Άπιαστοι οι στόχοι της Λισσαβώνας

Ελίζα Παπαδάκη, Η ΑΥΓΗ, 28/03/2004

Η απόφαση για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας μετά τη φονική επίθεση στη Μαδρίτη και η αλλαγή των πολιτικών δεδομένων που άνοιξε και πάλι το δρόμο ώστε να υιοθετηθεί το ευρωπαϊκό Σύνταγμα τον Ιούνιο ήσαν οι δύο μεγάλες εξελίξεις που υπερκάλυψαν το προγραμματισμένο κεντρικό θέμα της συνόδου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 25-26 Μαρτίου: την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Αρκετά βιαστικά και χωρίς πολλές συζητήσεις, οι Ευρωπαίοι ηγέτες κατέληξαν προχθές σε ένα κείμενο συμπερασμάτων που επιβεβαιώνει την προσήλωσή τους στους στόχους που είχαν θέσει πριν τέσσερα χρόνια στη Λισσαβώνα, δεν διερευνά όμως διόλου τις αιτίας της έως τώρα μεγάλης απόκλισης από τους στόχους αυτούς, που κινδυνεύει να ματαιώσει την επίτευξή τους.

Οι εργασίες για την τελική διατύπωση των εκτιμήσεων του Ευρωπαϊκού συμβουλίου την Παρασκευή στις Βρυξέλλες συνέπεσαν με δύο γεγονότα: Η Ιταλία παρέλυε από μια γενική απεργία των εργαζομένων ενάντια στην ακολουθούμενη οικονομική πολιτική η οποία έχει καθηλώσει την παραγωγή τρία χρόνια τώρα (στην πιο παρατεταμένη περίοδο στασιμότητας μεταπολεμικά, όπως τόνιζε ο γραμματέας του μεγαλύτερο συνδικάτου CGIL Γκουλιέλμο Επίφανι), και ειδικότερα ενάντια στη μεταρρύθμιση των συντάξεων που θέλει να επιβάλει η κυβέρνηση Μπερλουσκόνι.

Και στη Γερμανία το Ινστιτούτο IFO ανακοίνωσε για το Μάρτιο νέα πτώση του επιχειρηματικού κλίματος, μεγαλύτερη παρόσο αναμενόταν, που, σύμφωνα με τον πρόεδρο του IFO καθηγητή Χανς Βέρνερ Ζιν, υποχρεώνει σε αναθεώρηση προς τα κάτω των προβλέψεων για τη φετινή μεγέθυνση της γερμανικής οικονομίας (1,8%). Ο κ. Ζιν σημείωνε μάλιστα ότι δεν παρατηρήθηκε καμία σημαντική διαφορά στις απαντήσεις των επιχειρήσεων μετά τις 11 Μαρτίου, αποκλείοντας η επιδείνωση στις προβλέψεις τους να είχε προσωρινό χαρακτήρα, λόγω του σοκ από την τρομοκρατία.

Η αφετηρία των «συμπερασμάτων», ότι «η οικονομική ανάκαμψη που άρχισε το δεύτερο εξάμηνο του 2003 έχει αρχίσει να επιταχύνεται», δεν φαίνεται έτσι να αντιστοιχείς την πραγματικότητα, τουλάχιστον για τη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικονομία, τη γερμανική, οπότε και η παρότρυνση προς την Ένωση «να αξιοποιήσει αυτήν την κεκτημένη ταχύτητα» για να επιταχύνει τις μεταρρυθμίσεις, μάλλον πέφτει στο κενό.

Το ίδιο και η επανάληψη της πάγιας εμμονής στη δημοσιονομική εξυγίανση, η οποία έχει αποδειχθεί ανέφικτη σε συνθήκες μηδενικής, ή πολύ χαμηλής μεγέθυνσης.
Στη νομισματική πολιτική δεν γίνεται ρητή αναφορά μετά τη δυσμενέστερη εικόνα όμως που διαγράφεται πλέον για τη Γερμανία, ο κ. Ζιν κάλεσε ανοικτά την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να μειώσει τα επιτόκιά της την ερχόμενη εβδομάδα, άποψη που συμμερίζονται πολλοί οικονομικοί σχολιαστές.

Στα «συμπεράσματα» υπογραμμίζεται πάντως η σημασία της αύξησης των επενδύσεων στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Δράσης για την Οικονομική Μεγέθυνση που αποφασίσθηκε το Δεκέμβριο, και ειδικότερα του συγχρηματοδοτούμενου με ιδιωτικούς και δημόσιους πόρους «Προγράμματος Ταχείας Εκκίνησης» για έργα στις μεταφορές, την ενέργεια, τις τηλεπικοινωνίες, την έρευνα, καινοτομία και ανάπτυξη, μια πρωτοβουλία που είχε θεωρηθεί ελπιδοφόρα, στη λογική των παλιών προτάσεων Ντελόρ για την ενίσχυση της ανάπτυξης, αν και η έκτασή της είναι περιορισμένη.
Και, σε ανταπόκριση σε θέσεις που προβάλλουν η Γερμανία και η Γαλλία ιδίως, επισημαίνεται ο κίνδυνος της αποβιομηχάνισης, ενώ μέτρα για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας παραπέμπονται σε σχετική έκθεση που έχει αναλάβει να συντάξει η Επιτροπή.


Κατά τα άλλα, στα «συμπεράσματα» επαναλαμβάνονται οι στόχοι για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, ιδίως στις υπηρεσίες, τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και με την υιοθέτηση κοινού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, για την βελτίωση του ρυθμιστικού πλαισίου και για την προαγωγή της έρευνας και ανάπτυξης, τομείς όπου παρουσιάζονται σοβαρές καθυστερήσεις.

Επαναλαμβάνονται επίσης οι στόχοι για την κοινωνική συνοχή, όπου τονίζεται η ανάγκη «εκσυγχρονισμού των συστημάτων κοινωνικής προστασίας, ιδίως των συστημάτων συντάξεων και υγείας» για το περιβάλλον, ιδίως με την αύξηση της χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, και για την αύξηση και βελτίωση της απασχόλησης, με έμφαση μεταξύ άλλων στην προσαρμοστικότητα, που σημαίνει μείωση του μη μισθολογικού κόστους, καλύτερη αντιστοιχία μισθού προς παραγωγικότητα και ευέλικτες μορφές εργασίας, αλλά και στην εκπαίδευση και την κατάρτιση.

Ενόψει της διεύρυνσης, σε ένα μόλις μήνα, με δέκα νέες χώρες μέλη, σημαντική είναι η ενίσχυση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, με μέτρα όπως η ευρωπαϊκή κάρτα ασφάλισης υγείας, που τίθεται σε εφαρμογή από τον Ιούνιο, και η αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων σε όλη την Ένωση, που θα πρέπει να συμφωνηθεί ως τότε.

Οι αντιστάσεις μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας σε εθνικό επίπεδο έχουν αποδειχθεί σοβαρό εμπόδιο στην προώθηση πολλών από τους στόχους αυτούς.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο φάνηκε προχθές να το αναγνωρίζει, καλώντας τα κράτη μέλη «να δημιουργήσουν εταιρικές σχέσεις για τη μεταρρύθμιση, με συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων, της κοινωνίας των πολιτών και των δημοσίων αρχών, σύμφωνα με τις εθνικές ρυθμίσεις και παραδόσεις».

Η ουσιαστική αποτίμηση της διαδικασίας της Λισσαβώνας αναβάλλεται για του χρόνου – το Μάρτιο του 2005 θα έχει διανυθεί το μισό της δεκαετίας που επρόκειτο να αναδείξει την Ευρώπη στην πιο ανταγωνιστική οικονομία της γνώσης στον κόσμο – με τη βοήθεια ομάδας ειδικών υπό τον Βιμ Κοκ, τον πρώην πρωθυπουργό της Ολλανδίας, που θα υποβάλει σχετική έκθεση ως τον Νοέμβριο.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι