1968: η χρονιά των δύο Aνοίξεων

Jacques Rupnik, Αυγή της Κυριακής, 07/09/2008

Σήμερα, 40 χρόνια μετά, όποτε οι αλησμόνητες στιγμές της Άνοιξης της Πράγας και του Παρισιού –χωρίς να ξεχνάμε το Βερολίνο και τη Βαρσοβία– ανακαλούνται σε συνέδρια, δημόσιες συζητήσεις και δημοσιεύματα, ανακύπτει μια χτυπητή αντιπαράθεση Ανατολής και Δύσης, για να δανειστούμε την ορολογία εκείνης της εποχής. Στο Παρίσι, στις τελετές τού –κατά Στάνλεϋ Χόφμαν– "ψυχοδράματος" του Μάη του ’68, ο αυτοθαυμασμός μιας γενιάς τείνει να συγχέεται με την επιθυμία της επόμενης να διεκδικεί για τον εαυτό της την κληρονομιά εκείνων των ημερών· και μάλιστα με ακόμη περισσότερη ορμή, ύστερα από το κατηγορητήριο που απηύθυνε εναντίον τής εν λόγω κληρονομιάς ο νέος Γάλλος πρόεδρος, τον οποίο ο Ντάνιελ Κον-Μπεντίτ περιέγραψε ειρωνικά ως έναν ακουσίως εξεγερμένο του Μάη ’68, καθώς το μόνο που συγκράτησε από τις μεθυστικές εκείνες ημέρες είναι το διάσημο σύνθημα: "Απόλαυση χωρίς περιορισμούς!" (Jouir sans entrave)1. Στην Πράγα, εντωμεταξύ, οι άνθρωποι είναι πολύ λιγότερο πρόθυμοι να τιμήσουν τη μνήμη αυτού που για εκείνους δεν ήταν παρά μια επώδυνη ήττα. Μπορεί ο Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ να υπήρξε, αναμφίβολα, μια γοητευτική προσωπικότητα, ταυτόχρονα όμως αποτέλεσε σύμβολο τόσο των θρυμματισμένων ελπίδων όσο και μιας συνθηκολόγησης που έμελλε να καταστεί ο προάγγελος είκοσι ετών "ομαλοποίησης".

Εντούτοις, αφού επί σειρά ετών έμεινε στη σκιά, εξορισμένη από τη συλλογική μνήμη, η συζήτηση για το ’68 ξαναέκανε την εμφάνισή της στην Πράγα με την αναδημοσίευση στο Literarni Noviny δύο σημαντικών κειμένων τα οποία είχαν γραφτεί αμέσως μετά την κατοχή από τις "αδελφές χώρες". Το ένα είναι του Μίλαν Κούντερα και το άλλο του Βάτσλαβ Χάβελ. Ουσιαστικά, το πρώτο υποστήριζε ότι, παρά την ήττα της, η Άνοιξη της Πράγας διατηρεί την παγκόσμια σημασία της ως μια πρώτη απόπειρα να βρεθεί ένας δρόμος μεταξύ του ανατολικού και δυτικού μοντέλου, ένας τρόπος να συμβιβαστούν ο σοσιαλισμός με τη δημοκρατία. Ο Χάβελ απαντούσε ότι οι μεγάλες κατακτήσεις της Άνοιξης της Πράγας (κατάργηση της λογοκρισίας, αποκατάσταση των ατομικών και συλλογικών ελευθεριών) δεν έκαναν τίποτα περισσότερο από το να επαναφέρουν την κατάσταση που επικρατούσε στην Τσεχοσλοβακία τριάντα χρόνια νωρίτερα και συνέχιζε να είναι θεμελιώδης για την πλειονότητα των δημοκρατικών χωρών. Ιδωμένο από αυτήν τη σκοπιά, το 1989 ήταν ένα αντι-1968: όχι μια μεταρρύθμιση του σοσιαλισμού, αλλά η μεγαλύτερη δυνατή προσκόλληση στη Δύση, ακολουθώντας πιστά το παράδειγμά της. Είκοσι χρόνια μετά τη "Βελούδινη Επανάσταση", στο πλαίσιο της οικονομικής παγκοσμιοποίησης και μιας πρώιμης κρίσης δημοκρατικής αντιπροσώπευσης, ζητήματα σχετικά με τη δημοκρατία, την αγορά και τον "τρίτο δρόμο", τα οποία τέθηκαν το 1968 με την Άνοιξη της Πράγας, είναι και πάλι επίκαιρα.

Υπ’ αυτή την οπτική, η Άνοιξη της Πράγας υπερβαίνει την ιστορία του κομμουνιστικού συστήματος στην ανατολική Ευρώπη και αποκτά πανευρωπαϊκή διάσταση, μια διάσταση η οποία συνδέεται ενίοτε με τη νεολαιίστικη εξέγερση που έλαβε χώρα σε όλο τον κόσμο, σποραδικά, κατά τη διάρκεια του 1968. Η Άνοιξη της Πράγας και ο Μάης του ’68, έτσι, θεωρήθηκαν η έκφραση εξεγέρσεων οι οποίες, αν και σε διαφορετικά πολιτικά πλαίσια, αμφισβητούσαν το καθεστώς που επέβαλε ο Ψυχρός Πόλεμος και επιδίωκαν εναλλακτικές μορφές κοινωνίας.

Οι αναλογίες είναι κυρίως αποτέλεσμα της ταυτόχρονης εμφάνισης των "γεγονότων" του 1968. Το ότι τις κινητήριες δυνάμεις αποτέλεσαν οι διανοούμενοι και μια γενιά σπουδαστών οι οποίοι από την Πράγα έως το Παρίσι (αλλά και στο Βερολίνο, τη Βαρσοβία και το Μπέρκλεϋ) ντύνονταν με τον ίδιο τρόπο, άκουγαν την ίδια μουσική και εκδήλωναν την ίδια δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς της εξουσίας, απορρέει από μια "σύγκρουση γενεών" σε μια εποχή "οικουμενικών αναταραχών", και από ένα "χαλαρό αίσθημα αδελφοσύνης", για να χρησιμοποιήσω τους όρους του Πωλ Μπέρμαν. Ο Μπέρμαν θεωρεί αυτά τα χαρακτηριστικά ως τις ρίζες μιας μετέπειτα σύγκλισης των διαφωνούντων στην Ανατολική Ευρώπη με την αντιολοκληρωτική Αριστερά στη Δύση.

Μια άλλη αναλογία έγκειται στην ιδέα της ενότητας μέσα την ήττα. Οι ουτοπίες των εξεγερμένων του 1968, μολονότι διαφορετικές, στόχευαν στην αμφισβήτηση μιας εσωτερικής και διεθνούς τάξης πραγμάτων που αποτελούσε κληρονομιά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Όθεν και οι ιδεολογικές στρεβλώσεις που ήταν εξίσου καλοπροαίρετες όσο και ανεφάρμοστες (Η Πράγα και η "επανάσταση των εργατικών συμβουλίων") και αποτελούσαν, όλες, στην πραγματικότητα, αντιδράσεις στην "επαναφορά της τάξης" (Mίλα Σίμετσα) και τη διαίρεση της Ευρώπης.

Ταυτόχρονος, όμως, δεν σημαίνει απαραιτήτως και παρόμοιος. Η πρώτη διαφορά είναι πολιτικής ή "ιδεολογικής" φύσης. Για όσους ποθούσαν να δραπετεύσουν από είκοσι χρόνια σοσιαλιστικής ένδειας, δεν υπήρχε τίποτα υποτιμητικό στην "καταναλωτική κοινωνία", την οποία αμφισβητούσε τόσο έντονα το παρισινό κίνημα. Παρομοίως, για όσους επιδίωκαν να επανακτήσουν τα πολιτικά δικαιώματα και τις βασικές ελευθερίες του λόγου και του συνέρχεσθαι, ως προαπαιτούμενα για μια ριζική αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος, δεν υπήρχε τίποτα απαξιωτικό στις λεγόμενες "αστικές ελευθερίες" και εκλογές οι οποίες, κατά τους Γάλλους του Μάη, αποτελούσαν "παγίδα" έπρεπε να καταγγελθούν και να υπερκεραστούν από την άμεση δημοκρατία. Η γαλλική Αριστερά απέρριπτε την αγορά και τον καπιταλισμό, την ίδια στιγμή που στην Πράγα ο Ότα Σικ εισηγούνταν έναν "τρίτο δρόμο" ανάμεσα στον ανατολικό κρατικό σοσιαλισμό και τον δυτικό καπιταλισμό. Το να επιχειρήσεις να υπερβείς αυτό τον ιδεολογικό και οικονομικό διχασμό συνιστούσε απλώς μια επιπλέον μορφή της προσπάθειας να ξεπεράσεις τη διαίρεση της Ευρώπης. Η "επιστροφή στην Ευρώπη", το σύνθημα της "Βελούδινης Επανάστασης" του 1989, ήταν ήδη παρούσα στους πόθους των Τσεχοσλοβάκων το 1968. Ο φιλόσοφος Ίβαν Σβίτακ, ένα από τα enfants terribles της Άνοιξης της Πράγας, έθετε ως εξής τo ζήτημα: "Στα ερωτήματα ’Από πού ερχόμαστε; Με ποιον;’ Και ’Πού πηγαίνουμε’, μπορούμε να δώσουμε μια πολύ περιεκτική απάντηση: ’Από την Ασία, ολομόναχοι και προς την Ευρώπη’". Εντωμεταξύ, στ’ αυτιά ενός αριστερού στο Παρίσι, οι λέξεις "Ευρώπη" ή "Δύση" είχαν έναν απόηχο αποικιοκρατίας ή της "κοινής αγοράς". Το βλέμμα τους, στον διεθνή ορίζοντα, ήταν εντελώς προσανατολισμένο στον Τρίτο Κόσμο, με σημεία αναφοράς που εκτείνονταν από το Βιετνάμ (Χο Τσι Μινχ) μέχρι την Κούβα (Τσε Γκεβάρα) μέσω της κινέζικης Πολιτιστικής Επανάστασης (Μάο).

Η κινητήρια δύναμη της Άνοιξης της Πράγας ήταν ο πόθος για την ελευθερία, ενώ στο Παρίσι η στιγμή της απελευθέρωσης υποχώρησε μπροστά στον μύθο της επανάστασης. Ο Μίλαν Κούντερα τονίζει σωστά την όψη αυτή:

"Ο παρισινός Μάης του ’68 ήταν μια έκρηξη επαναστατικού λυρισμού. Η Άνοιξη της Πράγας ήταν η έκρηξη του μετα-επαναστατικού σκεπτικισμού. Εξαιτίας τούτου, οι Παριζιάνοι φοιτητές αντιμετώπιζαν την Πράγα με κάποια δυσπιστία (ή μάλλον αδιαφορία), ενώ οι φοιτητές της Πράγας απλώς χαμογελούσαν με τις ψευδαισθήσεις των Παριζιάνων, βρίσκοντάς τις (σωστά ή λάθος) αξιοκατάκριτες, κωμικές ή επικίνδυνες [...]. Ο Μάης του ’68 ήταν μια ριζοσπαστική εξέγερση, ενώ αυτό που για αρκετό καιρό οδηγούσε στην έκρηξη της Άνοιξης της Πράγας, ήταν μια λαοφιλής εξέγερση όπου κυριαρχούσαν οι μετριοπαθείς [...]."2

Ο Κούντερα γράφει ακόμα:

"Τον Μάη του ’68, τo Παρίσι αμφισβήτησε τα θεμέλια αυτού που ονομάζουμε ευρωπαϊκό πολιτισμό και τις παραδοσιακές του αξίες. Η Άνοιξη της Πράγας ήταν μια ενθουσιώδης υπεράσπιση της ευρωπαϊκής πολιτισμικής παράδοσης, με την ευρύτερη και πιο ανοιχτή σημασία του όρου (μια υπεράσπιση του χριστιανισμού εξίσου με την μοντέρνα τέχνη – αμφότερα απορριφθέντα από τους κατόχους της εξουσίας). Όλοι αγωνιστήκαμε για το δικαίωμα να διατηρήσουμε εκείνη την παράδοση που είχε απειληθεί από τον αντιδυτικό μεσσιανισμό του ρωσικού ολοκληρωτισμού.

Η απαρχαιωμένη φύση του πολιτικού λόγου που εκφέρονταν στο Παρίσι δεν διευκόλυνε την επικοινωνία ανάμεσα στις δύο πρωτεύουσες παρόλο που και στις δύο περιπτώσεις υπήρχε η αναφορά σε μια μορφή σοσιαλισμού που αντιπροσώπευε μία ρήξη με το σοβιετικό μοντέλο. Η μαρξιστική "βουλγκάτα" του δυτικού αριστερισμού θύμιζε υπερβολικά την αντίστοιχη των ηγετικών δυνάμεων της ανατολικής Ευρώπης [...]".3

Ενώ στη Δύση η "Νέα Αριστερά" ήθελε να ανανεώσει τον μαρξισμό αποκαθαίροντάς τον από τα σταλινικά του κατάλοιπα, οι Τσέχοι προσπαθούσαν, μ’ όλες τους τις δυνάμεις, να τον αμβλύνουν όσο περισσότερο μπορούσαν. "Ο σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο" μπορούσε να στεγάσει τα κυριότερα ιδεολογικά ρεύματα του ’60 (από τη ψυχανάλυση μέχρι τον στρουκτουραλισμό, από τον προοδευτικό χριστιανισμό μέχρι το nouveau roman, από την "επιστημονικοτεχνική επανάσταση" και τη "θεωρία της σύγκλισης" του Ράντοβαν Ρίχτα), σε έναν επαναπροσδιορισμό της έννοιας του Ευρωπαίου.

Το κίνημα του Μάη στο Παρίσι ήθελε να θέσει τον πολιτισμό και τα πανεπιστήμια στην υπηρεσία ενός πολιτικού σχεδίου. Στην Τσεχοσλοβακία όμως η δεκαετία του ’60 αντιπροσώπευε μια –έστω και προσωρινή– διαδικασία απελευθέρωσης της κουλτούρας από τα δεσμά των υπαρχουσών πολιτικών δομών, αποτελώντας πρελούδιο των αναταράξεων του 1968. Η απομάκρυνση της κουλτούρας από την ιδεολογία των δυνάμεων της εξουσίας είχε έναν αντίκτυπο που στην πραγματικότητα ήταν έντονα πολιτικός. Η πολιτική κρίση του καθεστώτος δεν ξεκίνησε με την εκλογή του Ντούμπτσεκ στην ηγεσία του κόμματος στις 5 Ιανουαρίου 1968, αλλά με τις ομιλίες περί ρήξης που εκφωνήθηκαν στο Συνέδριο των Συγγραφέων τον Ιούνιο του 1967 από τον Λούντβικ Βάτσουλικ, τον Μίλαν Κούντερα και τον Αντονίν Λεμ. Η εφημερίδα που έγινε το έμβλημα του Μάη του ’68 ήταν η Action, ενώ για την Άνοιξη της Πράγας ήταν αντίστοιχα το Literarni noviny, το περιοδικό της Ένωσης των Συγγραφέων, το οποίο κυκλοφορούσε σε 250.000 τεύχη, σε μια χώρα με 15 εκατομμύρια κατοίκους. Η δεκαετία του ’60 θα θεωρείται πάντα η χρυσή εποχή της τσέχικης κουλτούρας, είτε μιλάμε για λογοτεχνία (Γιόζεφ Σκβορέτσκι, Λούντβικ Βάτσουλικ, Μίλαν Κούντερα, Ίβαν Κλίμα) είτε για θέατρο (Βάτσλαβ Χάβελ, Πάβελ Κόχουτ, Ότομαρ Κρέιτσα), χωρίς βέβαια να ξεχνάμε το Νέο Κύμα στον τσέχικο κινηματογράφο (Μίλος Φόρμαν, Ιβάν Πάσερ, Γιάρομιλ Γίρες Βέρα Τσιτίλοβα, Γιαν Νέμεκ, Γίρι Μέντσελ).

Αυτό μας οδηγεί σε έναν ακόμη παραλληλισμό ή αντίθεση με όσα "επιβάλλονταν" την ίδια εποχή στο Παρίσι. Η εκπληκτική αφθονία της πολιτιστικής αυτής δραστηριότητας, στην Τσεχοσλοβακία, ευνοούνταν ή διευκολυνόταν από μια εξαιρετική περίσταση όπου η δημιουργικότητα απελευθερωνόταν από τα δεσμά της λογοκρισίας, χωρίς όμως να υποτάσσεται στους καταναγκασμούς της αγοράς. Ο πλούτος αυτός βρίσκεται σε αξιοσημείωτη αντίθεση με τη σχετική πολιτιστική στειρότητα (τόσο στην Πράγα όσο και στο Παρίσι) τις δύο δεκαετίες μετά το 1989. Η πολιτιστική κληρονομιά που σχετιζόταν με το 1968 δοκιμάστηκε με διαφορετικούς τρόπους, ανάλογους με την ήττα της κάθε Άνοιξης. Στην Πράγα καταστράφηκε συστηματικά από το καθεστώς της "ομαλοποίησης" και οι βασικοί της εκπρόσωποι έπεσαν θύματα διώξεων και απαγορεύσεων ή εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη χώρα. Στη Γαλλία, από την άλλη, και γενικότερα στη Δύση, η κληρονομιά αυτή επιβίωσε της αποτυχίας της ριζοσπαστικής ουτοπίας του Μάη του 68 και επεκτάθηκε πέραν αυτής. Η πολιτική οικολογία, ο φεμινισμός, η πολυπολιτισμικότητα και η αμφισβήτηση του παραδοσιακού μοντέλου της οικογένειας ή η αντιαυταρχική εκπαίδευση αποτελούν δείκτες της διαρκούς επιρροής που άσκησε η κληρονομιά αυτή σε μια γενιά που θα διαχειριζόταν τελικά τους κύριους πολιτιστικούς και μιντιακούς θεσμούς της χώρας. Οι Τσέχοι ακτιβιστές του ’68, από την άλλη, είναι μια χαμένη γενιά. Όταν ήρθε η αλλαγή, είκοσι χρόνια αργότερα, προσπάθησαν μάταια να ξαναβρούν την άκρη του νήματος. Οι Γάλλοι ομόλογοί τους κατάφεραν να μετατρέψουν την πολιτική αποτυχία του Μάη του ’68 σε μία πολιτισμική νίκη, στην οποία ταμπέλες όπως "bobo" (boehmian-burgeois: μποέμ-μπουρζουάς) και "liblib" (liberal-libertarian=φιλελεύθερος-ελευθεριακός) αποτελούν συντομογραφίες για τις αλλαγές σε μια γενιά που υπήρξε ανόητα αυτάρεσκη για την ηγεμονία (με την γκραμσιανή έννοια) την οποία κατόρθωσε να ασκήσει στις πολιτιστικές και πολιτικές ελίτ της Γαλλίας.

Πέραν από τις όποιες παρανοήσεις, η διαφορά των δύο Ανοίξεων έγκειται στα διαφορετικό κληροδότημα που άφησαν τα κινήματα του 1968. Το αποτέλεσμα της Άνοιξης της Πράγας ήταν, πρώτα και κύρια, η αποτυχία της μεταρρύθμισης στο εσωτερικό του κομμουνιστικού καθεστώτος, το οποίο στην Ανατολή απαξίωσε, άπαξ διαπαντός, τη "ρεβιζιονιστική" προσέγγιση του Ντούμπτσεκ Την ίδια στιγμή, η Άνοιξη της Πράγας έμελλε να εμπνεύσει στη Δύση τον ευρωκομμουνισμό.

Θέτοντας τα ανθρώπινα δικαιώματα, την κοινωνία των πολιτών και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό στο επίκεντρο της δράσης τους, οι Κεντροευρωπαίοι (και ιδίως οι Τσέχοι) "διαφωνούντες" άσκησαν μια διόλου ευκαταφρόνητη επίδραση στην αντι-ολοκληρωτική Αριστερά στη Γαλλία, μέσα στο νέο πολιτικό και διανοητικό πλαίσιο τής μετά το 1968 εποχής. [...] Έτσι, ο αντι-ολοκληρωτισμός, τα ανθρώπινα δικαιώματα, μια επανεύρεση της κοινωνίας των πολιτών και η ιδέα της Ευρώπης συντέλεσαν στις όψιμες ανακαλύψεις που έγιναν από τους παλιούς εξεγερμένους του Παρισιού και της Πράγας. Παραδόξως, οι ανακαλύψεις αυτές δεν επιβίωσαν της κατάρρευσης του κομμουνιστικού μπλοκ και της διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ακριβώς γιατί η τελευταία υπήρξε περισσότερο μια διεύρυνση της Ε.Ε. παρά μια επανένωση της Ευρώπης.

1. Το ρήμα jouir, στα γαλλικά, έχει και την ειδικότερη σημασία "φτάνω σε οργασμό".

2. Μίλαν Κούντερα, "Η μοίρα της Τσεχίας", Βάτσλαβ Χάβελ, "Μοίρα της Τσεχίας", Literarni Noviny, 27.12.2007.

3. Milan Kundera, "Πρόλογος" στη γαλλική έκδοση του μυθιστορήματος του Josef Skvorecky Mirakl, Gallimard, Παρίσι 1978. Το κείμενο στα αγγλικά, στον τόμο The Achievement of Josef Skvorecky, επιμ. Sam Solecki, University of Toronto Press, Τορόντο 1987, σ. 25-35.

----

Ο Jacques Rupnik είναι ιστορικός, διευθυντής ερευνών στο CERI, Παρίσι. Το άρθρο δημοσιεύεται στο περιοδικό "Transit" της Βιέννης (τχ. 35, καλοκαίρι 2008).

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι