Αντί να προωθεί την απασχόληση, το κοινωνικό μας κράτος σπρώχνει τους ανθρώπους στην απόγνωση

Some talk about welfare to work. The poor know it as welfare to destitution

Τζένι Ράσελ, The Guardian, Ppol.gr,, 22/08/2009

Ειλικρινά δεν κατανοώ τη στάση της κυβέρνησης όσον αφορά την οικονομική διακινδύνευση. Όταν μεγάλες εταιρείες ή πλούσια άτομα διακινδυνεύουν, η επίσημη άποψη είναι πως πρέπει να επιβραβευθούν για την τόλμη τους να αναλάβουν ρίσκο. Αυτός είναι ο λόγος που η κρατική χρηματοδότηση στα σχήματα συνεργασίας δημοσίου-ιδιωτικού τομέα είναι τόσο επωφελής για τον ιδιωτικό τομέα ή που οι τραπεζίτες εξακολουθούν να λαμβάνουν πελώρια μπόνους ή που τα κέρδη και τα μερίσματα φορολογούνται ελαφρύτερα από τους μισθούς.

Όταν όμως μιλάμε για τους φτωχούς, η ισχύουσα πολιτική τους ζητά να αναλαμβάνουν πελώρια ρίσκα, με μεγάλες πιθανότητες αποτυχίας, χωρίς καν να ελπίζουν σε σημαντικά κέρδη.

Οι μεταρρυθμίσεις για ένα σύστημα κοινωνικής πρόνοιας που θα λειτουργεί ως κίνητρο για την απασχόληση σκοπεύουν να μην ενθαρρύνεται κανείς -εκτός από τους βαριά άρρωστους- να ζει χάρη στα επιδόματα. Πολύ καλά, μόνο που υπάρχουν δυο προβληματάκια.

Το πρώτο το γνωρίζουμε όλοι: όπως απέδειξαν τα τελευταία στοιχεία, δουλειές δεν υπάρχουν.

Το δεύτερο δεν είναι λιγότερο σοβαρό: οι δουλειές δεν είναι αυτό που ήταν παλιότερα. Σύμφωνα με τη ρητορική της κυβέρνησης και των αρμόδιων της κοινωνικής πρόνοιας η εύρεση απασχόλησης είναι η τελική λύση του προβλήματος, κι από εκεί και πέρα ο ευτυχής απασχολούμενος δε έχει να προβληματίζεται παρά για το χρυσούν ωρολόγιον που θα πάρει δώρο όταν συνταξιοδοτηθεί. Αλλά πολλές από τις προσφερόμενες θέσεις απασχόλησης, ιδίως μάλιστα εκείνες που διαφημίζονται στα γραφεία ευρέσεως εργασίας, είναι επισφαλείς, βραχυχρόνιες, μερικής απασχόλησης, με αβέβαια ωράρια. Το να εγκαταλείπει κανείς τη βεβαιότητα των κοινωνικών επιδομάτων για να πάει σε τέτοιες θέσεις εργασίας είναι σαν να επιλέγει να βαδίσει πάνω σε λεπτό στρώμα πάγου. Και χωρίς το απαρχαιωμένο κοινωνικό μας κράτος να έχει προβλέψει καν να μας προμηθεύσει με σωστικές λέμβους και σωσίβια.

Η Μαΐβ Μακ Γκόλντρικ (Maeve McGoldrick) των φιλανθρωπικών «κοινοτικών συνδέσμων», που εργάζεται με ανέργους στο ανατολικό Λονδίνο, τονίζει πως η ισχύουσα κοινωνική πρόνοια απλά είναι ασύμβατη με τις σύγχρονες επαγγελματικές πραγματικότητες. Βασίζεται στην σταθερότητα, που όμως είναι ακριβώς αυτό που έχει γίνει τόσο άπιαστο, ιδίως στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα.

Αν ας πούμε μια άγαμη μητέρα βρει μια σταθερή δουλειά 24 ωρών την εβδομάδα με το βασικό μισθό, το σύστημα ξέρει μια χαρά τι να κάνει: είναι απολύτως εις θέση να υπολογίσει τις φοροαπαλλαγές και τα επιδόματα, που θα καταστήσουν επικερδή αυτήν την απασχόληση.

Το σύστημα τα χάνει όμως όταν καλείται να διαχειριστεί δουλειές με κυμαινόμενες αμοιβές και ταχείες αλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης των ανθρώπων. Και σύμφωνα με την Μακ Γκόλντρικ, η πλειοψηφία των ανέργων κατευθύνεται πλέον σε τέτοιες, επισφαλείς θέσεις εργασίας.

Μιλάμε για θέσεις εργασίας που αμείβονται με προμήθειες -χωρίς ωράριο. Αυτό σημαίνει πως από εβδομάδα σε εβδομάδα οι αμοιβές και τα ωράρια έχουν φοβερά σκαμπανεβάσματα. Μία σχέση εργασίας χωρίς ωράριο, π.χ. σε συνεργείο καθαρισμού ή σε ένα κατάστημα, σημαίνει πως ο υπάλληλος οφείλει να είναι ανά πάσα στιγμή διαθέσιμος να πάει να εργαστεί στις 40 ώρας του εβδομαδιαίου ωραρίου. Αλλά ο εργοδότης δεν είναι υποχρεωμένος να τον καλέσει για δουλειά. Οπότε ο εργαζόμενος μπορεί να εργασθεί 3 ώρες τη μια εβδομάδα, 17 την άλλη, 32 την τρίτη, και 4 στο τέλος του μήνα.

Το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί σε κάτι τέτοιο. Οι χαμηλά αμειβόμενοι δικαιούνται ένα σωρό κοινωνικά επιδόματα. Όταν όμως το εισόδημά τους ανεβοκατεβαίνει από εβδομάδα σε εβδομάδα, τα επιδόματα που δικαιούνται αλλάζουν κι αυτά, και το σύστημα δεν ξέρει πια τι να κάνει. Κανονικά ο εργαζόμενος θα πρέπει να ενημερώνει την κοινωνική υπηρεσία κάθε εβδομάδα, αλλά οι αλλαγές υπολογίζονται μετά από μήνες. Εντωμεταξύ, οι δικαιούχοι διαπιστώνουν πανικόβλητοι πως έχασαν το στεγαστικό τους επίδομα ή το επίδομα απασχόλησης, διότι το κράτος υπέθεσε πως το σημερινό τους εισόδημα ήταν όσο κι εδώ και τρεις εβδομάδες.

Το σύστημα είναι εξίσου κακό για όσους εγκαταλείπουν τα κοινωνικά τους επιδόματα για να πάνε σε μια δουλειά που αποδεικνύεται πρόσκαιρη. Υποτίθεται πως τα επιδόματα στέγασης συνεχίζουν να καταβάλλονται για έναν ακόμα μήνα, αφού βρει δουλειά ο δικαιούχος, αλλά αυτό δε συμβαίνει στις μισές τουλάχιστο περιπτώσεις, διότι οι δικαιούχοι δεν γνωρίζουν αυτό τους το δικαίωμα. Το υπουργείο απασχόλησης και συντάξεων ισχυρίζεται πως αποκαθιστά ταχύτατα τα κοινωνικά επιδόματα όσων απολύονται. Στη σημερινή εποχή, θα πίστευε κανείς πως αυτό θα γινόταν με το πάτημα ενός κουμπιού. Ε, λοιπόν, δεν είναι καθόλου έτσι. Χρειάζεται να στηθείς σε ουρές, να κάνεις ένα σωρό τηλεφωνήματα και να περιμένεις, συχνά για εβδομάδες.

Τέτοιες καθυστερήσεις μπορεί να μη σημαίνουν και πολλά πράγματα για όσους έχουν δουλειά και αποταμιεύσεις. Για όσους όμως ζουν στο χείλος του γκρεμού, όπως αναπόφευκτα συμβαίνει για πολλούς μακροχρόνια ανέργους, η αναμονή αυτή ισούται με οδυνηρή, επώδυνη εμπειρία. Οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν καμία άλλη πηγή εισοδήματος. Ένας μήνας καθυστέρησης του όποιου επιδόματος μπορεί να αρκεί για να τους ρίξει στα νύχια των τοκογλύφων ή να βρεθούν σε χρέη που δεν μπορούν να καλύψουν. Η Κέιτ Ουάρινγκ (Kate Wareing) της «όξφαμ» λέει πως η διαχείριση των στεγαστικών επιδομάτων είναι τόσο ελλιπής που συχνά χρειάζονται έξι εβδομάδες για να επανεγκριθούν. Αυτό προκαλεί στους δικαιούχους τρομερό άγχος. Εντωμεταξύ, υπάρχει κόσμος που χάνει το σπίτι του.

Τα νέα πως υπάρχουν αφερέγγυες δουλειές, που αν τις πάρεις, το σύστημα σε αφήνει ακάλυπτο, κυκλοφορούν αστραπιαία στα γραφεία εύρεσης εργασίας. Όπως είναι λογικό, αυτό οδηγεί τον κόσμο να φοβάται να αφήσει αυτό που ξέρει. Ως άνεργοι μπορεί να μην έχουν πολλά, αλλά τουλάχιστο μπορούν να πληρώνουν το νοίκι, τους λογαριασμούς και τα βασικά τους έξοδα. Όπως ανέφερε πέρσι η έκθεση της «συνόδου των συνδικάτων» (TUC) για την επισφαλή εργασία, για τους ανθρώπους αυτούς «η ασφαλής ροή εισοδήματος αποτελεί απόλυτη προτεραιότητα. Η διακινδύνευση μιας -καταστροφικής- υποχώρησης του εισοδήματός τους καθώς αλλάζουν επαγγελματική κατάσταση είναι υπερβολικά μεγάλη».

Δυστυχώς όμως, η σημασία αυτής της ανασφάλειας και της αβεβαιότητας υποτιμάται συστηματικά. Η κυβέρνηση π.χ. θεωρεί πως απάντηση στο πρόβλημα είναι οι φοροαπαλλαγές που προσφέρει σε όσους εργάζονται. Η αλήθεια αντιθέτως είναι πως η φορολογική πολιτική μπορεί ακόμα και να χειροτερεύσει τη ζωή όσων δεν έχουν σταθερά εισοδήματα ή μετακινούνται διαρκώς μεταξύ απασχόλησης και ανεργίας. Στο τέλος του έτους, μπορεί να κληθούν να πληρώσουν φόρο χιλιάδων λιρών, ένα σοκ που δεν μπορούν να αντέξουν. Τελικά το πιο λογικό είναι να μην αποδέχονται τις θέσεις εργασίας που τους προσφέρονται.

Η κυβέρνηση έχει «κολλήσει» στο σύνθημα πως «η δουλειά είναι πάντα αποδοτική». Κηρύσσει τις αρετές της ένταξης στην αγορά εργασίας, ανεξαρτήτως συνθηκών και στο αξίωμα πως η χαμηλή αμοιβή δεν είναι παρά «μια αρχή» κι από εκεί και πέρα θα έρθουν και οι καλές αμοιβές. Το έκτακτο επίδομα που δίνει στις άγαμες μητέρες που βρίσκουν δουλειά μέσω του κρατικού προγράμματος ενεργούς απασχόλησης «νιου ντιλ» σταματάει μετά από ένα χρόνο, προφανώς διότι υποτίθεται πως μετά από 12 μήνες πια, η άγαμη μητέρα θα πληρώνεται καλύτερα. Πράγμα που στην πραγματικότητα είναι απίθανο: ήδη από το 1999, μία έκθεση του υπουργείου οικονομικών προειδοποιούσε πως οι κακά αμειβόμενες θέσεις εργασίας σπάνια οδηγούν σε καλύτερα αμειβόμενη απασχόληση. Οι μέρες που κάποιος ξεκινούσε από παιδί για τους καφέδες κι έφτανε να γίνει διευθύνων σύμβουλος έχουν τελειώσει από καιρό, εν μέρει διότι το παιδί για τους καφέδες είναι πια υπάλληλος σε εταιρεία κέτερινγκ και δουλεύει σε πολλές επιχειρήσεις, στις οποίες πιθανότατα κανείς δεν ξέρει ούτε το όνομά του.

Χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε αυτή τη νέα κατάσταση. Αλλιώς θα είναι λογικό ο κόσμος να επιδιώκει την ασφάλεια των επιδομάτων πιθανότατα δουλεύοντας παράλληλα «μαύρα» για να διαθέτει τουλάχιστο ένα στοιχειώδες δίκτυ ασφαλείας. Το TUC και πολλές οργανώσεις καταπολέμησης της φτώχειας θεωρούν πως η απαιτούμενες αλλαγές θα χρειαστούν, ούτε λίγο, ούτε πολύ τον εκ βάθρων ανασχεδιασμό του κοινωνικού μας κράτους, σύμφωνα με τις συνθήκες του 21ου αιώνα.

Η κυβέρνησή μας έχει ευθύνες διότι ασπάστηκε τις θεωρίες της ευέλικτης εργασίας και της εξατομίκευσης των συνθηκών εργασίας. Οι επιχειρήσεις μείωσαν το ρίσκο τους, μεταφέροντάς το στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα που μπορούσαν, στον ανειδίκευτο εργάτη. Βάλαμε στην πρώτη γραμμή του πολέμου κατά της κρίσης εκείνους ενώ είναι οι λιγότερο εξοπλισμένοι να την αντιμετωπίσουν, οικονομικά και ψυχολογικά.

Έχει πια δημιουργηθεί ένα ολόκληρο κοινωνικό στρώμα που κατά πάσα πιθανότητα θα περάσει τη ζωή του ανάμεσα στη χαμηλόμισθη απασχόληση και την ανεργία. Αν θέλουμε να κάνουμε τουλάχιστο ανεκτή τη ζωή τους, το μόνο που μένει είναι να ενισχύσουμε της «γέφυρες» προς την απασχόληση και τον εξοπλισμό τους κατά της ανεργίας, κάνοντάς τα πολύ πιο γερά από ότι είναι σήμερα.

---

Η Jenni Russell είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος

Θέμα επικαιρότητας:
Η Ευρώπη των 27

Σύνολο: 86 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι