Από θέση αδυναμίας οι συζητήσεις με την Τρόικα

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 14/11/2010

Εξαιρετικά δύσκολες διαγράφονται για την κυβέρνηση οι συζητήσεις με τους εκπροσώπους της Τρόικας αυτήν την εβδομάδα. Οι σημαντικές αποκλίσεις από τους φετεινούς στόχους, παρά τα μέχρι τώρα σκληρά περιοριστικά μέτρα, θα επιβάλουν ακόμα πιο αυστηρή εφαρμογή των όρων του Μνημονίου, ώστε να προσεγγιστούν οι στόχοι για το 2011. Την πίεση προς τη χώρα μας εντείνει άλλωστε η δραματική επιδείνωση της κρίσης στην Ιρλανδία και στην περιφέρεια της Ευρωζώνης γενικότερα, οι διαφωνίες εντός της Ένωσης, μεταξύ Γερμανίας και Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ιδίως. Τα μόνα περιθώρια διαπραγμάτευσης φαίνεται έτσι να αναφέρονται σε εναλλακτικά πρόσθετα μέτρα που ρεαλιστικά να οδηγούν σε δραστική περαιτέρω μείωση του ελλείμματος.

Η αναμενόμενη ανακοίνωση της Eurostat για το ελληνικό δημόσιο έλλειμμα (της γενικής κυβέρνησης) στο 15,5% του ΑΕΠ το 2009, καθώς συνυπολογίζονται πλέον ελλείμματα δημοσίων επιχειρήσεων, του ΟΣΕ και των αστικών συγκοινωνιών κυρίως, μαζί με την υστέρηση των φορολογικών εσόδων, θα ανεβάσουν το φετεινό έλλειμμα πάνω από ένα 9% του ΑΕΠ αντί 7,8% που ήταν ο στόχος. Και πάλι μια μείωση του ελλείμματος κατά 6 μονάδες του ΑΕΠ περίπου πρέπει να θεωρηθεί πρωτοφανής, και μάλιστα σε συνθήκες ύφεσης της οικονομίας της τάξης του 4%. Η ετήσια αύξηση των εσόδων του προϋπολογισμού κατά 3,7% στο δεκάμηνο, ενώ υπολείπεται κατά πολύ της (διόλου ρεαλιστικής) εκτίμησης 8,7% του πρόσφατου προσχεδίου, ποσοτικά είναι σημαντική πάνω σε ένα μειούμενο ΑΕΠ.

Οφείλεται όμως κατά μεγάλο μέρος σε έκτακτες, εφʼ άπαξ εισπράξεις, όπως οι έκτακτες εισφορές στα επιχειρηματικά κέρδη, τα υψηλά εισοδήματα και την περιουσία, τα ΕΤΑΚ του ’08 και του ʼ09 που πληρώθηκαν φέτος, ενώ μηδαμινή εκτιμάται η πρόοδος στη σύλληψη της φοροδιαφυγής και στην οργάνωση και αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών που συλλέγουν τους φόρους - όπου βέβαια δεν βοηθάει η περιβόητη «περαίωση». Αντίστοιχα «εφʼ άπαξ» είναι κατά μεγάλο μέρος επίσης οι περικοπές των δαπανών, κατά 7% ή κατά 4 δις στον τακτικό προϋπολογισμό, κατά 24,6% ή κατά 2 δις στις δημόσιες επενδύσεις το δεκάμηνο. Δεν έχει δρομολογηθεί δηλαδή μια δημοσιονομική εξυγίανση που να εξασφαλίζει ότι το έλλειμμα θα εξακολουθήσει να μειώνεται από το πολύ υψηλό φετεινό 9% και πλέον, και εδώ θα ασκηθεί μεγάλη πίεση στην κυβέρνηση από τους εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και το ΔΝΤ στις επερχόμενες συζητήσεις. Αυτό εννοούσαν με τις δηλώσεις τους για την ανάγκη πρόσθετων μέτρων οι Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ και Όλι Ρεν.

Σύσκεψη SOS

Συμπεράσματα από τη χθεσινή σύσκεψη του πρωθυπουργού με τους βασικούς οικονομικούς υπουργούς και με τον πρώην αντιπρόεδρο της ΕΚΤ και διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Λουκά Παπαδήμο, ο οποίος συμβουλεύει πλέον την ελληνική κυβέρνηση, δεν είχαν γίνει γνωστά ως την ώρα που τυπωνόταν η εφημερίδα. Αναμενόταν κάποια κατʼ αρχήν κατάληξη ως προς το σχέδιο του προϋπολογισμού το οποίο πρέπει να καταθέσει στη Βουλή ο υπουργός Οικονομικών Γιώργος Παπακωνσταντίνου την Πέμπτη 18 του μηνός. Στην οριστική του εκδοχή ο νέος προϋπολογισμός τελεί υπό την έγκριση της Τρόικας, αλλά μια πρώτη κατάληξη σε κυβερνητικό επίπεδο τώρα ήταν αναγκαία εφόσον, σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, πολλοί υπουργοί δεν μείωναν δαπάνες στους τομείς αρμοδιότητάς τους. Την κατεύθυνση φρόντισε να διαγράψει ο κ. Παπαδήμος την Τετάρτη σε δημόσια διάλεξή του (στο Μέγαρο της Μουσικής):

«Μελλοντικά», είπε, «η δημοσιονομική εξυγίανση θα απαιτήσει δύσκολες αποφάσεις και ακόμη δυσκολότερες ενέργειες προκειμένου να υλοποιηθούν οι αποφάσεις αυτές αποτελεσματικά και έγκαιρα. Οι αποφάσεις που ελήφθησαν έως τώρα ήταν πράγματι εξαιρετικά δύσκολες και πολιτικά θαρραλέες. Επιπλέον, αναπόφευκτα είχαν επώδυνες επιπτώσεις βραχυπρόθεσμα σʼ ένα μεγάλο τμήμα του ελληνικού λαού. Αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις η εφαρμογή των αποφάσεων αυτών ήταν σχετικά απλή από τεχνικής πλευράς. Τα επόμενα βήματα της δημοσιονομικής εξυγίανσης συνεπάγονται δύσκολες επιλογές που αφορούν μεταξύ άλλων: (i) την αναδιάρθρωση και εξυγίανση αγορών, (ii) την ιδιωτικοποίηση δημόσιων επιχειρήσεων, (iii) την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, καθώς και (iv) τον περιορισμό δραστηριοτήτων του κράτους που δεν προσφέρουν στο κοινωνικό σύνολο παρά μόνο το οικονομικό βάρος της διατήρησής τους».

Με δυο λόγια, το ζήτημα τώρα δεν είναι να κοπούν ξανά οριζόντια συντάξεις και μισθοί στο στενό δημόσιο τομέα, με την κατάργηση επιδομάτων και δώρων, όπως επιβλήθηκε φέτος, οδηγώντας σε μείωση των μέσων πραγματικών αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων κατά 17%, σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος. «Έχουν εξαντληθεί τα περιθώρια μείωσης μισθών και συντάξεων και αύξησης των φορολογικών συντελεστών», είπε παρακάτω ο κ. Παπαδήμος. Τέτοια μέτρα «απλά από τεχνικής πλευράς» δεν πρόκειται να επαναληφθούν, αυτό εννοούν άλλωστε οι κυβερνητικοί αρμόδιοι με τις σχετικές καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις τους, αν και ως προς τα έσοδα μάλλον εξαντλούνται στο φόρο εισοδήματος και κερδών. Διότι ανοικτή παραμένει η υπαγορευόμενη από το Μνημόνιο νέα αύξηση του ΦΠΑ, από 11% σε 13% για το χαμηλό συντελεστή, η εξομοίωση του συντελεστή στα καύσιμα, που θα πλήξουν οριζόντια τα εισοδήματα, τα χαμηλότερα περισσότερο, κ.ά.

Οι ζητούμενες «διαρθρωτικές» παρεμβάσεις όμως, ιδίως οι ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων επιχειρήσεων και ο περιορισμός κρατικών δραστηριοτήτων, συνεπάγονται προφανώς μεγάλες απώλειες θέσεων απασχόλησης καθώς και εισοδήματος για τους εργαζόμενους στους χώρους αυτούς. Πόσο μεγάλες δεν έχει υπολογίσει ο κ. Παπαδήμος, ούτε κάποιο ερευνητικό κέντρο για λογαριασμό της Τρόικας ή της κυβέρνησης, αλλά ούτε συνδικαλιστικό κίνημα υπάρχει διατεθειμένο και ικανό να διαπραγματευθεί μείωση των ελλειμμάτων με ελαχιστοποίηση των απωλειών. Αλλά έτσι φαίνεται να πέφτει στο κενό η «κοινωνικά δίκαιη κατανομή του κόστους της δημοσιονομικής και διαρθρωτικής προσαρμογής», «αναγκαία συνθήκη» κατά τον κ. Παπαδήμο, την οποία, γενικά και αφηρημένα, επικαλείται και η κυβέρνηση. Και ακόμα περισσότερο η δεύτερη «αναγκαία συνθήκη» που έθεσε, η «δέσμευση όλων, σε όλους τους τομείς και σε όλα τα επίπεδα, να πράξουν το καθήκον τους ώστε να επιτευχθούν οι στόχοι της οικονομικής πολιτικής το ταχύτερο δυνατόν».

Όποια κι αν είναι η έκβαση του σημερινού δεύτερου γύρου των αυτοδιοικητικών εκλογών, τέτοιες πολιτικές προϋποθέσεις δεν έχουν διαμορφωθεί, ούτε καν στο εσωτερικό της κυβέρνησης. Έτσι όμως δεν διαγράφεται μια, δύσκολη έστω, πορεία διεξόδου. Με την επίσημα μετρούμενη ανεργία να έχει φτάσει 12,2% τον Αύγουστο, το ΑΕΠ να παρουσιάζει ετήσια μείωση 4,5% το τρίτο τρίμηνο, τις επιχειρήσεις να κλείνουν κατά χιλιάδες, η εικόνα της οικονομίας γίνεται όλο και πιο ζοφερή. Και επιτείνεται από τη γενικότερη επιδείνωση στην Ευρώπη, όπου η μεγέθυνση υποχώρησε το τρίτο τρίμηνο, ενώ η δημοσιονομική κρίση απειλεί ξανά το ευρώ: όχι η δική μας τώρα, αλλά της προβαλλόμενης ως υπόδειγμα Ιρλανδίας για την ακραία λιτότητα που εφαρμόζει δυο χρόνια τώρα, πλήττει την Πορτογαλία, αγγίζει την Ισπανία, ακόμα ίσως και την Ιταλία, με τις κυρίαρχες πολιτικές εξευμενισμού των αγορών να μην αποδίδουν.

Μπροστά στον κίνδυνο δραματικής αύξησης της ανεργίας και της φτώχειας

Τα μέτρα λιτότητας που επιβλήθηκαν φέτος το Μάρτιο και το Μάιο δεν φαίνεται καθʼ εαυτά να επιδείνωσαν τις μεγάλες εισοδηματικές ανισότητες στην ελληνική κοινωνία, καθώς λήφθηκε κάποια πρόνοια προοδευτικότητας στους φόρους και στις περικοπές (η κράτηση αλληλεγγύης στις υψηλότερες συντάξεις π.χ.), παρατηρούν σε μια πρώτη προσεγγιστική μελέτη που παρουσιάστηκε προχθές στην Τράπεζα Ελλάδος οι Μάνος Ματσαγγάνης και Χρύσα Λεβέντη του Οικονομικού Πανεπιστημίου της Αθήνας. Σοβαρός κίνδυνος ελοχεύει όμως στην παρατεινόμενη ύφεση, εφόσον θα αυξηθεί δραματικά ο αριθμός επικεφαλής νοικοκυριών που θα περάσουν στην ανεργία. Και εδώ συντείνουν τα μέτρα, καθώς οι μειώσεις στο εισόδημα των εργαζομένων του δημόσιου τομέα περιορίζει τη ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες επηρεάζοντας τα εισοδήματα των αυταπασχολουμένων και την απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα με κλεισίματα επιχειρήσεων και απολύσεις.

Γιʼ αυτό οι δύο μελετητές θεωρούν ότι πρέπει να δοθεί προτεραιότητα 1.) στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, ώστε μαζί με την αύξηση των δημοσίων εσόδων και οι μειώσεις εισοδήματος να κατανεμηθούν πιο αναλογικά. Και 2.) στην πύκνωση του κοινωνικού δικτύου ασφαλείας. Το υφιστάμενο στην Ελλάδα σύστημα κοινωνικής προστασίας είναι εντελώς ακατάλληλο για την κρίση, υποστηρίζουν, καθώς δίνει όλη την έμφαση στις συντάξεις εις βάρος εκείνων που απειλούνται από τη φτώχεια.

Θέμα επικαιρότητας:
Μνημόνιο-Κυβερνητική πολιτική

Σύνολο: 283 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι