Επικίνδυνες μαγειρικές ή δημιουργική κουζίνα;

Γιάννης Παπαθεοδώρου, 26/07/2013

Σχεδόν παράλληλα με την αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ από την κυβέρνηση άνοιξε ένας νέος κύκλος συζητήσεων για την πολύπαθη «κεντροαριστερά». Στις περισσότερες συζητήσεις και τοποθετήσεις διατυπώνεται συχνά η άποψη πως σήμερα είναι επιτακτική ανάγκη μιας ευρύτερης πολιτικής συνεννόησης και επανεκκίνησης του «μεταρρυθμιστικού πόλου». Τίποτε πιο σωστό από αυτό. Το «πώς» όμως παραμένει ακόμη θολό, αντιφατικό και «ανοιχτό», δεδομένου ότι α) πολλοί θεωρούν ότι η πλάστιγγα των πρωτοβουλιών μετακινείται πλέον προς την πλευρά του «υπεύθυνου» ΠΑΣΟΚ β) άλλοι θεωρούν ότι μια τέτοια απόπειρα συμπεριλαμβάνει και τον ΣΥΡΙΖΑ γ) ορισμένοι αναζητούν νέα «σχήματα-γέφυρες» ανάμεσα στις μικρότερες ομάδες και τις προσωπικότητες του μεταρρυθμιστικού χώρου. Πράγματι, λοιπόν, «κάτι ψήνεται» στην κουζίνα της κεντροαριστεράς αλλά καλό είναι να δούμε από κοντά τις συνταγές και τις μαγειρικές που δοκιμάζονται.

Η πρώτη συνταγή λέει πως η νέα κεντροαριστερά πρέπει να «δεθεί» με βάση το «υπεύθυνο» ΠΑΣΟΚ. Το τελευταίο διάστημα, άλλωστε, ο συμπλησιασμός των δύο κομμάτων (ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ) είχε φτάσει σε μια ικανοποιητική «ζώνη επαφής», που θα επέτρεπε ευρύτερες συνεργασίες. Πράγματι, αυτό θα ίσχυε αν το ΠΑΣΟΚ αποδείκνυε εμπράκτως πως εξακολουθεί να εγγράφεται ιδεολογικά στην κεντροαριστερά. Έγραψα κι άλλες φορές πως, μετά την αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ από την κυβέρνηση, το ΠΑΣΟΚ μετακινείται υποχρεωτικά προς την κεντροδεξιά κατεύθυνση. Και για να συνεννοούμαστε : δεν είπα πως το ΠΑΣΟΚ είναι ένα κεντροδεξιό κόμμα αλλά πως αποκτά σταδιακά μια διαφορετική θέση μέσα στην πολιτική γεωγραφία, επιλέγοντας «έτσι κι αλλιώς»έναν κυβερνητισμό με μονοκομματική ατζέντα (ΝΔ). Οφείλω να εξηγήσω λίγο πιο αναλυτικά τι εννοώ. Όσοι έσπευσαν να χαιρετίσουν την υπεύθυνη στάση του ΠΑΣΟΚ για την παραμονή του στην κυβέρνηση, προσπερνούν - κάπως βιαστικά, είναι αλήθεια - ότι το κατακρημνισμένο ΠΑΣΟΚ δεν έχει πλέον καμία ελπίδα ύπαρξης εκτός κυβέρνησης. Η «κομματική μηχανική» και ο «κυβερνητικός ορθολογισμός» του ΠΑΣΟΚ το οδήγησε στην παραμονή του στην κυβέρνηση, έστω κι αν ως τώρα τα νομοσχέδια που έχει ψηφίσει το φέρνουν σε απόσταση – προσωρινή έστω – από οποιαδήποτε κεντροαριστερή και μεταρρυθμιστική πολιτική. Στην πραγματικότητα, το ΠΑΣΟΚ πουλάει «άϋλες μετοχές» σε ένα κόσμο που εξακολουθεί να πιστεύει ότι μια αιφνίδια κατάρρευση του πολιτικού συστήματος θα οδηγούσε στο χάος.

Υπενθυμίζω πάντως πως μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε να ανέχεται «το μαύρο της ΕΡΤ» - παρ’ όλο που έχει συνταχθεί μαζί με τη ΔΗΜΑΡ στο αίτημα ακύρωσης της σχετικής νομοθετικής πράξης για το αιφνιδιαστικό κλείσιμο της – αλλά και μια σειρά από άλλα μέτρα. Δεν ξέρω τι είδους «μεταρρύθμιση» είναι αυτή που ανοιγοκλείνει την ΕΡΤ μέσα σε ένα μήνα, δρομολογεί τυφλές απολύσεις και μετατάξεις στο Δημόσιο, αποδυναμώνει την τοπική αυτοδιοίκηση, αρνείται να φορολογήσει τους επαγγελματίες φοροφυγάδες και «δίνει φτερά» στη Χρυσή Αυγή, επειδή δεν μπορεί να ψηφιστεί συναινετικά ένα νομοσχέδιο για την ιθαγένεια και το ρατσισμό. Η μικρή δημοσκοπική άνοδος του ΠΑΣΟΚ οφείλεται περισσότερο σε ένα αίτημα κυβερνητικής σταθερότητας παρά στο περιεχόμενο των ασκούμενων πολιτικών, οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με οποιαδήποτε εκδοχή σοσιαλδημοκρατίας. Προφανώς αυτό το κρίσιμο ζήτημα θα αποτυπωθεί στο μέλλον ∙ και νομίζω πως αυτό το μέλλον θα κρίνει και το μέλλον του ΠΑΣΟΚ. Προς το παρόν όμως, ας κρατήσουμε ένα προσωρινό συμπέρασμα. Αυτό το δήθεν «υπεύθυνο» ΠΑΣΟΚ που συμπλέει κυβερνητικά με την ατζέντα της ΝΔ δεν μπορεί να είναι ο πολιτικός εγγυητής του «μεταρρυθμιστικού πόλου».

Η δεύτερη συνταγή λέει πως «κεντροαριστερά χωρίς τον ΣΥΡΙΖΑ δεν γίνεται», καθώς τόσο η εκλογική του δύναμη όσο και η πολιτική προσχώρηση κεντρογενών στρωμάτων σε αυτόν, τον καθιστά τη μόνη υπάρχουσα εναλλακτική δύναμη εξουσίας και πάντως, σταθερό κορμό για την ανασύσταση της σοσιαλδημοκρατίας. Το σχήμα αυτό θα ίσχυε μόνο αν ο ΣΥΡΙΖΑ είχε πραγματοποιήσει τη λεγόμενη «ρεαλιστική στροφή» και είχε ενσωματώσει τη «δυναμική της μεταρρύθμισης», στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας. Μετά το πρόσφατο συνέδριο του, όμως, μπορούμε με ασφάλεια να πούμε πως ο ΣΥΡΙΖΑ έχει εγκλωβιστεί πλήρως στο αντι-μνημονιακό αδιέξοδο του στρατηγικού του σχεδιασμού. Και δεν εννοώ βέβαια το 30% της Αριστερής Πλατφόρμας του Λαφαζάνη, που σαφέστατα και καθαρά ζητά την έξοδο από το ευρώ και την ευρωζώνη, αλλά τις ίδιες τις απόψεις της πλειοψηφίας. Αντιγράφω από το κείμενο της Πολιτικής Απόφασης του συνεδρίου : «Δεσμευόμαστε ότι θα αντιμετωπίσουμε τις ενδεχόμενες απειλές και τους εκβιασμούς των δανειστών με όλα τα δυνατά όπλα που μπορούμε να επιστρατεύσουμε, ενώ είμαστε ήδη έτοιμοι να αναμετρηθούμε με τη δυσμενέστερη εξέλιξη, σίγουροι ότι ο ελληνικός λαός θα μας στηρίξει….» . Το κείμενο της Πολιτικής Απόφασης αποφεύγει να περιγράψει βέβαια τη «δυσμενέστερη εξέλιξη» αλλά όλοι μας τη γνωρίζουμε. Δεν την επιθυμούμε και σίγουρα δεν θα τη στηρίξουμε.

Δυστυχώς εδώ και καιρό, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει κάνει την επιλογή του. Ανήκει σαφώς στις δυνάμεις της «αντιμεταρρύθμισης» ∙ είναι ο κύριος εκφραστής ενός λαϊκιστικού κινηματισμού και ενός ριζοσπαστικού ευρωσκεπτικισμού, που στεγάζει στους κόλπους του ένα μείγμα από πελατειακές συντεχνίες και αμφισβητησιακές υπο-κουλτούρες, καθώς και λογής-λογής εκπροσώπους «συνιστωσών» με αμφίβολη κοινοβουλευτική συμπεριφορά. Θα ήταν αστείο ή τουλάχιστον αφελές να νομίζει κανείς ότι αυτός ο ΣΥΡΙΖΑ έχει να συνεισφέρει κάτι στο «μεταρρυθμιστικό πόλο». Του είναι αρκετή η καρικατούρα του υπαρκτού διπολισμού (ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ) για να παίξει το ρόλο του, δίνοντας «ραντεβού στα γουναράδικα».

Η τρίτη συνταγή λέει πως χρειάζεται μια νέα μεταρρυθμιστική «γέφυρα» ανάμεσα σε όλες τις μικρότερες ομάδες και κινήσεις του χώρου της κεντροαριστεράς, στην οποία βέβαια, θα είχε θέση και η ΔΗΜΑΡ. Αναρωτιέμαι ποιο θα ήταν το πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο μιας τέτοιας κίνησης και ποιοι οι φορείς της. Αν είναι όλοι όσοι ως τώρα αποδοκίμαζαν τον Κουβέλη για τις «κόκκινες γραμμές» του στη συγκυβέρνηση, τότε φοβάμαι πως τα περιθώρια της συζήτησης στενεύουν. Αν είναι αυτοί που ειρωνεύονταν τη ΔΗΜΑΡ επειδή υποστήριζε πως καταστρέφονται τα εργασιακά δικαιώματα, τότε μιλάμε άλλη γλώσσα. Κι αν είναι εκείνοι που εν ονόματι της κυβερνητικής συνοχής «άδειαζαν» συστηματικά τους υπουργούς και υφυπουργούς της ΔΗΜΑΡ, τότε φοβάμαι πως το αιτούμενο δεν είναι ακριβώς η μεταρρύθμιση αλλά ένα νεφελώδες και θνησιγενές «μεταρρυθμιστικό συμπλήρωμα» σε ρόλο πολιτικού μπαλαντέρ. Δεν κάνω δίκη προθέσεων. Όλοι γνωρίζουμε άλλωστε πως ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος από καλές προθέσεις. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι η αποσαφήνιση του ιδεολογικού προφίλ των μεταρρυθμιστικών δυνάμεων. Και είναι απολύτως σίγουρο πως πολλοί «κεντροαριστεροί» μεταρρυθμιστές έχουν ξεχάσει πως η δημοκρατική μεταρρύθμιση είναι μια διαδικασία με όρους, προϋποθέσεις και πρόσημο. Και για να μην παρεξηγούμαι : δεν εννοώ απαραίτητα «αριστερό» πρόσημο αλλά «δημοκρατικό» πρόσημο. Είναι άλλο πράγμα ο «αριστερός μεταρρυθμισμός» και είναι άλλο πράγμα η προσήλωση στη «δημοκρατική μεταρρύθμιση» των θεσμών του κράτους. Ο πρώτος είναι ένας απώτερος στρατηγικός στόχος ∙ η δεύτερη είναι το αποτέλεσμα μιας έγκαιρης (και όχι συγκυριακής) συναίνεσης.

Επιμένω λοιπόν πως ό,τι είναι να «ψηθεί», θα «ψηθεί» στον φούρνο στη ΔΗΜΑΡ. Η έξοδός της από την κυβέρνηση αιφνιδίασε πολλούς και προβλημάτισε ακόμη περισσότερους, ιδίως αν συνυπολογίσει κανείς τις επικοινωνιακές αστοχίες που συνόδευσαν το γεγονός. Σε πρώτο χρόνο, η ΔΗΜΑΡ προσπάθησε να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους αποχώρησε από κυβερνητικό σχήμα, επικαλούμενη το «σχέδιο Σαμαρά» για την περιθωριοποίησή της και το «σχέδιο ΠΑΣΟΚ» για την κυβερνητική του «αναβάθμιση μέσω της διαφωνίας». Και οι δύο παράμετροι είναι σωστές αλλά εγγράφονται σε μια ιδεολογικού τύπου άμυνα. Αν η άμυνα αυτή δεν συνοδευτεί από μια σειρά πολιτικών πρωτοβουλιών που θα σηματοδοτούν την «ολική επαναφορά» της ΔΗΜΑΡ, τότε η απολογία δεν θα είναι αρκετή για να πείσει τους πολίτες του προοδευτικού χώρου, που αντιμετώπισαν και εμπιστεύτηκαν πραγματικά τη ΔΗΜΑΡ ως «κυβερνώσα αριστερά». Θα προσπαθήσω να περιγράψω αυτές τις πρωτοβουλίες, που, κατά τη γνώμη μου, είναι απαραίτητες για την «ολική επαναφορά» της ΔΗΜΑΡ ως πρωταγωνιστή της ανασυγκρότησης του χώρου του δημοκρατικού σοσιαλισμού.

Αν κάτι χρειάζεται σήμερα, δεδομένου ότι ήδη βρισκόμαστε στις παραμονές του εκλογικού έτους 2014, είναι : α) η δημιουργία μιας ευρείας δημοκρατικής μεταρρυθμιστικής συμπαράταξης που θα βρει πολιτική αγκύρωση (και όχι απαραίτητα ένταξη) στη ΔΗΜΑΡ β) μια «αυτοδιοικητική συμμαχία» (σαν κι αυτή που ήδη δρομολογείται από τους «πέντε δημάρχους»), η οποία θα θέσει σε προτεραιότητα «τα ζητήματα της κοινωνικής πολιτικής, της βελτίωσης της παροχής υπηρεσιών προς τον πολίτη και των νέων εναλλακτικών μορφών χρηματοδότησης των δήμων» και γ) ένα «ευρύχωρο ευρωψηφοδέλτιο» που θα θέτει ξεκάθαρα το ζήτημα για πολιτική ομοσπονδοποίηση της Ευρώπης και κοινή ευρωπαϊκή διαχείριση της οικονομικής κρίσης. Στις πρωτοβουλίες αυτές είναι καλοδεχούμενοι όσοι αναγνωρίζουν τις αξίες της δημοκρατικής φιλοευρωπαϊκής αριστεράς, της πολιτικής οικολογίας, της μεταρρύθμισης, της σοσιαλδημοκρατίας, του φεντεραλιστικού ευρωπαϊσμού αλλά και του ριζοσπαστικού πραγματισμού. Συνοπτικά θα μπορούσαμε να στεγάσουμε αυτή την πλατιά «ιδεολογική ομπρέλα» κάτω από το τρίπτυχο : «δημοκρατική μεταρρύθμιση – κοινωνική συνοχή – ευρωπαϊκή προοπτική». Κι επειδή όλοι γνωρίζουμε τη σημασία που έχουν οι επόμενες ευρωεκλογές για το μέλλον της Ελλάδας και της Ευρώπης, καλό είναι να δώσουμε σε αυτές τις πρωτοβουλίες τα χαρακτηριστικά μιας καμπάνιας που θα συσπειρώσει τον μεταρρυθμιστικό πόλο, χωρίς τα λάθη του παρελθόντος. Το στοίχημα είναι η συγκρότηση ενός νέου κοινωνικού ρεύματος που θα αναγνωρίζει τον εαυτό του ως «μεταμνημονιακή» δύναμη, σε μια πολιτική ατζέντα επιβίωσης της κοινωνίας, ανάπτυξης της οικονομίας και επαναθεμελίωσης του κράτους. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να παραμείνει ένα ημιτελές πολιτικό μόρφωμα που θα ρηγματώνεται καθημερινά από την κρίση δημοκρατικής νομιμοποίησης υπό την πίεση των αγορών. Ή θα γίνει μια ομοσπονδία Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης ή θα γίνει το άθροισμα των θυμάτων της δημοσιονομικής πειθαρχίας. (Δε χρειάζεται βέβαια να πω ότι το πρώτο βήμα σε μια τέτοια εκστρατεία θα ήταν η πολιτική «σφραγίδα» του Σουλτς στη ΔΗΜΑΡ. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, στην οποία θα χρειαστεί να επανέλθουμε).

Ξέρω βέβαια πως τα προβλήματα αυτών των πρωτοβουλιών που περιγράφω είναι πολλά. Αλλά νομίζω πως δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια για αυτοσχεδιασμούς και αδιέξοδες συζητήσεις. Πρέπει να επιλέξουμε αν θα συνεχίζουμε να πειραματιζόμαστε με «επικίνδυνες μαγειρικές» ή να φτιάξουμε τη δική μας «δημιουργική κουζίνα». Και καλό είναι να θυμούνται όλοι οι φίλοι «μάγειρες» πως ακόμη κι όταν μια ιδέα είναι φτιαγμένη από μέλι («κεντροαριστερά»), αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να τη φάμε κιόλας.

Θέμα επικαιρότητας:
Συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ

Σύνολο: 36 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι