Δημοκρατία, νομιμότητα και μυστικές υπηρεσίες

Ελλάδα και ευρωπαϊκές κατευθύνσεις

Νίκος Παρασκευόπουλος, Ελευθεροτυπία, 22/03/2005

Οι ειδήσεις για τα σκάνδαλα στη Δικαιοσύνη και στην Εκκλησία δεν ανήκουν σε όσες συμπληρώνονται, ανακυκλώνονται, σχολιάζονται για λίγες ημέρες και στη συνέχεια ξεχνιούνται. Καταστάσεις κρίσης, που φαίνονται να συνδέονται με δομικές δυσλειτουργίες και με πάγια ιδεολογήματα της νεοελληνικής ζωής, είναι φυσικό να παράγουν έναν παρατεταμένο αντίκτυπο στην κοινωνική και στην πολιτική σφαίρα.

Οι υποθέσεις διαφθοράς που βρίσκονται στο προσκήνιο σχετίζονται με διακριτές περιοχές των κρατικών λειτουργιών: με τη Δικαιοσύνη και την (κρατική) Εκκλησία κατά πρώτο λόγο, με την Αστυνομία και τις μυστικές υπηρεσίες κατά δεύτερο. Ενώ όμως οι «επίορκοι», στην ουσία οι ποινικώς υπεύθυνοι, αναζητούνται και οι προσπάθειες κάθαρσης (αισθητές ιδίως στον χώρο της Δικαιοσύνης) βρίσκονται σε εξέλιξη, μια περιοχή είναι στο απυρόβλητο: η ουσία του έργου των μυστικών υπηρεσιών έγκειται στον κρυφό του χαρακτήρα κι επομένως ο καταλογισμός ευθυνών εκεί είναι αναπόφευκτα περιορισμένος.

Ετσι, οι υπηρεσίες αυτές δείχνουν να μετέχουν στην κρίση, χωρίς να παρασύρονται από το ρεύμα της κάθαρσης. Ο μέσος πολίτης, χωρίς γνώσεις για συγκεκριμένα πρόσωπα και πράγματα της διαπλοκής, μπορεί πάντως να ασχοληθεί με τους θεσμούς που την αφορούν.

Οι μυστικές υπηρεσίες ασφάλειας δεν αποτελούν όψιμους μηχανισμούς της νεωτερικής εποχής. Ισα ίσα, οι Δημοκρατίες προσπάθησαν κατά τον 20ό αιώνα να περιορίσουν κάποιες κρυφές περιοχές της εξουσίας. Στις μέρες μας όμως οι υπηρεσίες πληροφοριών έχουν φθάσει στο απόγειο της ανάπτυξής τους. Αυτό οφείλεται στους διογκωμένους κινδύνους από το οργανωμένο έγκλημα, από την τρομοκρατία και ιδίως από την εξομοίωση των ασύμμετρων πληγμάτων με τους κλασικούς πολέμους. Στις αρμοδιότητές τους έχουν πλέον προστεθεί νέα κρίσιμα έργα, όπως η προστασία σημαντικών προσώπων. Πασίγνωστος όρος της ανάπτυξης αυτών των υπηρεσιών είναι η εξέλιξη της τεχνολογίας στον τομέα της συλλογής, επεξεργασίας και μετάδοσης πληροφοριών.

Αντίστοιχα διευρυμένες είναι ωστόσο και οι διαστάσεις των συνεπειών, όταν οι μυστικές υπηρεσίες «σφάλλουν». Ας μην ξεχνούμε το λάθος των πληροφοριών για την ύπαρξη πυρηνικών όπλων στο Ιράκ.

Η λειτουργία των μυστικών υπηρεσιών αναγνωρίζεται στην εποχή μας ως αναγκαία, όχι μόνον από την εθνική, αλλά και από τη διεθνή έννομη τάξη, για χάρη της διαφύλαξης της ασφάλειας των κρατών με παράλληλη προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών τους. Μια σειρά από αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχουν καταγράψει τις δραστηριότητες εκείνες που θεωρούνται τόσο απειλητικές, ώστε να δικαιολογούν κινητοποίηση μυστικών υπηρεσιών (π.χ. κατασκοπεία, τρομοκρατία, επιβουλή κατά της δημοκρατίας, αποσχιστικά-εξτρεμιστικά κινήματα, αλλά και σοβαρές οργανωμένες εγκληματικές δράσεις)1.

Σε κάθε περίπτωση σαφές είναι ότι μια μυστική υπηρεσία οφείλει να κινείται μέσα στα κείμενα πλαίσια της εθνικής αλλά και της διεθνούς νομιμότητας. Η επέμβαση στις ελευθερίες των πολιτών είναι δηλαδή δυνατή μόνο με νομικές προϋποθέσεις2 και με δυνατότητα ελέγχου των καταχρήσεων.

Κάθε μιά εξουσία ρέπει προς την κατάχρησή της και γι’ αυτό η μια εξουσία πρέπει να οριοθετεί την άλλη (Montesquieu). Ολοι οι άνθρωποι εξάλλου έχουν την τάση να παραβαίνουν νόμους και κώδικες συμπεριφοράς, όταν οι πιθανότητες να αποκαλυφθούν οι παραβάσεις είναι λίγες. Ετσι, οι περιορισμένες πρακτικές δυνατότητες ελέγχου των μυστικών υπηρεσιών και καταλογισμού ευθυνών μπορούν να καταστήσουν τις παραπάνω εγγυήσεις και οριοθετήσεις γράμμα κενό. Το γεγονός αυτό συνιστά τη συνθήκη που υποθάλπει την εμφάνιση εκτροπών. Εκκινώντας από μια ταξινόμηση αντίστοιχων σκανδάλων που έχει προταθεί3, μπορούμε να τις κατατάξουμε σε τρεις μεγάλες κατηγορίες.

Αρχαιότερα είναι μάλλον τα λεγόμενα «βρώμικα κόλπα», οι προβοκάτσιες σε βάρος πολιτικών προσώπων ή δυνάμεων, οι πολιτικοί ή οικονομικοί εκβιασμοί, καθώς και διάφορες κερδοσκοπικές διαχειρίσεις, όπως η με αμοιβαίο κέρδος διοχέτευση πληροφοριών (για «ροζ ιστορίες» ή οικονομικές καταχρήσεις ή πολιτικές απάτες) σε ευνοούμενα ΜΜΕ. Γενικά, εδώ υπάγονται πράξεις που θίγουν την ασφάλεια και τα δικαιώματα των πολιτών, αλλά παράλληλα υπονομεύουν την ίδια τη συντεταγμένη λειτουργία των μυστικών υπηρεσιών, δημιουργώντας κάποτε κινδύνους και στους ίδιους τους νομιμόφρονες υπαλλήλους τους.

Γνωστές από το παρελθόν είναι επίσης (δεύτερη κατηγορία) οι περιπτώσεις «διπλού παιχνιδιού» και διπροσωπίας των κατασκόπων. Τα διπλά αυτά παιχνίδια επίσης θέτουν υπό αμφισβήτηση τις ικανότητες των μυστικών υπηρεσιών, ενώ κάποτε αποκτούν διαστάσεις εσχάτης προδοσίας.

Τέλος, είναι δεδομένο ότι η πολιτική και η κοινωνική βαρύτητα των σκανδάλων υποκλοπής σταδιακά μειώνονται. Από την εποχή όπου οι διεξαγωγές υποκλοπών «έριχναν κυβερνήσεις», φθάσαμε, μέσα σε δύο το πολύ δεκαετίες, στη φάση της ανοχής: στη χωρίς αντιδράσεις του τηλεθεατή παρουσίαση στις οθόνες προϊόντων από παράνομες καταγραφές ιδιωτικών επικοινωνιών.

Ετσι λοιπόν η ίδια υπηρεσιακή μυστικότητα, που συνιστά όρο αποτελεσματικότητας υπέρ της ασφάλειας4, λειτουργεί και ως πέπλο που καλύπτει καταχρήσεις και ευθύνες κάποιων στελεχών. Η αμφίδρομη λειτουργία εξηγεί και τον φαύλο κύκλο: το φαινόμενο κατά το οποίο ο έλεγχος οριοθετεί τη μυστική δράση, αλλά και η μυστική δράση, αντίστροφα, οριοθετεί τις δυνατότητες του ελέγχου. Εξαιτίας της συγκεκριμένης ιδιομορφίας, θα ήταν αδύνατη η καταπολέμηση ενός σκανδάλου των σχετικών υπηρεσιών μέσω μιας εξαγγελίας αυτοκάθαρσης: τα σκάνδαλα εξ ορισμού είναι δημοσίως αισθητά, ενώ οι αντίστοιχες αυτοκαθάρσεις θα μείνουν αθέατες και επομένως αναποτελεσματικές έναντι μιας σκανδαλισμένης κοινής γνώμης.

Ο δικαστικός έλεγχος κατά το Ελληνικό Σύνταγμα (άρθρο 2) και κατά την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (άρθρο 13) δεν μπορεί να λείπει. Επομένως, οι πρακτικές δυσκολίες ελέγχου είναι εκείνες που καθιστούν επιτακτική την ανάγκη των Δημοκρατιών να διαθέτουν πρόσθετους αποτελεσματικούς μηχανισμούς εποπτείας των μυστικών υπηρεσιών.

Ποιες είναι όμως οι δυνατότητες εποπτείας; Θεσμικοί και πρακτικοί λόγοι εξηγούν το γεγονός ότι εκ των προτέρων εποπτεία στις επιχειρήσεις των μυστικών υπηρεσιών δεν νοείται. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αποδέχεται5 τη μη ειδοποίηση των παρακολουθούμενων προσώπων για την παρακολούθησή τους από τις σχετικές υπηρεσίες, αφού έτσι εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα.

Η δημοκρατία είναι το πολίτευμα της διαφάνειας και ενσωματώνει τις μυστικές υπηρεσίες μόνο ως εργαλεία ανάγκης. Η συζήτηση για τις δυνατότητες ένταξής τους στη δημοκρατική νομιμότητα έτσι κι αλλιώς δεν εξαντλείται με την παράθεση ενός καταλόγου θεσμικών και πρακτικών αδιεξόδων ελέγχου. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες έχουν λοιπόν θεσπιστεί μηχανισμοί για την εκ των υστέρων εποπτεία και αξιολόγηση των στοχεύσεων, των μεθόδων και της όλης διαχείρισης των μυστικών υπηρεσιών. Αυτή η πολιτική εποπτεία μπορεί άλλωστε να διευκολύνει τον δικαστικό έλεγχο. Είναι ευνόητο, τέλος, ότι τα καταλληλότερα όργανα για την άσκηση αυτής της εποπτείας είναι τα εθνικά Κοινοβούλια.

Χωρίς κάποια πρόοδο στην κατεύθυνση αυτή, η νομιμότητα δεν διασφαλίζεται.

Θέμα επικαιρότητας:
Δημόσια Διοίκηση-Αυτοδιοίκηση

Σύνολο: 51 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι