικό δρόμο για τον σοσιαλισμό και τα «ποσά» βίας που θα πρέπει να χρησιμοποιήσει η Αριστερά για να υπερασπίσει τους κυριαρχούμενους κατά τη διαδικασία της μετάβασης. Πρόκειται για επικίνδυνο εφεύρημα, το οποίο, επί της ουσίας, επαναφέρει και σε τελευταία ανάλυση επαναπροτείνει ως τακτική της Αριστεράς «την κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων», την κατάργηση του κοινοβουλευτισμού και τη δικτατορία του προλεταριάτου. Οι κυριαρχούμενοι μάλλον δεν θα συμφωνήσουν, ούτε όμως και η ανανεωτική Αριστερά, που αντιτάσσεται σε κάθε είδους ολοκληρωτισμό και έχει στον πυρήνα του προγραμματικού της λόγου τις πλειοψηφικά και δημοκρατικά, επομένως και ειρηνικά, αποδεκτές ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις, για το μετασχηματισμό της κοινωνίας μας. Δηλαδή, κατά το ως άνω εφεύρημα, αν «με πυρήνα τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς αναπτυχθεί μια νέα κοινωνική πλειοψηφία που θα οδηγήσει σε πολιτική ανατροπή το σημερινό αδιέξοδο σκηνικό του νεοφιλελεύθερου συναινετικού δικομματισμού», υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο οι δυνάμεις του αστισμού να μην αποδεχθούν ειρηνικά τη δημοκρατικά εκφρασμένη λαϊκή βούληση για κοινωνικές αλλαγές και να κατεβάσουν το στρατό στους δρόμους για να εμποδίσουν μια τέτοια εξέλιξη, οπότε θα χρειαστεί να αντιτάξει η Αριστερά την ανάλογη και αντίστοιχη ποσότητα βίας με συνέπεια να χάσουν κάθε νόημα υπ` αυτές τις συνθήκες οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες; Ομολογουμένως παραμένει άγνωστο μέχρι πού μπορεί να φτάσει η κατά Χέγκελ πανουργία του Λόγου, σε μια χώρα όπως η Ελλάδα που ανήκει στο σκληρό πυρήνα της ομάδας των αναπτυγμένων ευρωπαϊκών κρατών.

Γενικότερα όμως, η επαναφορά της κατά Λούξεμπουργκ αντίληψης για τη βία, παραβλέπει κυρίως εκατό περίπου χρόνια ιστορίας και διατηρεί μια στατική αντίληψη για το κράτος, ως να πρόκειται για το αυταρχικό κράτος του 19ου αιώνα, με κύριες λειτουργίες την εξωτερική άμυνα και την εσωτερική ασφάλεια και καταστολή, σαν να μην υπάρχει διαφοροποίηση των θεσμών στον χώρο και τον χρόνο, σαν να μην έχουν υπάρξει οι κατακτήσεις του κοινωνικού κράτους και του κράτους δικαίου και πολλά άλλα. Αυτή η αντίληψη αγνοεί επιπλέον το γεγονός ότι ο καπιταλισμός είναι το κατεξοχήν σύστημα της «άνισης ανάπτυξης», και επομένως στην Ελλάδα και ευρύτερα στην Ευρώπη η εξέλιξη της οικονομίας, του κράτους και των θεσμών δεν είναι παρόμοια, π.χ., με της Αργεντινής οι πολίτες της οποίας, λόγω πείνας, εισέβαλαν μαζικά σε σούπερ μάρκετ και βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους μηχανισμούς καταστολής, ούτε με της Βολιβίας όπου οι μεταρρυθμίσεις του προέδρου Μοράλες συναντούν τη λυσσαλέα αντίσταση των ανώτερων υπερσυντηρητικών στρωμάτων που προωθούν σε απόσχιση και αυτονομία ολόκληρες επαρχίες κλπ. Ουδείς επίσης στην Ευρώπη διανοήθηκε, έπειτα από συγκρούσεις συνδικάτων εργαζομένων και κινημάτων πολιτών με ειδικές αστυνομικές δυνάμεις, να θέσει υπό αμφισβήτηση το πολυκομματικό σύστημα και τον κοινοβουλευτισμό.

Ακόμα χειρότερα, η αντίληψη αυτή πετάει στο καλάθι των αχρήστων πολύτιμες επεξεργασίες της Αριστεράς και διανοουμένων όπως ο Πουλαντζάς για το κράτος ως συμπύκνωση της έκφρασης του εκάστοτε συσχετισμού δυνάμεων, άρα και υποκείμενο σε δυνατότητα δημοκρατικής μετεξέλιξης και μετασχηματισμού, και επαναφέρει τη μονολιθική σταλινική παραλλαγή για το κράτος ως εργαλείο μιας κοινωνικής τάξης. Αυτό όμως που ενοχλεί και απογοητεύει περισσότερο είναι ο παρατηρούμενος πνευματικός κομφορμισμός απέναντι στις δυσκολίες για σύγχρονες και τολμηρές επεξεργασίες, που οδηγεί τα νέα πρόσωπα αντί για «φρέσκιες ιδέες» να αναμασάνε με παραλλαγές ξεπερασμένα ιδεολογήματα και καταδικασμένες από την ιστορία αντιλήψεις, θεωρώντας τις μάλιστα και ως ριζοσπαστικές. Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι