Γερμανική πολιτική κι ευρωπαϊκή κρίση

Ναπολέων Μαραβέγιας, Κυρ. Ελευθεροτυπία, 05/12/2010

Η γερμανική πολιτική στη διάρκεια της κρίσης στην ευρωζώνη αποτελεί αντικείμενο μελέτης για πολλούς αναλυτές.

Στην αρχή, η Γερμανία είχε αρνηθεί κάθε συζήτηση για οποιαδήποτε βοήθεια προς την Ελλάδα, η οποία ζήτησε πρώτη ευρωπαϊκή συνδρομή. Αργότερα, υποχώρησε και δέχθηκε έναν κατά περίπτωση μηχανισμό σωτηρίας που θα βοηθούσε τη χώρα μας να αποφύγει τη χρεοκοπία με τη συμμετοχή όμως του ΔΝΤ, πράγμα που τότε θεωρήθηκε πρωτοφανές για την ευρωζώνη. Στη συνέχεια, όταν η δημοσιονομική κρίση άρχισε να επεκτείνεται, συμφώνησε, ύστερα από πολλούς δισταγμούς, να δημιουργηθεί ένας μόνιμος μηχανισμός σωτηρίας της Ε.Ε, μαζί με το ΔΝΤ, σε περίπτωση που χρειαζόταν κάποια χώρα να προσφύγει σ’ αυτόν.

Στη συζήτηση για τη δημιουργία οικονομικής διακυβέρνησης της ευρωζώνης επέβαλε σχεδόν τους δικούς της όρους για τις χώρες-μέλη που αποκλίνουν από το Σύμφωνο Σταθερότητας (πρόστιμα, προκαταρκτικοί έλεγχοι στους εθνικούς προϋπολογισμούς, απώλεια του δικαιώματος ψήφου).

Τέλος, «παρέσυρε» τη Γαλλία να συμφωνήσει, ότι πρέπει να συμμετέχουν και οι ιδιώτες επενδυτές στο μηχανισμό σωτηρίας μιας χώρας-μέλους και ότι, όταν μια χώρα-μέλος δεν μπορεί, παρά την προσφυγή στο μηχανισμό σωτηρίας να πληρώσει τα χρέη της, οι ιδιώτες επενδυτές πρέπει να συμφωνήσουν σε αναδιάρθρωση του χρέους με περικοπή του ύψους των δανείων. Οπως ήταν αναμενόμενο τα επιτόκια δανεισμού ανέβηκαν σε δυσθεώρητα ύψη, αφού σε περίπτωση «ελεγχόμενης», έστω, χρεοκοπίας θα υφίσταντο τη ζημιά και οι ιδιώτες δανειστές. Η Γερμανία συμφώνησε τελικά, οι ιδιώτες επενδυτές να συμμετέχουν κατά περίπτωση, και μόνο για ενεργοποίηση του μηχανισμού σωτηρίας μετά το 2013, διαφωνεί όμως με την ευνοϊκή πρόταση επιμήκυνσης της χρονικής περιόδου αποπληρωμής του δανείου της Ελλάδας στο πλαίσιο του μηχανισμού σωτηρίας.

Πώς μπορεί να εξηγηθεί αυτή η γερμανική δυστοκία, η παντελής έλλειψη ευρωπαϊκής αλληλεγγύης και η σφοδρότητα των μέτρων λιτότητας που συνοδεύουν την προσφυγή μιας χώρας-μέλους στο μηχανισμό σωτηρίας, τόσο στην περίπτωση της Ελλάδας όσο και στην περίπτωση της Ιρλανδίας; Πού οφείλεται αυτή η επιβαλλόμενη από τη Γερμανία δημοσιονομική και νομισματική πειθαρχία, όταν είναι προφανές ότι μια χαλάρωση της δημοσιονομικής λιτότητας και κυρίως έκδοση ευρωομολόγων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα έδινε μια διέξοδο στην «αιματηρή» προσπάθεια των λιγότερο αναπτυγμένων χωρών της ευρωζώνης;

Ποιοι είναι τελικά οι λόγοι που εξηγούν αυτή τη γερμανική πολιτική; Είναι η παραδοσιακή άποψη της Γερμανίας για τον κίνδυνο πληθωρισμού; Είναι η πίεση ορισμένων γερμανικών συμφερόντων για εκκαθάριση της ζώνης του ευρώ από τους αδύναμους κρίκους;

Είναι η ιδεολογική πεποίθηση ότι μόνο με την πολιτική αυτή θα επιτευχθεί η έξοδος από την κρίση; Είναι η αλαζονική στάση της Γερμανίας έναντι των αδύναμων χωρών, που βυθίζονται στην ύφεση, χωρίς να υπολογίζει τη μείωση των εξαγωγών της σ’ αυτές, εφόσον διαθέτει άλλες διεξόδους στις αναδυόμενες οικονομίες (Κίνα, Ινδία, Βραζιλία) στη Ρωσία κ.ά.; Εκφράζει αυτή η πολιτική το σύνολο της γερμανικής πολιτικής και επιχειρηματικής «ελίτ» ή ακολουθείται μόνο από τη σημερινή κυβέρνηση για εκλογικούς λόγους και συνεπώς μπορεί να αλλάξει;

Δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα. Εξάλλου, η απάντησή τους θα είχε μάλλον θεωρητικό ενδιαφέρον. Το κρίσιμο ζήτημα για τις αδύναμες οικονομίες της ευρωζώνης είναι η αλλαγή της γερμανικής πολιτικής και όχι η ερμηνεία της.

Θέμα επικαιρότητας:
Οικονομική κρίση

Σύνολο: 955 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι