Μια ιδέα για την ρευστότητα

Γιώργος Ιωαννίδης, Capital.gr, 23/05/2013

Υπάρχει ένα παλιό ανέκδοτο γνωστό στου οικονομολόγους και στους οικονομολογούντες το οποίο πάει περίπου ως εξής:

«Ένας πλασιέ νοικιάζει ένα δωμάτιο ξενοδοχείου σε ένα χωριό για μία νύχτα προς εκατό ευρώ. Ο πανδοχέας του ζητά να το προπληρώσει και ο πλασιέ το δέχεται. Με τα 100€ ο πανδοχέας πηγαίνει και αποπληρώνει ένα ισόποσο χρέος που είχε στον κρεοπώλη, ο οποίος τα δίνει στη γυναίκα του για να αποπληρώσει το μπακάλη, ο οποίος πληρώνει τα δημοτικά τέλη που επίσης χρωστούσε. Στη συνέχεια ο κλητήρας του Δήμου δίνει τα 100€ στον πανδοχέα προκειμένου να ξεχρεώσει το όφελος από την εκδήλωση που είχε διοργανωθεί από τον Δήμο τον προηγούμενο μήνα στη σάλα του πανδοχείου. Την επομένη το πρωί ο πλασιέ διαμαρτύρεται έντονα διότι οι διπλανοί του έκαναν θόρυβο και δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι. Μπροστά στον έξαλλο πελάτη ο πανδοχέας ζητά συγνώμη, του δίνει πίσω τα εκατό ευρώ και τον στέλνει στην ευχή του θεού. Ο πλασιέ παίρνει το κατοστάρικο και αποχωρεί για το επόμενο χωρίο». Στο τέλος της ιστορίας ένα χαρτονόμισμα 100€ κατάφερε να αγοράσει υπηρεσίες και να αποπληρώσει χρέη συνολικού ύψους 500€, πόσο το οποίο μπορεί να μεγαλώσει αναλόγως των ενδιάμεσων –μεταξύ του πλασιέ και του πανδοχέα– πρωταγωνιστών που ο αφηγητής επιλέγει να εντάξει στο ανέκδοτο.

Στην πραγματική ζωή τα πράγματα εκ των πραγμάτων είναι πιο περίπλοκα: η αλυσίδα των συναλλαγών δεν κλείνει εκεί από που άρχισε, ούτε όλοι οι πρωταγωνιστές χρωστούν το ίδιο ποσό, ούτε προστρέχουν να αποπληρώσουν το χρέος τους μόλις εισπράξουν. Ωστόσο εάν μεταγράψουμε το ανέκδοτο στο πεδίο της οικονομικής θεωρίας θα βρούμε από πίσω έναν όρο –επίσης από τα παλιά– που λέγεται πολλαπλασιαστής εισοδήματος. Μπορούμε επίσης να βρούμε και αρκετές «ουρές» που συνδέουν το ανέκδοτο με άλλες έννοιες όπως η ταχύτητα κυκλοφορίας, το κυκλοφορούν χρήμα, το χρήμα M0, Μ1 και Μ2, η δημιουργία χρήματος από το τραπεζικό σύστημα κ.ο.κ. Όλοι αυτοί οι όροι-θεωρίες, μολονότι πηγάζουν από τις πλέον διαφορετικές θεωρητικές παραδόσεις των οικονομικών εξετάζουν –μεταξύ άλλων– το ίδιο ζήτημα: τις συνέπειες της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Ας έρθουμε τώρα σε αυτή την τόσο ταλαιπωρημένη πραγματική ελληνική οικονομία. Μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις χρωστούν και τους χρωστάνε. Αυτά που τους χρωστάνε δεν είναι σίγουρες εάν θα τα πάρουν και αν τα πάρουν ξέρουν ότι δεν πρόκειται να γίνει άμεσα. Συνεχίζουν επομένως να χρωστούν μέχρι να εμφανιστεί κάποιος που απαιτώντας τα χρέη μπορεί να τις κλείσει. Στην πράξη αυτός ο κάποιος είναι είτε μια τράπεζα είτε το Δημόσιο (εφορία ή ΟΑΕΕ). Σε αυτή την κατάσταση η μερική αποπληρωμή ενός χρέους ανάμεσα σε επιχειρήσεις συνεπάγεται απανωτές συνεννοήσεις και περίπου συνωμοτικά ραντεβού προκειμένου τα χρήματα είτε να περάσουν χέρι με χέρι, είτε να παραμείνουν στο λογαριασμό για όσο το δυνατόν μικρότερο διάστημα (από τον φόβο δέσμευσής τους). Μπορεί να το τραβάω λίγο, αλλά σε γενικές γραμμές έτσι έχουν τα πράγματα. Αυτό άλλωστε σημαίνει πρόβλημα ρευστότητας στην αγορά.

Το πρόβλημα εδώ δεν είναι η απουσία του πλασιέ που θα μας δώσει τα εκατό ευρώ. Αυτόν τον έχουμε και μάλιστα κοστολογημένο (βλ. τα 9 δις για την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του δημοσίου). Το πρόβλημα είναι ότι ο κύκλος των χρεών δεν κλείνει από εκεί που ξεκινά η αρχική ένεση ρευστότητας, ότι οι ανάγκες των ενδιάμεσων πρωταγωνιστών είναι τόσο έντονες που υπάρχουν πολλά κενά και διακοπές στην απρόσκοπτη ολοκλήρωση της άσκησης, ότι ακόμα και εάν δεν υπήρχαν αυτά τα κενά χρειάζεται χρόνος. Μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αυτά τα ζητήματα;

Ας υποθέσουμε ότι δημιουργείται ένας ημι-δημόσιος φορέας (π.χ. με τη συμμετοχή ενός Ταμείου Ειδικού Σκοπού και των τραπεζών) ο οποίος προικοδοτείται με ένα κεφάλαιο π.χ. 5 δις. Ο στόχος του απλός. «Αγοράζει» έναντι μικρής αμοιβής όλες τις υποχρεώσεις/χρέη –εκτός εκείνων που αφορούν συναλλαγές με το εξωτερικό και με το Δημόσιο– όπως και τις απαιτήσεις έναντι τρίτων όλων των ενταγμένων σε αυτόν μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Με άλλα λόγια, εσωτερικεύει το σύνολο του εσωτερικού χρέους ιδιωτικών επιχειρήσεων έναντι άλλων ιδιωτικών επιχειρήσεων. Το χρέος αυτό δεν το διαγράφει, ούτε το «κουρεύει». Πραγματοποιεί όμως μια αστραπιαία αποπληρωμή μέσω μιας ένεσης ρευστότητας η οποία κυκλοφορεί εντός ενός απόλυτα ελεγχόμενου περιβάλλοντος. Πιστώνει την εταιρία Α, η οποία αμέσως πιστώνει την εταιρία Β κ.ο.κ. Ο τελευταίος στη σειρά είναι εκείνος που έχει απαιτήσεις έναντι του Δημοσίου. Δηλαδή, αυτό που κάνει ο φορέας αυτός είναι να εσωτερικεύσει τμήμα της κυκλοφορίας του χρήματος αυξάνοντας ταυτόχρονα στο άπειρο την ταχύτητα κυκλοφορίας του. Αυτό που μένει ως χρέος σε κάθε επιχείρηση το διαχειρίζεται αναλόγως της περίπτωσης και των επιθυμιών της ίδιας της επιχείρησης. Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να την δανείσει χρησιμοποιώντας ένα αποθεματικό που χρηματοδοτείται εν μέρει από το αρχικό κεφάλαιο, εν μέρει από μια παρακράτηση του καθαρού αποτελέσματος που θα προκύψει σε κάποιες άλλες επιχειρήσεις. Σε κάποιες άλλες μπορεί να γίνει ρύθμιση και ένταξη της επιχείρησης σε προγράμματα αναδιάρθρωσης που συνεπάγεται τραπεζικό δανεισμό κ.ο.κ., μπορεί σε τελική ανάλυση να τα φορτώσει όλα σε μια «κακή» τράπεζα και να την πετάξει στο Αιγαίο. Εξαρτάται από το ύψος, την διάρθρωση, το χαρακτήρα του χρέους. Αυτό που μένει στις επιχειρήσεις είναι να ρυθμίσουν τις οφειλές τους στο Δημόσιο. Εκείνες που καταλήξουν με πλεόνασμα θα το κάνουν (μπορεί και υποχρεωτικά). Οι άλλες θα χρησιμοποιήσουν τις σχετικές διατάξεις.

Προβλήματα στα παραπάνω υπάρχουν αρκετά. Νομικά, ιδιοκτησιακά, οικονομικά και πολλά άλλα που οι γνωρίζοντες καλύτερα τα φοροτεχνικά θα επισημάνουν. Ωστόσο όπως έλεγε και ένας δάσκαλος μου στο πανεπιστήμιο εάν κάτι προσδιοριστεί ως «πρόβλημα» καταστατικά έχει και μία «λύση». Σε τελική ανάλυση φανταστείτε τα προβλήματα που προέκυψαν όταν κάποιος, σε κόντρα κάθε έννοιας τραπεζικής πρακτικής, επιχείρησε να φτιάξει μια τράπεζα η οποία θα παρείχε μικροδάνεια χωρίς κυρώσεις στο ενδεχόμενο αδυναμίας αποπληρωμής . Και όμως δούλεψε.

Θέμα επικαιρότητας:
Οικονομική κρίση

Σύνολο: 970 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι