Πολιτική, κουλτούρα και ιστοριογραφία

Iδεολογικά όπλα και εργαλεία μεταρρύθμισης

Γιάννης Βούλγαρης, Τα Νέα, 09/10/2004









H Σμύρνη καίγεται. Ο πόλεμος της Μικρασίας αποτέλεσε τομή στη νεώτερη ιστορία της Ελλάδας

Παραδοξολογώντας λίγο, θα λέγαμε ότι οι συλλογικές παραστάσεις, οι νοοτροπίες και οι συμπεριφορές των Ελλήνων εμποδίζουν την Ελλάδα να συλλάβει τις νέες πραγματικότητες της διεθνοποίησης, της συνάντησης των πολιτισμών και των αναγκαίων εσωτερικών μεταρρυθμίσεων. Προκειμένου να υπερβούμε το πρόβλημα, προκειμένου να φέρουμε εις πέρας θα έλεγε ο Γκράμσι μια διανοητική-ηθική μεταρρύθμιση χρειάζεται να αξιοποιήσουμε πολλά «εργαλεία». Την εκπαίδευση, τη μαζική επικοινωνία, την τέχνη. Πρωτίστως όμως την πολιτική, που εξ ορισμού οφείλει να συνθέτει και να καθοδηγεί. Τουλάχιστον, η σοβαρή μεταρρυθμιστική πολιτική. Από πού όμως αυτή μπορεί να αντλήσει την αναγκαία έμπνευση και τα σχετικά εφόδια, πέρα εννοείται, από τις καθημερινές πολυδιάστατες κοινωνικές αντιπαραθέσεις που αποτελούν την πρώτη ύλη της; Από πολλές μεριές, μία από τις οποίες, όχι τόσο προφανής, είναι η νέα ματιά που ρίχνει η ιστοριογραφία μας και οι συναφείς κοινωνικές επιστήμες στην ιστορία του νεοελληνικού κράτους. Οι αναγνώστες/τριες των «ΝΕΩΝ» είχαν την ευκαιρία να έρθουν σε επαφή με ένα σημαντικό συνθετικό έργο της νέας ιστοριογραφίας. Τους δέκα τόμους της «Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού 1770 - 2000» που ενορχήστρωσε και διηύθυνε ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος. Μπορεί η σύγχρονη ιστοριογραφία να συνδράμει στη μεταρρύθμιση των νοοτροπιών και των συλλογικών παραστάσεων; Μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση των πολιτισμικών προαπαιτουμένων του πολιτικού προγράμματος μιας μεγάλης μεταρρυθμιστικής παράταξης και στην εμπέδωση ενός νέου μη εθνικιστικού πατριωτισμού;

Διαστάσεις


Ο Γιάννης Κορδάτος, ο Γιάννης Ζεύγος, και άλλοι, έγραψαν ιστορία για να θεμελιώσουν το πρόγραμμα της νέας πολιτικής δύναμης

Τα ερωτήματα δεν οδηγούν στον «ζντανοφισμό», στην πρόθεση δηλαδή να υποταχθεί η επιστήμη στην πολιτική σκοπιμότητα. Τονίζουν απλώς τη στενή εσωτερική σχέση πολιτικής και εθνικής ιστοριογραφίας στο μέτρο που αυτή η τελευταία συμβάλλει σημαντικά στη διαμόρφωση της εθνικής κουλτούρας. H ιστοριογραφία, ή η ιστορική αφήγηση γενικότερα, αποτέλεσε πάντα ένα από τα υλικά με τα οποία μια κοινότητα (ομάδα, φυλή, εθνότητα, θρήσκευμα, έθνος, ολόκληρη η ανθρωπότητα) διαμόρφωσε ή αναμόρφωσε την ταυτότητά της, «κατασκεύασε τον εαυτό της» παράγοντας κοινά σύμβολα, κοινές σημασιοδοτήσεις, κοινές αναφορές, συλλογικούς δεσμούς και συναισθήματα αλληλεγγύης. Γι΄ αυτό κάθε ιστοριογραφία έχει μια γνωστική, μια συναισθηματική και μια ηθικο-πολιτική διάσταση. Προσφέρει και συμπυκνώνει μια αντίληψη για τον κόσμο, τον χώρο, τη σχέση της κοινότητας με τον περίγυρο και τους «άλλους». Επιδρά έτσι στον ψυχικό κόσμο των μελών της ενισχύοντας συναισθήματα όπως αφοσίωση, ενθουσιασμό, μίσος, περηφάνια, αυτοθυσία, επιθετικότητα, ξενοφοβία. Προτείνει κριτήρια ηθικής αξιολόγησης και συμπεριφοράς.

Γι’ αυτό κάθε ιστορική τομή παρήγαγε τη δική της ιστοριογραφία. Ακριβώς γιατί άλλαζε τη ματιά στα «πράγματα», άλλαζε δηλαδή τους ανθρώπους και την κουλτούρα τους. Ας θυμηθούμε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα από τη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Ο διαφωτισμός και ο φιλελευθερισμός παρήγαγαν τη δική τους ιστοριογραφία δομημένη στο δίπολο νέα και αρχαία Ελλάδα, με την οποία εξόπλισαν ιδεολογικά τις επαναστατικές δυνάμεις που ίδρυσαν το εθνικό κράτος. Ο ρομαντισμός έπειτα, με τον μεγάλο ιστορικό του K. Παπαρρηγόπουλο, έφτιαξε τη δική του ιστοριογραφική κατασκευή, το τρίσημο σχήμα της «τρισχιλιετούς συνέχειας του ελληνικού έθνους» το οποίο τροφοδοτεί ακόμα τη σύγχρονη συλλογική συνείδηση και τα εκπαιδευτικά προγράμματα, παρ’ ότι από επιστημονική άποψη ανήκει στο παρελθόν. Ο Μεσοπόλεμος με το τραυματικό τέλος της διαδικασίας εθνικής ολοκλήρωσης, τον πόλεμο της Μικρασίας, αποτέλεσε επίσης τομή. Αναμόρφωσε τη ρομαντική αντίληψη, πλουτίζοντάς την ταυτόχρονα πολιτισμικά, κυρίως με τις αναζητήσεις της «ελληνικότητας» από τη «γενιά του ’30».

Εθνική μοναξιά

Την ίδια όμως περίοδο, η εμφάνιση του KKE και η πολιτική - κοινωνική ρήξη που σηματοδοτούσε παρήγαγε τη δική της ιστοριογραφική ματιά. Ο Κορδάτος, ο Ζεύγος, και άλλοι, έγραψαν ιστορία για να θεμελιώσουν το πρόγραμμα της νέας πολιτικής δύναμης. H νικήτρια μετεμφυλιακή Δεξιά πέτρωσε το «τρίσημο σχήμα» στην ιδεολογία της εθνικοφροσύνης, με την οποία νομιμοποίησε την εξουσία της και τον αποκλεισμό των ηττημένων από τον «εθνικό κορμό».

Με τη Μεταπολίτευση σημειώθηκαν δύο σημαντικά γεγονότα. Το πρώτο ήταν η έκρηξη των ιστορικών σπουδών και ερευνών που μαζί με τις άλλες κοινωνικές επιστήμες προσέφεραν σιγά σιγά μια αξιόπιστη οπτική για την κριτική στην παραδοσιακή ιστοριογραφία και νεοελληνική εθνική ιδεολογία. Το δεύτερο ήταν η βαρύνουσα επίδραση που απέκτησε μια επιστημονικά ακαθόριστη αλλά πολιτικά αποτελεσματική «αριστερή-αντιιμπεριαλιστική» οπτική της σύγχρονης ιστορίας μας, που αρθρώθηκε γύρω από τον αντιδυτικισμό και από το «αντιστασιακό» δυναμικό που έβλεπε σε αυτόν η Αριστερά. Κατά τούτο συνήργησε με τη θεσμοποιημένη ρομαντική εθνική ιδεολογία, συμπίπτοντας σε μια ορισμένη ιδέα της «ελληνικότητας» και της «εθνικής μας μοναξιάς». Ήταν δύο γεγονότα με αποκλίνουσες δυναμικές. Το πρώτο, η νέα ιστοριογραφία, οδηγεί σε μια γόνιμη κριτική εθνική αυτογνωσία. Το δεύτερο, η «αριστερή-αντιιμπεριαλιστική» εκδοχή της ρομαντικής εθνικής ιδεολογίας, οδήγησε και οδηγεί στην εθνικιστική μετάλλαξη της Αριστεράς, φαινόμενο που παρατηρείται μετά το τέλος του Διπολισμού.


Οι γνωστικές προϋποθέσεις
H ιστοριογραφία ως σημαντικό μέρος κουλτούρας μιας κοινότητας, της εθνικής κουλτούρας εφόσον μιλάμε για την εποχή μας, έχει άμεση πολιτική σημασία και βαρύτητα. H πολιτική συνδιαλέγεται υποχρεωτικά με την εθνική της ιστοριογραφία. Ο «διάλογος» δεν σημαίνει ότι οι πολιτικοί θα κάτσουν να διαβάζουν Νίκο Σβορώνο ή K.Θ. Δημαρά για να κάνουν πολιτική - αν και κακό δεν θα έκανε. Σημαίνει όμως ότι χρειάζεται να κατανοήσουν τις γνωστικές προϋποθέσεις των αντιλήψεων και του ψυχισμού των πολιτών, στο μέτρο που αυτές τροφοδοτούνται από παγιωμένες ιστοριογραφικές αφηγήσεις αυτοκατανόησης. Είτε για να τις χρησιμοποιήσουν σαν ιδεολογικό όπλο που ενισχύει το status quo, είτε για να τις εντάξουν στα εργαλεία μεταρρύθμισης των συλλογικών παραστάσεων, των νοοτροπιών και των συμπεριφορών. Ιδίως σε περιόδους μετασχηματισμών, όταν αυτές λειτουργούν ανασχετικά στην πρόοδο, στο δημοκρατικό ήθος, στην ανεκτικότητα. Όπως συμβαίνει εδώ και χρόνια στην Ελλάδα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι