Επιστροφή στην προδημοκρατική εποχή

Θανάσης Γιαλκέτσης, Ελευθεροτυπία, 23/10/2004

Το φαινόμενο της «διαπλοκής» και της διαφθοράς -για το οποίο γίνεται πολύς λόγος στις μέρες μας- είναι μάλλον ένα σύμπτωμα μιας βαθιάς κρίσης της δημοκρατίας. Η δημοκρατία λειτουργεί όταν οι πολίτες συμμετέχουν μαζικά και ενεργητικά, όχι μόνον με την ψήφο τους αλλά και με τους αγώνες τους, όταν μπορούν μέσα από τις αυτόνομες οργανώσεις τους να παρεμβαίνουν στο δημόσιο διάλογο και να συμβάλλουν ουσιαστικά στον προσδιορισμό των προτεραιοτήτων και των στόχων της πολιτικής ζωής. Η δημοκρατία λειτουργεί όταν οι οικονομικές και πολιτικές ελίτ δεν είναι σε θέση να ελέγχουν το δημόσιο βίο και να εκμηδενίζουν τη συμμετοχή των πολιτών στην επεξεργασία των πολιτικών προγραμμάτων.

Στο σημερινό μοντέλο «φιλελεύθερης δημοκρατίας», έτσι όπως αυτό λειτουργεί σε όλη την αναπτυγμένη Δύση, η συμμετοχή των πολιτών περιορίζεται στην εκλογική διαδικασία. Η προεκλογική συζήτηση με τη σειρά της είναι ένα θέαμα ελεγχόμενο και καθοδηγούμενο από αντίπαλες ομάδες επαγγελματιών, που είναι ειδικοί στις τεχνικές επικοινωνίας και χειραγώγησης. Η αντιπαράθεση των κομμάτων διεξάγεται γύρω από έναν περιορισμένο αριθμό ζητημάτων, που έχουν επιλεγεί από αυτές τις ομάδες. Η μεγάλη μάζα των πολιτών παίζει ένα παθητικό ρόλο, καθώς περιορίζεται στο να αντιδρά στα μηνύματα που δέχεται. Οι κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται με τη συνεργασία και διαπραγμάτευση των εκλεγμένων κυβερνήσεων και των ελίτ που εκπροσωπούν σχεδόν αποκλειστικά τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Σε αυτές τις συνθήκες, όπου το μεγάλο επιχειρηματικό κεφάλαιο διεκδικεί ευθέως έναν όλο και αυξανόμενο πολιτικό ρόλο, περιορίζεται δραστικά η πιθανότητα να δοθεί προτεραιότητα σε πολιτικές που τείνουν στην αναδιανομή του πλούτου και της εξουσίας και που θέτουν όρια στις αξιώσεις των πιο ισχυρών τομέων της κοινωνίας. Διόλου τυχαία άλλωστε σε όλες σχεδόν τις αναπτυγμένες δημοκρατικές κοινωνίες βλέπουμε να εφαρμόζονται πολιτικά προγράμματα που όχι μόνον δεν περιορίζουν τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες αλλά τείνουν μάλλον να τις επαναφέρουν στα προδημοκρατικά επίπεδα.

Σχεδόν παντού στην αναπτυγμένη Δύση επικρατεί ένα ελιτίστικο μοντέλο «φιλελεύθερης δημοκρατίας», που ελάχιστα ενδιαφέρεται για την ευρεία και ενεργητική συμμετοχή των πολιτών στην πολιτική διαδικασία, ενώ ταυτόχρονα ενθαρρύνει μια μορφή διακυβέρνησης που αποφεύγει τις παρεμβάσεις στη λειτουργία της καπιταλιστικής οικονομίας. Οι συνέπειες είναι πλέον ορατές σε πολλές χώρες. Το κοινωνικό κράτος συρρικνώνεται, ενώ ενισχύεται το ποινικό και αστυνομικό κράτος, που προσφεύγει στην τιμωρία και το σωφρονισμό προκειμένου να αντιμετωπίσει την κοινωνική ανασφάλεια και εξαθλίωση. Μεγαλώνει διαρκώς το χάσμα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς. Η φορολογία χρησιμεύει όλο και λιγότερο στη δικαιότερη αναδιανομή του εισοδήματος, αφού πρωτίστως αποβλέπει στο να προσφέρει πρόσθετα κίνητρα στο κεφάλαιο. Οι πολιτικοί που κυβερνούν ανταποκρίνονται κατά πρώτο λόγο στα αιτήματα των μεγάλων επιχειρήσεων, των οποίων τα ιδιαίτερα συμφέροντα αναγορεύονται σε επιτακτικό δημόσιο και γενικό συμφέρον. Οι φτωχοί παύουν βαθμιαία να ενδιαφέρονται για την πολιτική. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα -όπως για παράδειγμα στην Αμερική- δεν συμμετέχουν ούτε καν στην εκλογική διαδικασία, επιστρέφοντας έτσι στην περιθωριακή θέση που ήταν υποχρεωμένοι να κατέχουν στην προδημοκρατική εποχή.

Στο προδημοκρατικό παρελθόν, οι ελίτ που κυριαρχούσαν στην οικονομική και κοινωνική ζωή μονοπωλούσαν και την πολιτική επιρροή και τα δημόσια αξιώματα. Η γέννηση και η εδραίωση της δημοκρατίας τις υποχρέωσε τουλάχιστον να μοιράζονται αυτά τα πεδία ισχύος μαζί με εκπροσώπους άλλων κοινωνικών ομάδων. Σήμερα ωστόσο, εξαιτίας της αυξανόμενης ισχύος της κεφαλαιοκρατικής επιχείρησης και της εξάρτησης των κυβερνήσεων από τις ροές του πολυεθνικού κεφαλαίου, οδεύουμε προς τη διαμόρφωση μιας νέας κυρίαρχης τάξης, οικονομικής και πολιτικής συνάμα, που κατέχει ιδιωτικό πλούτο και δημόσια επιρροή. Η βασική αιτία της παρακμής της δημοκρατίας είναι αυτή η πλουτοκρατική και νεο-ολιγαρχική της εκτροπή ή, με άλλα λόγια, η πελώρια ανισορροπία που υπάρχει ανάμεσα στην ισχύ των μεγάλων επιχειρήσεων και σε εκείνη των άλλων κοινωνικών ομάδων και ιδιαίτερα των «κατώτερων» τάξεων. Για να πάψει η δημόσια ζωή να αποτελεί υπόθεση που αφορά μικρές και κλειστές ελίτ, για να αναζωογονηθεί η δημοκρατική πολιτική, χρειάζονται ριζοσπαστικά κοινωνικά και πολιτικά κινήματα, ικανά να αντισταθμίζουν και να περιορίζουν την πολιτική ισχύ των οικονομικών συμφερόντων.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι