Κίνδυνος δημοσιονομικής κρίσης

Ελίζα Παπαδάκη, Κυριακάτικη Αυγή, 18/10/2009

Σε πραγματική δημοσιονομική κρίση κινδυνεύει να εξελιχθεί ο «δημοσιονομικός εκτροχιασμός» για τον οποίο κάνουν λόγο στο υπουργείο Οικονομικών. Σε συνθήκες δηλαδή όπου ο δανεισμός του κράτους, έστω και με αυξημένα “spreads” σαν αυτά που είδαμε πέρυσι (επιτόκια διπλάσια από τα γερμανικά), να μην μπορεί να συνεχιστεί ομαλά, οπότε θα προέκυπτε αδυναμία πληρωμών για τρέχουσες ανάγκες. Ασφυκτικά γίνονται έτσι τα περιθώρια για τη λήψη δραστικών μέτρων.

Κανείς από όσους παρακολουθούν τα οικονομικά της χώρας δεν είχε πιστέψει τις διαβεβαιώσεις της προηγούμενης κυβέρνησης ότι ήταν δυνατό το δημοσιονομικό έλλειμμα να συγκρατηθεί φέτος στο 6% του ΑΕΠ. Από εκεί όμως μέχρι την τωρινή βεβαιότητα ότι θα είναι διψήφιο, θα υπερβαίνει το 10% του ΑΕΠ, πριν ακόμα καν τεθεί σε εφαρμογή οποιαδήποτε από τις προεκλογικές εξαγγελίες του ΠΑΣΟΚ για ενισχύσεις εισοδημάτων και φορολογικές αλλαγές, η απόσταση είναι πελώρια. Από τους πρώτους ελέγχους φαίνεται άλλωστε ότι ήδη πέρυσι, το 2008, το έλλειμμα είχε ξεπεράσει το 6%. Διενεργούνταν προχθές από κοινού με κλιμάκιο της Eurostat που ήρθε στην Αθήνα, και σύντομα θα μάθουμε τη νέα επίσημη εκτίμηση.

Τόσο απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου ο υπουργός Οικονομικών Γιώργος Παπακωνσταντίνου θα έχει αύριο στις Βρυξέλλες τις πρώτες συζητήσεις με τους συναδέλφους του της Ευρωζώνης και με τον επίτροπο Χοακίν Αλμούνια, όσο και απέναντι στις αγορές από τις οποίες δανειζόμαστε, πρέπει να σχεδιαστούν μέτρα που θα μειώνουν τις δημόσιες δαπάνες και θα αυξάνουν τα φορολογικά έσοδα σε μόνιμη βάση, ώστε να εξασφαλιστεί η επαναφορά του ελλείμματος κάτω από το 3% του ΑΕΠ σε προσδιορισμένο χρόνο - για τρία έως τέσσερα χρόνια έκανε λόγο προχθές σε συνέντευξή του στο Reuterʼs ο κ. Παπακωνσταντίνου. Θα καταφέρει να αποσπάσει από την Ε.Ε. έγκριση για τέσσερα; Το ύψος του ελλείμματος θα το δικαιολογούσε, όχι όμως το ελληνικό ιστορικό των διαρκών υπερβάσεων και αναθεωρήσεων, που ανάλογο δεν έχει έχει να επιδείξει καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Μετά την παραδοχή του υπουργού στο Reuterʼs για το ύψος του ελλείμματος το “spread” του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου από το γερμανικό πήδηξε 5 μονάδες βάσης στις 137 μονάδες (μόνο του ιρλανδικού στην Ευρώπη είναι μεγαλύτερο).

Πέρα από τις Βρυξέλλες και τις αγορές εξάλλου, η διατήρηση υψηλών ελλειμμάτων είναι αδιανόητη και από καθαρά εθνική σκοπιά, εφόσον θέλουμε το κράτος να ασκεί δημόσιες πολιτικές. Διότι τα ελλείμματα προστίθενται στο χρέος, οι τόκοι του οποίου απαιτούν ολοένα περισσότερους πόρους, συμπιέζοντας ό,τι περισσεύει για μισθούς και συντάξεις, επενδύσεις, κοινωνικές, περιβαλλοντικές και αναπτυξιακές πολιτικές. Αρκεί να σημειώσουμε ότι στον διαψευσμένο προ πολλού προϋπολογισμό για το τρέχον έτος 2009 η δαπάνη για τόκους (12 δισ.) προβλεπόταν 36% μεγαλύτερη από το συνολικό πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων (8,8 δισ.), ενώ προσέγγιζε το άθροισμα των δαπανών για την παιδεία και την υγεία (13,6 δισ.). Με εκείνη την πρόβλεψη το ένα στα τέσσερα ευρώ των φόρων που πληρώσαμε φέτος φαίνεται να πήγε για τόκους. Αναμφίβολα η κατάσταση διαμορφώθηκε πολύ δυσμενέστερη, μένει να δούμε τι εικόνα θα αποτυπώνει ο νέος προϋπολογισμός.

Οι φόροι στα κέρδη

Η ιδέα μιας έκτακτης εισφοράς στα κέρδη, που καλλιεργήθηκε τις τελευταίες μέρες, δεν ανταποκρίνεται στην απαίτηση για μέτρα μόνιμου χαρακτήρα, που θα απέδιδαν δηλαδή το 2010 αλλά σταθερά και τα επόμενα χρόνια. Θα μπορούσε όμως να φέρει προσωρινά μια ανακούφιση. Θα μπορούσε για παράδειγμα να συμβάλει στη χρηματοδότηση της έκτακτης επίσης δαπάνης των 2,5-3 δισ. ευρώ, που είχε υποσχεθεί προεκλογικά το ΠΑΣΟΚ για την ενίσχυση των χαμηλών εισοδημάτων και των μικρών επιχειρήσεων. Αν και το μετέθεσε στο 2010, λόγω των πολύ άσχημων δημοσίων οικονομικών, η κυβέρνηση θέλει να προχωρήσει στο μέτρο αυτό με το σκεπτικό της ανάγκης «επανεκκίνησης» της οικονομίας, τόνωσης της παγωμένης αγοράς, ώστε να έχει να προσδοκά και αυξημένα φορολογικά έσοδα.

Ποσά και συντελεστές δεν έχουν γίνει γνωστά, δεν φαίνεται όμως ότι μια έκτακτη εισφορά θα δυσκόλευε σοβαρά τις τράπεζες, οι οποίες διατήρησαν την κερδοφορία τους στις συνθήκες της κρίσης κατά μεγάλο μέρος χάρη στο Δημόσιο: τα κεφάλαια που έλαβαν για την ενίσχυση της ρευστότητας και, ιδίως, τον αυξημένο δανεισμό του Δημοσίου με επιτόκια σημαντικά υψηλότερα από τα μηδενικά σχεδόν με τα οποία δανείζονταν οι ίδιες από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Πιο προβληματική φαίνεται η επιβολή έκτακτης εισφοράς στις επιχειρήσεις των παραγωγικών τομέων της οικονομίας, της βιομηχανίας προπάντων, ως ένα βαθμό όμως και του τουρισμού και του εμπορίου, που πλήττονται από την ύφεση. Τα κέρδη μειώνονται σημαντικά, οπότε και τα αντίστοιχα έσοδα θα ήσαν περιορισμένα. Εντεινόμενη κάμψη παρουσιάζουν άλλωστε οι ιδιωτικές επενδύσεις, την οποία η τριμηνιαία έρευνα του ΙΟΒΕ που μόλις δημοσιεύθηκε αποδίδει στην εξασθένιση των κερδών ήδη από τον περασμένο χρόνο, σε συνδυασμό με το χαμηλό ρυθμό πιστωτικής επέκτασης προς τις επιχειρήσεις και την αβεβαιότητα για την πορεία της ζήτησης. Όπως υπογραμμίζει, παρά τις αυξημένες δαπάνες του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων το δεύτερο τρίμηνο φέτος, που έφεραν ετήσια αύξηση των κατασκευών (εκτός κατοικιών) κατά 8,9%, ο συνολικός σχηματισμός κεφαλαίου σημείωσε πτώση 19,3%, τη μεγαλύτερη της δεκαετίας. Και η πτώση των επενδύσεων συνοδεύεται βέβαια από μείωση της απασχόλησης.

Την ώρα όμως που χρειάζεται ακριβώς να σχεδιαστούν παρεμβάσεις «μόνιμου χαρακτήρα», και για τις συνθήκες της ανάκαμψης που θα διαδεχτεί την τωρινή ύφεση, δεν μπορεί παρά να επανεξεταστεί συνολικά το φορολογικό καθεστώς των επιχειρήσεων στη χώρα. Ενδιαφέρουσα ακούστηκε εδώ η επιφύλαξη του κ. Παπακωνσταντίνου στην ίδια συνέντευξη στο Reuterʼs, ότι δεν υπάρχει πρόθεση «τούτη τη στιγμή» να αλλάξει το υπερευνοϊκό καθεστώς που ισχύει για τη ναυτιλία.

Όσον αφορά τους συντελεστές φορολόγησης των επιχειρηματικών κερδών, που μείωσε κατά δέκα μονάδες στο 25% η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας (και υποσχόταν επιπλέον μειώσεις!), όπως φαίνεται στον πίνακα, έχουμε από τους χαμηλότερους μεταξύ των ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών χωρών (πριν από την τελευταία διεύρυνση), με την εξαίρεση της Ιρλανδίας.

Ενόψει του νέου προϋπολογισμού που έχουν να καταρτίσουν, στο υπουργείο Οικονομικών μιλούν για την ανάγκη εξοικονόμησης 10 δισ. ευρώ τον επόμενο χρόνο, χονδρικά 5 δισ. από συμπίεση δαπανών, 5 δισ. από αύξηση εσόδων. Το ποσό είναι τεράστιο, αντιστοιχεί σε 4 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Οι καλές πρώτες ενέργειες για τον περιορισμό της κρατικής σπατάλης δεν φτάνουν. Χωρίς κοινωνικό κόστος ένα τέτοιο ποσό είναι αδύνατο να εξασφαλιστεί και ελάχιστος χρόνος υπάρχει για ουσιαστικό διάλογο και διαπραγματεύσεις για την κατανομή του. Αν η κυβέρνηση μείνει συνεπής στις προεκλογικές δεσμεύσεις για προστασία των ασθενέστερων, και πρέπει να μείνει σε μια χώρα σαν την Ελλάδα με τόσο μεγάλες εισοδηματικές ανισότητες, θα διαψεύσει πάντως τις υποσχέσεις ότι δεν θα θιγούν οι «μεσαίοι». Πρέπει τουλάχιστον, επομένως, να δώσει κάποια σοβαρά δείγματα ότι θα επιχειρήσει να αντλήσει και από τα μεγάλα κέρδη, όπου υπάρχουν.

Φόρος εταιρικών κερδών σε %

Αυστρία

25

Βέλγιο

33,99

Δανία

25

Φινλανδία

26

Γαλλία

34,43

Γερμανία

29,83

Ελλάδα

25

Ιρλανδία

12,5

Ιταλία

37,25

Λουξ/γο

29,33

Ολλανδία

25,5

Πορτογαλία

26,5

Ισπανία

32,5

Σουηδία

28

Βρετανία

30

Πηγή IFO, Ινστιτούτο Οικονομίας του Μονάχου. Οι συντελεστές αναφέρονται στο έτος 2007, για τη Γερμανία στο 2008.

Θέμα επικαιρότητας:
Μετά τις εκλογές 041009

Σύνολο: 42 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι