Προτεραιότητα η μείωση του ελλείμματος, αλλά να παράγουμε και κάτι παραπάνω

Ελίζα Παπαδάκη, Κυριακάτικη Αυγή, 03/12/2009

Ο μείζων στόχος του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης για το 2010 που μόλις ξεκίνησε είναι η δραστική μείωση του δημοσίου ελλείμματος. Και εύλογα. Ο δανεισμός των 55 δις ευρώ που θα χρειαστούμε φέτος, διαγράφεται εξαιρετικά δύσκολος.

Εδώ μας ξάφνιασε, αλλά το εκρηκτικό έλλειμμα και το διογκούμενο χρέος της Ελλάδας αναδείχθηκαν πλέον σε ευρωπαϊκό πρόβλημα, αφού μοιραζόμαστε το ίδιο νόμισμα με άλλα 15 κράτη. Κι ας αντιπροσωπεύουμε μόλις ένα 2,5% του ΑΕΠ της Ευρωζώνης, η ενδεχόμενη χρεοκοπία μιας χώρας μέλους θα κλόνιζε τη ζώνη στο σύνολό της - ήδη σχετικές «πληροφορίες» σε κάποια φάση έριξαν το ευρώ έναντι του δολαρίου. Από τις πολλές, έστω και αντιφατικές, δηλώσεις κορυφαίων Ευρωπαίων παραγόντων μάλλον προκύπτει ότι την απαιτούμενη στήριξη θα την έχουμε τελικά, αλλά με την προϋπόθεση της λήψης μέτρων ώστε να αντιστραφεί η έως τώρα πορεία συνεχούς επιδείνωσης. Άμεσα αυτό σημαίνει ένα αξιόπιστο, αναλυτικό και συγκεκριμένο πρόγραμμα για την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών της χώρας. Να υποβληθεί δηλαδή ένα τέτοιο «πρόγραμμα σταθερότητας και ανάπτυξης» εντός του Ιανουαρίου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το οποίο πυρεττωδώς ετοιμάζεται αυτές τις μέρες. Μεγάλο μέρος της προσπάθειας αφορά στην αύξηση των δημοσίων εσόδων, με αλλαγές στη φορολογία για τις οποίες πλήθος σενάρια κυκλοφορούν τελευταία.

Απέναντι στη μονοσήμαντη προσήλωση στη μείωση του ελλείμματος προβάλλονται ωστόσο ενστάσεις, εκτός αλλά και εντός της κυβέρνησης. Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε ύφεση, η παραγωγή συρρικνώνεται, επιχειρήσεις κλείνουν, όλο και περισσότερα νοικοκυριά είναι υπερχρεωμένα, τα εισοδήματα συμπιέζονται, η ανεργία ανεβαίνει - σε τέτοιες συνθήκες είναι λάθος να επιδιώκεται αύξηση των φόρων, υποστηρίζεται. Εκεί που φτάσαμε όμως, με την αυτοτροφοδοτούμενη δυναμική που έχει αποκτήσει το χρέος, υπάρχουν περιθώρια για άλλες επιλογές, για μια πιο επεκτατική δημοσιονομική πολιτική; Και πριν να φτάσουμε σε αδυναμία πληρωμών, αν αφήναμε να αυξηθεί το κόστος δανεισμού για το ελληνικό Δημόσιο, η άνοδος των επιτοκίων θα περνούσε σε όλη την εθνική οικονομία, σπρώχνοντάς την βαθύτερα στην ύφεση.

Πολύ ευκολότερο θα ήταν προφανώς η εξάλειψη των ελλειμμάτων και η σταδιακή μείωση του χρέους να είχαν επιχειρηθεί συστηματικά τα χρόνια της υψηλής σχετικά οικονομικής μεγέθυνσης, επί μια ολόκληρη δεκαετία μέχρι και πρόπερσυ. Τότε δεν έγινε. Και η κεντρική δυσκολία που πρέπει να αντιμετωπιστεί σήμερα είναι πώς θα προωθηθεί η άντληση περισσότερων φόρων και η συγκράτηση των δαπανών με τρόπο που να μην πλήττεται, αλλά αντίθετα, να ευνοηθεί η παραγωγική δραστηριότητα. Με την έκταση της παραοικονομίας στη χώρα μας αφενός, και με τους σημαντικούς επενδυτικούς πόρους από τα κοινοτικά ταμεία αφετέρου, ανέφικτο δεν είναι. Ακριβώς εδώ όμως χρειάζεται μια ουσιαστική συζήτηση για κλάδους, προϊόντα, αγορές όπου να κατευθύνονται, και συγκεκριμένα μέτρα - όχι η ύφεση να προβάλλεται σαν πρόσχημα για να συντηρούνται αδιακρίτως αντιπαραγωγικές δομές και εισοδήματα με νέο κρατικό δανεισμό, ο οποίος έτσι κι αλλιώς δεν είναι πια εφικτός.

Αλμούνια: Το... παράδειγμα της Ελλάδας

Ως παράδειγμα για τον κίνδυνο αρνητικής αντίδρασης των αγορών επικαλέστηκε ο επίτροπος Χοακίν Αλμούνια την Ελλάδα. Σε μακροσκελή του συνέντευξη στο ραδιοφωνικό σταθμό Cadena Ser της Μαδρίτης στις 30 Δεκεμβρίου, ο επίτροπος, που αναλαμβάνει από φέτος την πολιτική του ανταγωνισμού, αναφέρθηκε κάποια στιγμή στην παράταση της προθεσμίας που αποφάσισε η ΕΕ για την επαναφορά του δημοσίου ελλείμματος κάτω από το 3% στο 2013 για την Ισπανία και άλλες χώρες. Η προσπάθεια το έλλειμμα να πέσει κάτω από το 3% του ΑΕΠ είναι αναγκαία για να σταθεροποιηθεί το χρέος και κατόπιν να μειώνεται, εξήγησε, ώστε να μπορέσει να συνεχίζεται ομαλά ο δανεισμός από τις αγορές. Διότι διαφορετικά έρχεται μια στιγμή που οι αγορές λένε «φτάνει πια!» - αυτό ακόμα δεν συνέβη στην Ισπανία, το είδαμε όμως τους τελευταίους μήνες σε άλλες χώρες, και σε μέλη της Ευρωζώνης σαν την Ελλάδα, είπε ο κ. Αλμούνια.

Πληρώνουμε τους λιγότερους φόρους στην Ευρώπη!

Καθώς ανοίγει η δημόσια συζήτηση για τις αλλαγές που θα πρέπει να αποφασιστούν στο φορολογικό σύστημα, καλό είναι να δούμε πού βρίσκεται η Ελλάδα σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Διαφωτιστική είναι η έκθεση «Τάσεις της φορολογίας στην ΕΕ» που εξέδωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Οκτώβριο του 2009: Μας δίνει τη δυνατότητα να συγκρίνουμε τα συνολικά φορολογικά έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ μεταξύ των 27 χωρών μελών της ΕΕ, όπου στα φορολογικά έσοδα περιλαμβάνονται και οι εισφορές στην κοινωνική ασφάλιση, καθώς και το μέσο φορολογικό συντελεστή που προκύπτει για κάθε χώρα στην κατανάλωση, την εργασία, και το κεφάλαιο. Έτος σύγκρισης, το τελευταίο για το οποίο υπάρχουν απολογιστικά στοιχεία, είναι το 2007.

Ως προς τη γενική σύγκριση, φορολογικά έσοδα/ΑΕΠ, με 32,1% η Ελλάδα έναντι 37,5% του μέσου όρου δεν εκπλήσσει ότι κατατάσσεται στην 22η θέση μεταξύ των 27 (ακολουθούσαν Ιρλανδία, Λιθουανία, Λετονία, Σλοβακία και η τελευταία Ρουμανία με 29,4%). Πρώτες έρχονται οι Δανία με 48,7% και η Σουηδία με 48,3%, σχεδόν το μισό ΑΕΠ στις χώρες αυτές πηγαίνει στο κράτος που το αναδιανέμει σε δημόσιες, κοινωνικές υπηρεσίες και σε επενδύσεις. Κατόπιν έρχονται Βέλγιο, Γαλλία, Ιταλία, Φινλανδία με 43-44%, η Αυστρία με 42,1%, αλλά και η Κύπρος με 41,6%, έχοντας επιδείξει μιαν εντυπωσιακή πορεία ανόδου μέσα σε επτά χρόνια από μόλις 30% το 2000, που θα μπορούσε να αποτελέσει παράδειγμα για την Ελλάδα. Αλλά εμείς, αντίθετα, τα ίδια χρόνια 2000-2007 μειώσαμε τα φορολογικά έσοδα ως προς το ΑΕΠ από 34,6% σε 32,1%. Αν μάλιστα αφήσουμε απʼ έξω τις ασφαλιστικές εισφορές και πάρουμε μόνο τους φόρους, η χώρα μας έρχεται 25η μεταξύ των 27. Αν είπαμε δεν εκπλήσσει είναι διότι τα τελευταία χρόνια λεγόταν συχνά ότι είμαστε από τους τελευταίους στην Ευρώπη στα φορολογικά έσοδα.

Πολύ λιγότερο γνωστό είναι όμως ότι η Ελλάδα έρχεται τελευταία στην Ε.Ε., 27η (!) στους φόρους στην κατανάλωση. Αντιβαίνει μάλιστα σε μια κοινή αίσθηση ότι έχουμε συγκριτικά υψηλούς έμμεσους φόρους. Αλλά από ΦΠΑ και ειδικούς φόρους στα καύσιμα, τα τσιγάρα, τα ποτά κ.λπ. το Δημόσιο σʼ εμάς εισέπραξε το 2007 ένα 15,4% έναντι 22,2% που είναι ο μέσος όρος στην ΕΕ των 27. Πρώτη έρχεται και πάλι η Δανία με 33,7%. Οπωσδήποτε εδώ βαραίνει η μεγάλη φοροδιαφυγή/φοροκλοπή, όμως και ο βασικός συντελεστής ΦΠΑ ήταν σε 14 χώρες υψηλότερος από τον δικό μας 19% (μέχρι και 25% στη Δανία και τη Σουηδία).

Αντίθετα, πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (34,4%) είναι οι συνολικοί φόροι στην εργασία που εισπράχθηκαν το 2007 στην Ελλάδα, 35,5% επί των μισθών. Πάνω από 40% είναι στην Αυστρία, το Βέλγιο, την Ουγγαρία, την Τσεχία, τη Γαλλία, με πρώτη την Ιταλία (44%), από 26% και κάτω στη Βρετανία, την Ιρλανδία, την Κύπρο και τη Μάλτα (20,1%). Όμως οι «φόροι» αυτοί περιλαμβάνουν τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων και των εργοδοτών. Χωρίς αυτές, καθʼ εαυτός ο φόρος εισοδήματος των εργαζομένων στην Ελλάδα έφτανε μόλις το 7% των μισθών, ξεπερνούσε μόνο τη Ρουμανία και τη Σλοβακία (6%), οπότε δεν επιβεβαιώνεται η ρήση για τα «συνήθη υποζύγια».

Πολύ χαμηλά κατατάσσεται, τέλος, η Ελλάδα στους φόρους από κεφάλαια, που περιλαμβάνουν εδώ το φόρο στα εταιρικά κέρδη αλλά και στα εισοδήματα επιχειρηματιών και ελευθέρων επαγγελματιών, φόρους κεφαλαιακών συναλλαγών, χαρτόσημα, φόρους στην ακίνητη περιουσία και φόρους κληρονομίας. Ο συντελεστής που υπολογίζεται για εμάς είναι 15,9%, με χαμηλότερες μόνο τις τρεις Βαλτικές χώρες, πρώτη την Κύπρο με 50,5% (!), και τη Δανία, τη Γαλλία, την Ισπανία και τη Βρετανία να υπερβαίνουν το 40%.

Θέμα επικαιρότητας:
100 πρώτες ημέρες

Σύνολο: 53 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι