Το επίδικο ζήτημα της Ανανεωτικής Αριστεράς

Στέφανος Δημητρίου, 26/08/2009

Η πολιτική αποτίμηση του προσφάτου εκλογικού αποτελέσματος, δηλαδή της εκλογικής αποτυχίας που σημείωσε ο ΣΥΡΙΖΑ, καταδεικνύει τα όρια αυτού του συνεργασιακού σχήματος. Για την ακρίβεια, δεν δείχνει απλώς τα όρια της εκλογικής του ισχύος και ανάπτυξης – αν και νομίζω ότι πρόκειται για σταδιακή απίσχνανση – αλλά τα όρια της πολιτικής του δικαιολόγησης. Εξηγούμαι: πιστεύω ότι η σχετική συζήτηση δεν θα πρέπει να περιορίζεται μόνο στη σχέση του ΣΥΝ. με τον ΣΥΡΙΖΑ, καθώς και στην πολιτικώς επιτακτική αποδέσμευση του ΣΥΝ. από αυτόν, αλλά θα πρέπει να αφορά κυρίως την προοπτική της ανανεωτικής αριστεράς καθεαυτήν ως ιδεολογικού ρεύματος που μπορεί και οφείλει να συγκαθορίσει την ιδεολογική φυσιογνωμία του πολιτικού της φορέα, δηλαδή του ΣΥΝ. Σαφέστερα: Στο τεύχος 138 του Πολίτη, τον Νοέμβριο του 2008, δημοσιεύτηκε άρθρο του Άγγελου υπό τον τίτλο «Ανανεωτική Αριστερά: Τέρμα; Όχι βέβαια». Νομίζω ότι η στεντορείως δηλούμενη αισιοδοξία και σιγουριά που εκφράζεται με το «όχι βέβαια» δεν ισχύει στην ενεστώσα πολιτική συγκυρία, σε ό,τι αφορά τη δική μας αριστερά (δική μας με τις όποιες εσωτερικές διαφοροποιήσεις και εκδοχές, αλλά πάντως πρόκειται για την ανανεωτική αριστερά του δημοκρατικού σοσιαλισμού) αλλά και τον ευρύτερο χώρο της. Το «όχι βέβαια», που όλοι συμμεριζόμασταν τότε ως κοινή πεποίθηση για την αίσια προοπτική της ανανεωτικής αριστεράς, πλέον υπάρχουν λόγοι εξαιτίας των οποίων τίθεται υπό αμφισβήτηση. Έτσι, από τη στιγμή που από αναμφιλέκτως ισχύουσα παραδοχή και πεποίθηση τίθεται εν αμφιβόλω, τότε μετατρέπεται σε πρόβλημα, σε ένα επίδικο ζήτημα που τελεί υπό διακύβευση, δηλαδή μετατρέπεται σε στοίχημα. Τα στοιχήματα, όπως καλώς γνωρίζουμε, ή κερδίζονται ή χάνονται. Πιστεύω ότι έτσι προσδιορίζεται η κατάσταση στην οποία ευρίσκεται τώρα η ανανεωτική αριστερά. Το επίδικο πολιτικό ζήτημα που την αφορά είναι το αν θα συνεχίσει να υπάρχει.

1.Το πολιτικό πλαίσιο του ζητήματος

Η πρόσφατη εκλογική αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ, όπως και αν την προσεγγίσει κανείς και ανεξάρτητα από τους πολυσχιδείς λόγους που μπορεί να αναζητήσει και να εξεύρει, για να την εξηγήσει, δηλοί σαφώς την απόσταση του συγκεκριμένου φορέα από τις προσδοκίες μεγάλου μέρους του εκλογικού σώματος το οποίο αρχικώς – και σύμφωνα με τις πρώτες δημοσκοπικές μετρήσεις τις οποίες όλοι θυμόμαστε – διέκειτο φιλικώς προς αυτόν. Αυτοί οι φίλα διακείμενοι πολίτες και πιθανοί – κατά δήλωσή τους, τότε – ψηφοφόροι προέρχονταν από τον χώρο του ΠΑΣΟΚ αλλά και όμορους με την αριστερά χώρους και αναζητούσαν μία ισχυρή και, ως εκ τούτου, πολιτικώς ηγεμονική πρόταση, ικανή να καλύψει το χαίνον κενό που κατέλιπε η απουσία αριστερής σοσιαλδημοκρατίας στη χώρα μας, όπως, άλλωστε, συνέβη και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Αυτή η προσδοκία δεν χρειαζόταν να εκληφθεί ως λόγος ή και προανάκρουσμα μετατροπής του ΣΥΝ. σε σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Θα ήταν αρκετό να εκλαμβανόταν ως σηματωρός για τον προσανατολισμό του προς τη σύνταξη ενός προγράμματος ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων οι οποίες θα ετύγχαναν της ευμενούς αποδοχής αυτού του μεγάλου μέρους του εκλογικού σώματος, ακριβώς επειδή θα εύρισκαν ισχυρό έρεισμα όχι μόνο στις προσδοκίες αλλά και στις επιτακτικές ανάγκες αυτού του μεγάλου μέρους της κοινωνίας.

Αυτός ο προσανατολισμός θα μπορούσε να χαραχθεί ως μέρος μιας γενικότερης στρατηγικής η οποία αφεύκτως θα προσδιόριζε και τη σχέση της αριστεράς με την κοινωνία. Η χάραξη οποιουδήποτε προσανατολισμού είναι θέμα και αποτέλεσμα επιλογής. Επιλέγουμε να πάμε προς τα εδώ ή προς τα εκεί. Ποιο ήταν το «εδώ» και το «εκεί» στη συγκεκριμένη περίπτωση; Η πλειοψηφία του ΣΥΝ. εξέλαβε αυτή τη συγκυριακή μετατόπιση μεγάλου μέρους των πολιτών προς τον ΣΥΡΙΖΑ ως επιβεβαίωση αυτού του συνεργασιακού σχήματος και της ασαφούς, γι’ αυτό και άγνωστης στους περισσοτέρους, προγραμματικής του κατεύθυνσης, ενώ, από την άλλη, αυτό το μετατοπισθέν προς τα αριστερά τμήμα εξεδήλωνε την προτίμησή του στον ΣΥΝ. (αυτόν ήξερε άλλωστε) και τον δημοσκοπικώς ανερχόμενο νεοκλεγέντα, τότε, πρόεδρό του. Ο ΣΥΡΙΖΑ ως συνεργασία αριστερίστικων – στην πλειονότητά τους – οργανώσεων, μία εκ των οποίων αξιολογεί την πορεία του αριστερού κινήματος, στη χώρα μας, με βάση το τι κόστισε η 6η ολομέλεια του ΚΚΕ, το ΄56, και η συνακόλουθη «ανατροπή του γραμματέα του, σ. Νίκου Ζαχαριάδη, από τους χρουτσωφικούς, κολιγαννικούς ρεβιζιονιστές», ετίθετο στην ελάσσονα κλίμακα του ενδιαφέροντος. Η γνησίως εκφρασθείσα προσδοκία αυτού του τμήματος της κοινωνίας, για να καλυφθεί το πολιτικό κενό για το οποίο έγινε λόγος πριν, θεωρήθηκε περίπου ως ολίσθηση στη σοσιαλδημοκρατία και τον ρεφορμισμό. Αντιμετωπίστηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ και από αρκετούς – σαφώς όχι από όλους – εντός του ΣΥΝ. υποστηρικτές και υπερμάχους του περίπου ως «δεν τα σηκώνουμε εμείς αυτά». Αυτή ήταν πράγματι μια επιλογή που, όπως και η αντίθετή της – αυτή που ανέφερα πρώτη – είναι κατανοητή και εξηγήσιμη μόνο ως μέρος, δυνατότητα και αποτέλεσμα συγκεκριμένης γενικότερης στρατηγικής. Το πολιτικό πλαίσιο εντός του οποίου τίθεται το ζήτημα της ανανεωτικής αριστεράς οροθετείται ακριβώς από τη διαφορετική στρατηγική και το ιδεολογικό έρμα που στηρίζει την καθεμία από αυτές. Με αυτήν την έννοια, τελεί υπό διακύβευση το τι θα είναι στο εξής η αριστερά.

2. Λίγο πριν από την εκφώνηση του πολιτικού λόγου, θα πρέπει να έχει συντελεσθεί η άρθρωση και η διατύπωσή του

Η κατισχύσασα άποψη ως προς τον προσανατολισμό του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ ανέδειξε, όπως εξάλλου ήταν φυσικό, και τον συγκεκριμένο πολιτικό λόγο με τον οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ θα απευθύνεται, όπως και κάνει άλλωστε, στην κοινωνία. Πρόκειται για τον «αντισυστημικό λόγο» ο οποίος δεσπόζει στη σχετική συζήτηση, ενώ, ταυτοχρόνως, απετέλεσε και το συμπεφωνημένο κριτήριο με το οποίο αποτιμάται ο ριζοσπαστισμός του ΣΥΡΙΖΑ, χάριν της διατήρησης του οποίου είναι ανεκτή η εκλογική αποτυχία. Το πρόβλημα όμως, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι αυτό. Πρόβλημα πιστεύω ότι είναι η ασαφής ταυτότητα του όρου «αντισυστημικός λόγος», η αοριστόλογη διατύπωσή του, η οποία επιτρέπει σε αυτόν να έχει κάθε φορά οποιοδήποτε επιθυμητό και βολικό, αναλόγως της συγκυρίας, περιεχόμενο, επειδή, ακριβώς λόγω της αοριστίας του, δεν έχει ποτέ κανένα συγκεκριμένο περιεχόμενο. Συνεπώς, είναι δύσκολη η συγκεκριμένη αποτίμηση και αξιολόγησή του. Βεβαίως, αν κάτι, εν προκειμένω ο δεσπόζων, στρατηγικής ισχύος πολιτικός λόγος ενός φορέα, είναι αόριστο και ανέλεγκτο, δύσκολα συγκεντρώνει το ενδιαφέρον των ανθρώπων που χειμάζονται από την αναλγησία αυτού ακριβώς του συστήματος. Αυτοί κατατρύχονται από συγκεκριμένες δυσκολίες και περιμένουν την αντιμετώπιση των προβλημάτων τους τώρα και πριν από την οποιαδήποτε «συστημική» ανατροπή. Αυτή η απλή παραδοχή προσδιορίζει και το βασικό πρόβλημα που προκύπτει από τον στεντορείως εκφωνούμενο «αντισυστημικό λόγο»: η αριστερά πρέπει να είναι εντός ή εκτός των ορίων του συστήματος; Αγωνίζεται για βαθιές και ριζοσπαστικές μεταρρυθμιστικές αλλαγές, που αμφισβητούν τον κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο προσανατολισμό αυτού του συστήματος, ή κινείται επί της ακμής των ορίων του;

Το πρόβλημα των ορίων και η απάντηση σε αυτό καθορίζει το περιεχόμενο της ακολουθητέας στρατηγικής και, κατά συνέπεια, προσδιορίζει και την ιδεολογική ταυτότητα της αριστεράς, ανανεωτικής και μη. Βάσει των ανωτέρω, η θρυλούμενη «ενότητα της αριστεράς» όχι μόνο δεν είναι εφικτή, αλλά, σε ιδεολογικό και στρατηγικό επίπεδο, δεν πρέπει να είναι ούτε και επιδιωκτέα ή, έστω, επιθυμητή. Οι διαφορές με το ΚΚΕ, αλλά και με τις αριστερίστικες ομάδες και οργανώσεις,είναι βαθιές και αγεφύρωτες και έτσι θα πρέπει να παραμείνουν. Δεν πρέπει να υπάρξει συγκεραστική των διαφορών πολιτική που θα ενώνει τα διεστώτα μέρη, διότι κάτι τέτοιο θα ανέτρεπε όλη την πορεία των ρήξεων και των τομών μέσα από τις οποίες προέκυψε η ανανεωτική αριστερά, έχοντας διανύσει την πορεία που σηματοδοτούν οι σταθμοί: Ε.Δ.Α., Κ.Κ.Ε. εσωτερικού, Ε.ΑΡ. (η οποία μάλλον κακώς εγκαταλείφθηκε), ΣΥΝ.

Αυτή η πορεία διεμόρφωσε την ιδεολογική φυσιογνωμία της ανανεωτικής αριστεράς και της προσέδωσε ισχυρό ηθικοπολιτικό πρόσημο. Αυτή ακριβώς η φυσιογνωμία χάνεται μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ. Όταν σβήνουν, λίγο-λίγο, τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά, τότε, ύστερα από λίγο, χάνεται και η ιδιαιτερότητα του προσώπου. Αυτή είναι η πολιτική διακύβευση υπό την οποία τελεί η ανανεωτική αριστερά: κινδυνεύει να μη φαίνεται, επειδή, λίγο-λίγο, σβήνουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της και χάνει το πρόσωπό της.

3. Ο πολιτικός ριζοσπαστισμός του αριστερού ρεφορμισμού: η Αριστερά ως ισχυρή μεταρρυθμιστική δύναμη υπέρ του δημοκρατικού σοσιαλισμού

Η αναγκαία εναντίωση στον «αντισυστημικό λόγο» του νεοαριστερισμού, καθώς και των εκδοχών του ιδεολογικού του δογματισμού, δεν θέτει μόνο το ζήτημα των ορίων, εντός ή εκτός των οποίων – αναλόγως της επιλεγείσης στρατηγικής πάντα – θα πρέπει να κινείται η αριστερά, αλλά και το απολύτως συναφές με αυτά τα όρια πρόβλημα του δημόσιου πολιτικού χώρου. Η αριστερά, και δη και η ανανεωτική αριστερά, προσδιορίζεται και διά της στενής αναφοράς της σε αυτόν τον χώρο και την παράδοση της πολιτικής δημοκρατίας. Στη χώρα μας, μάλιστα, ο δημόσιος χώρος τιτρώσκεται από πλήθος ανορθολογικών, πελατειακών και άλλων, συμπράξεων αλλά και ατομικών, συνήθως, πρωτοβουλιών που αποσκοπούν στην επίτευξη στενά ατομικών ωφελημάτων και στη θήρευση αντίστοιχων στόχων, οι οποίοι εδραιώνουν τη θέση του ιδιωτικού, καθώς και της κερδαλέας συμπεριφοράς που αφορμάται από αυτό, και το οποίο επελαύνει σε βάρος του δημοσίου αγαθού. Η υπεράσπιση του δημοσίου αγαθού πρέπει να αποτελεί βασική αξιολογική προτεραιότητα για την αριστερά. Αυτός ο στόχος μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από τη βαθιά μεταρρυθμιστική αναδιάρθρωση αυτού του συστήματος και όχι μέσω της αντισυστημικής ανατρεπτικής του υπέρβασης. Το δημόσιο αγαθό και ο αντίστοιχος δημόσιος πολιτικός χώρος, δηλαδή το πεδίο της δημοσιότητας και της διαβούλευσης των πολιτών, είναι τα όρια εκτός των οποίων διαπύρως επιθυμούν να κινηθούν οι νεοαριστεριστές του ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ισχύει για όλους όσοι ανήκουν ή πρόσκεινται σε αυτόν. Είναι η κεντρική, από ό,τι φαίνεται, πολιτική κατεύθυνση του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι η κατεύθυνση που οδηγεί «έξω από τα όρια του συστήματος» και, ως εκ τούτου, αφήνει εκτεθειμένο τον δημόσιο πολιτικό χώρο – ως δημιούργημα απότοκο της αστικής πολιτικής δημοκρατίας – στη δραστηριότητα των ιδιωτικών, ομαδικών-συντεχνιακών ή ατομικών, συμφερόντων.

Ωστόσο, παρεισφρέουν δύο βασικά ερωτήματα: Ποια είναι η σπουδαιότητα αυτού του χώρου και, δοθείσης της όποιας αξίας του, αυτός ο δημόσιος πολιτικός χώρος είναι στενά και περιορισμένα εθνικός;

Τα αξιακά αιτήματα για εμβάθυνση της δημοκρατίας, για ισότητα και δικαιοσύνη, τα οποία απετέλεσαν και εξακολουθούν να αποτελούν δεσπόζοντα και εμβληματικά γνωρίσματα της αριστεράς, συγκροτούνται και υποβάλλονται στον χώρο της πολιτικής δημοσιότητας. Για την ακρίβεια προαπαιτούνται για τη σύσταση αυτού του χώρου και την καθίδρυση της έλλογης πολιτικής και πρακτικής διαβούλευσης, εφόσον η τελευταία καθίσταται δυνατή εδραζόμενη σε αυτές τις αξιακές προϋποθέσεις και εξαρτάται από αυτές. Αυτός ο δημόσιος χώρος δεν μπορεί να είναι περιορισμένα εθνικός, όπως άλλωστε και το αξιακό πλέγμα των όρων που τον συνέχουν και τον διασφαλίζουν. Η διακινδύνευση και, κυρίως, η άρση αυτών των όρων διατρύουν τον δημόσιο πολιτικό χώρο, επειδή διασαλεύεται η συνοχή των αξιακών αρχών, επί τη βάσει των οποίων αυτός συγκροτήθηκε. Αυτή ή διασάλευση και η κατακρήμνιση του δημόσιου αγαθού χαρακτηρίζει το καθεστώς της πολιτικής δημοσιότητας σε όλη τη νεοφιλελεύθερη Ευρώπη και όχι μόνο στη χώρα μας, παρόλο που σε αυτήν παρατηρούνται και σημειώνονται τα πλέον εξαμβλωματικά φαινόμενα που αποτελούν έκτυπα γνωρίσματα της βαθιάς δημόσιας κρίσης και παρακμής.

Τα ανωτέρω υποδεικνύουν ως απολύτως αναγκαίο τον επαναπροσδιορισμό της αριστεράς ως ριζοσπαστικής μεταρρυθμιστικής δύναμης – δηλαδή σαφέστατα και διακεκηρυγμένα ρεφορμιστικής – η οποία αναδέχεται το βάρος της προβολής, τής διεκδίκησης και της υπεράσπισης των αιτημάτων που προέταξε, σε όλη την Ευρώπη, ο μεταρρυθμιστικός σοσιαλισμός ως αιτήματα συγκρότησης και στερέωσης του κράτους δικαίου και του κοινωνικού κράτους. Η καταβαράθρωση αυτών των πυλώνων συνδέεται με την εγκατάλειψη των αιτημάτων της ίσης ελευθερίας, της αυτονομίας και της αλληλεγγύης, δηλαδή των αξιών που συνείχαν το πλέγμα των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, το οποίο ανέδειξε η γαλλική επανάσταση και το οποίο απετέλεσε οδηγητική αρχή για όλες τις ριζοσπαστικές αλλαγές. Η αποδιάρθρωση αυτού του αξιακού πλέγματος, που ανεδείχθη από την αστική επανάσταση, οδήγησε στη νεοφιλελεύθερη διάλυση του κοινωνικού κράτους. Η εκπορευόμενη από αυτήν τη διάλυση συνέπεια είναι η υπονόμευση των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων και η αποδυνάμωση της πολιτικής δημοκρατίας στην Ευρώπη.

Η προρρηθείσα λοιπόν αναφορά στον δημόσιο πολιτικό χώρο και στο αξιακό του πλαίσιο τονίζει ότι πρέπει να αποτελεί στρατηγικής σπουδαιότητας κατεύθυνση και επιλογή η υπεράσπιση της μεγάλης σοσιαλιστικής παράδοσης του 20ου αιώνα, δηλαδή η επιδίωξη του γενικού συμφέροντος, η οποία μόνο εντός του δημόσιου πολιτικού χώρου είναι δυνατή, ως πραγμάτωση των αξιών που συνδέονται με τον σοσιαλισμό με δημοκρατία και ελευθερία, μέσα από βαθιές και ριζοσπαστικές μεταρρυθμιστικές αλλαγές. Στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού δημόσιου πολιτικού χώρου, καθώς, βεβαίως, και στην πολιτική δημοσιότητα – άρα εντός των ορίων – εκάστου εθνικού κράτους, είναι αναγκαία η υπεράσπιση κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων, δηλαδή η συνάφεια βασικών αρχών του εξισωτικού πολιτικού φιλελευθερισμού, ο οποίος διαφέρει ουσιωδώς και ανταγωνιστικώς με τον οικονομικό φιλελευθερισμό, με τις αρχές και τις αξίες του δημοκρατικού σοσιαλισμού: έχει στοιχεία πολιτικού φιλελευθερισμού ο σεβασμός και η προάσπιση των ατομικών δικαιωμάτων, σε συνδυασμό και ουσιώδη συνάφεια με το αίτημα για καθολική δικαιοσύνη, κοινωνικά δικαιώματα, ισότητα και ελευθερία που προτάσσει ο δημοκρατικός σοσιαλισμός. Ο τελευταίος θα πρέπει να διασφαλίζει τα πρώτα, για να είναι δημοκρατικός, αλλά και να διεκδικεί την κραταίωση των δεύτερων, ώστε να παραμένει σοσιαλισμός.

Εκ των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η αριστερά – και οπωσδήποτε η ανανεωτική αριστερά – συνδέεται αρραγώς με αυτή τη δημοκρατική-σοσιαλιστική παράδοση, η οποία, χωρίς να εγκαταλείπει τον στρατηγικό στόχο της διαρκούς και βαθιάς κοινωνικής αλλαγής, την οποία διατρανώνει ο δημοκρατικός σοσιαλισμός, ουδόλως περιφρονεί την πολιτική δημοκρατία και τον δημόσιο πολιτικό χώρο της. Στην ευρωπαϊκή διάσταση αυτού του χώρου αναδεικνύεται το ριζοσπαστικό αίτημα για τη σύγχρονη επαναθεμελίωση του κοινωνικού κράτους, καθώς και για την υπεράσπιση του κράτους δικαίου. Η παράδοση του δικαιικού πολιτισμού και των κορυφαίων αξιών του, όπως είναι η ίση ελευθερία και αυτονομία, καθώς και η καθολική, κοινωνική δικαιοσύνη, συνδέουν την αριστερά με τον ευρωπαϊκό μεταρρυθμιστικό σοσιαλισμό, ο οποίος ανέδειξε την προτεραιότητα αυτών των αιτημάτων, αλλά και με τη ριζοσπαστική κριτική προς τη σοσιαλδημοκρατική τους εγκατάλειψη.

Η υπεράσπιση του κοινωνικού κράτους και του κράτους δικαίου δεν είναι δυνατή εντός των στενών εθνικών ορίων, όπως, άλλωστε, και η κατάσταση της διακινδύνευσης, στην οποία έχουν περιέλθει, δεν αφορά μόνο τη χώρα μας ούτε και άλλες χώρες μεμονωμένα και ανεξάρτητα. Αν η αριστερά στραφεί, όπως οφείλει, στην πρόταξη και την υπεράσπιση αυτών των αιτημάτων, τότε αναποδράστως θα αναδείξει τη μεταρρυθμιστική τακτική των βαθιών κοινωνικών αλλαγών σε στρατηγικό στόχο, δηλαδή στη στρατηγική του ριζοσπαστικού μεταρρυθμισμού που αποσκοπεί στον σοσιαλισμό με δημοκρατία και ελευθερία, μια στρατηγική που υπερβαίνει κατά πολύ τις απλές μεταρρυθμιστικές βελτιώσεις του σημερινού νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού.

Η ανωτέρω στρατηγική επιλογή και κατεύθυνση αναγνωρίζει ως μέρος της, δηλαδή ως στρατηγικής σπουδαιότητας επιλογή, τον αριστερό ευρωπαϊσμό, το περιεχόμενο του οποίου εξηγήθηκε στα προηγούμενα. Αυτή η επιλογή εξειδικεύεται στο αίτημα για την πολιτική και συνταγματική ενοποίηση της Ευρώπης, με στόχο τη δημοκρατική συμμετοχή των λαών της Ευρώπης στον δημόσιο πολιτικό χώρο της, καθώς και στο αίτημα για υπεράσπιση του κοινωνικού κράτους και του κράτους δικαίου μέσα από τη πολιτική της ενότητα. Αυτά τα δύο αιτήματα αποτελούν τον δίαυλο από τον οποίο θα διέλθει η πολιτική της αριστεράς, για να αχθεί προς τα ευρύτερα και ασθενέστερα τμήματα της κοινωνίας, σε αυτά δηλαδή στα οποία εκ της εννοίας της οφείλει να απευθύνεται.

Αν όλα αυτά συναποτελούν τα χαρακτηριστικά της ιδεολογικής φυσιογνωμίας της ανανεωτικής αριστεράς, τότε μπορούμε να καταλάβουμε γιατί το πρόσωπό της χλομιάζει όλο και περισσότερο, όπως ισχυρίστηκα στην αρχή αυτού του άρθρου. Το κράτος δικαίου και το κοινωνικό κράτος δεν μπορεί κανείς να το υπερασπιστεί με τον διαρκή «κινηματισμό» και τον «αντισυστημικό λόγο» της αριστερής πολιτικής που θέλει να είναι εκτός ορίων, διότι τα δύο αυτά αιτήματα σηματοδοτούν τα όρια της πολιτικής δημοκρατίας και των αξιών που ορίζουν τον δημόσιο πολιτικό χώρο της, αυτόν δηλαδή έξω από τον οποίο δεν έχει πρόβλημα να κινηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ, μόνο που θα ευρεθεί και εκτός κοινωνίας. Η «δεύτερη αριστερή στροφή» ολοκληρώνει την απόσταση από όλα τα παραπάνω και, όπως φαίνεται, θα είναι η στροφή που κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ γύρω από τον εαυτό του. Είναι η στροφή γύρω από τον αρτιγέννητο αριστερισμό ο οποίος όλα τα προηγούμενα τα χλευάζει ως ρεφορμιστικό συμβιβασμό με το σύστημα, το οποίο, όμως, δεν έχει να φοβηθεί το παραμικρό από οποιονδήποτε βρυχάται έξω από τα όριά του. Ούτως ή άλλως, οι από μέσα δεν θα μπορούν να τον ακούσουν.

Η απόρριψη της μεταρρυθμιστικής στρατηγικής του δημοκρατικού σοσιαλισμού – της μόνης δηλαδή δυνατότητας να επανασυνδεθεί η αριστερά με την παράδοση που εκτείνεται από την ιστορική κομμουνιστική ανανέωση, τα ποικίλα κοινωνικά κινήματα μέχρι και την καθημαγμένη, σήμερα, αριστερή σοσιαλδημοκρατία, χωρίς να παραβλέπουμε τον ριζοσπαστικό χαρακτήρα της και τη συνεισφορά της στον ριζοσπαστικό σοσιαλιστικό μεταρρυθμισμό των αρχών του 20ου αιώνα αλλά και του μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους – όντως οδηγεί σε μια «δεύτερη αριστερή στροφή», μια στροφή προς τα μέσα, μια εσωτερική αναδίπλωση με σκοπό την αυτοεπιβεβαίωση, ώστε να θυμίζει πολύ τη ζαχαριαδική ρήση «όσο αριστερότερα τόσο καλύτερα».

Ο αριστερός ρεφορμισμός, δηλαδή ο ριζοσπαστισμός των βαθιών μεταρρυθμιστικών αλλαγών, υπό το πνεύμα των αξιών του δημοκρατικού σοσιαλισμού, μπορεί να αποτελέσει ριζοσπαστική πρόταση και δυνατότητα για τη δημιουργία νέας κοινωνικής και πολιτικής πλειοψηφίας, ικανής να στηρίξει τα ριζοσπαστικά αιτήματα για επαναθεμελίωση του κοινωνικού κράτους και υπεράσπισης του κράτους δικαίου, καθώς και για την επανασύσταση του αξιακού πλαισίου της πολιτικής δημοκρατίας και των αξιών της ισότητας και της καθολικής δικαιοσύνης. Πρόκειται για τις αξίες που συνδέουν τον δημοκρατικό σοσιαλισμό με την πολιτική δημοκρατία και την ευρωπαϊκή παράδοση των αστικών επαναστάσεων. Αυτά βεβαίως δεν φαίνεται να χωρούν στον νεόκοπο αριστερισμό του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος δεν φαίνεται να κόπτεται ιδιαιτέρως για αυτήν την ενδεχόμενη νέα κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία. Άλλωστε το «μοναστήρι να’ ναι καλά». Εκεί η πλειοψηφία περισσεύει και η ασυμβίβαστη επαναστατική μειοψηφία καθαγιάζεται και «ευλογά τα γένια της» κάθε φορά που η πραγματικότητα αποκλίνει από τις εκτιμήσεις και τις προβλέψεις της. Μια εκκρεμότητα μόνο μένει: με εκείνη την ανανεωτική αριστερά και τον δημοκρατικό σοσιαλισμό της, τι θα γίνει; Γιατί η ανανεωτική αριστερά οφείλει να απευθύνεται στον δημόσιο πολιτικό χώρο, όχι μόνο με τον αριστερό πολιτικό λόγο της, αλλά και με εμφανή τα διακριτά χαρακτηριστικά που συνθέτουν την ιδεολογική φυσιογνωμία της και της επιτρέπουν να είναι αυτή και όχι άλλη, να είναι έτσι και όχι αλλιώς. Χωρίς αυτά τα χαρακτηριστικά, δεν έχει πρόσωπο. Με ποιο πρόσωπο λοιπόν θα απευθύνεται και, χωρίς αυτό, ποιοι θα την αναγνωρίσουν; Αν δεν έχεις πρόσωπο, απλώς δεν σε βλέπουν.

Θέμα επικαιρότητας:
Μετά τις ευρωεκλογές 2009

Σύνολο: 123 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι