Παράθυρα με θέα

Γιάννης Παπαθεοδώρου, 05/06/2014

Στις πρόσφατες εκλογές, η ΔΗΜΑΡ υπέστη μια βαριά εκλογική ήττα ∙ μια ήττα δυσανάλογη με το πολιτικό της ανάστημα και, πάντως, αναντίστοιχη με την προσφορά της στον τόπο. Είναι ώρα, λοιπόν, να συζητήσουμε για τα λάθη αλλά κυρίως να συζητήσουμε για την προοπτική αυτού του χώρου, έχοντας συνείδηση ότι από το ύφος και το ήθος αυτού του διαλόγου θα κριθεί και η πολιτική επανεκκίνηση της κοινής μας προσπάθειας. Ας εξηγηθούμε, επομένως, από την αρχή :

το μερίδιο ευθύνης αναλογεί σε όλους μας, και ιδίως σε όλους εμάς που είχαμε εκλεγεί στα ηγετικά όργανα του κόμματος, ανεξάρτητα από τους συσχετισμούς πλειοψηφίας και μειοψηφίας. Προφανώς η ήττα δεν είναι «ορφανή». Η ανάληψη της ευθύνης, ωστόσο, δεν μπορεί να είναι στενά ατομική (βλ. προεδρική), γιατί στα δημοκρατικά κόμματα, οι αποφάσεις λαμβάνονται από συλλογικά όργανα. Άρα, και η αυτοκριτική δεν μπορεί να εξαντλείται σε προσωποκεντρικές αναφορές ή σε ρητορικά πυροτεχνήματα της εύκολης δημοσιότητας. Ακόμη περισσότερο, η κριτική των λαθών δεν μπορεί να γίνεται με όρους τηλεοπτικού θρήνου, χαιρέκακης αυτο-επιβεβαίωσης και ευκαιριακής αυτοπροβολής της διαφωνίας. Η γειτονιά μας είναι μικρή – δυστυχώς, τώρα μικρότερη – και όλοι γνωριζόμαστε. Καλό είναι, λοιπόν, διαφυλάξουμε το πολυτιμότερο : το συμβολικό μας κεφάλαιο μέσα στη δημόσια σφαίρα.

Επειδή και η πολιτική έχει τη δική της ιστορικότητα, καλό είναι να θυμόμαστε επίσης ότι δεν είναι η πρώτη φορά που η ανανεωτική αριστερά αντιμετωπίζει σκληρές ήττες. Και σίγουρα δεν είναι η πρώτη φορά που ακούγονται γλαφυρές και δακρύβρεχτες αναλύσεις για το δήθεν οριστικό «τέλος» της. Από το 1968 και έπειτα, ωστόσο, ο πυρήνας αυτού του ιδεολογικού ρεύματος έδειξε πως έχει συγκροτηθεί πάνω σε πολύ ανθεκτικά υλικά, που, ανεξάρτητα από τις μικρές νίκες και τις μεγάλες ήττες, έχουν σφραγίσει την πολιτική κουλτούρα του τόπου μας. Ας συζητήσουμε λοιπόν με τον τρόπο που αρμόζει στο «πολιτισμικό κεκτημένο» της δικής μας δημοκρατικής παράδοσης. Κι επειδή στην παράδοση αυτή δεν χωράνε μοναδικές αλήθειες και δογματικές ερμηνείες, ας δώσουμε χώρο και στη διπλανή άποψη, ιδίως τώρα που οι απόψεις των διπλανών μας είναι και η μόνη περιουσία και συντροφική παρηγοριά που διαθέτουμε.

Γράφτηκαν και θα γραφούν πολλά για τις αιτίες αυτής της ήττας. Τις συνοψίζω, από τη δική μου πάντα οπτική γωνία :

α) απώλεια της κυβερνησιμότητας. Η ΔΗΜΑΡ έχασε το πλεονέκτημα του προοδευτικού εγγυητή της πολιτικής σταθερότητας από τη στιγμή που αποχώρησε με λανθασμένο τρόπο από την κυβέρνηση, χωρίς ταυτόχρονα να δηλώνει σε ποια (επόμενη) κυβέρνηση και με ποιους όρους θα ήθελε να συμμετέχει. Συμπέρασμα πρώτο : το πρόβλημα δεν ήταν μόνο το «μπες-βγες» από την κυβέρνηση αλλά κυρίως η αόριστη και αναβλητική «επιστροφή» σε μια άλλη κυβέρνηση, τη στιγμή, μάλιστα, που απευθυνόμασταν κοινωνικά σε μεσαία και ανώτερα στρώματα που είναι σταθερά προσανατολισμένα στην άμεση πολιτική σταθερότητα.

β) έλλειψη συμμαχιών. Αποκομμένη σταδιακά από το ζωτικό χώρο της ευρείας πληθυντικής «κεντροαριστεράς» και προτάσσοντας τη λογική του «ούτε» (Τσίπρας) «ούτε» (Σαμαράς), η ΔΗΜΑΡ δεν μπόρεσε να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανασύνθεση του ευρύτερου προοδευτικού χώρου. Συμπέρασμα δεύτερο : μετά το ναυάγιο των φίλων «58+» και πριν την εμφάνιση του ΠΟΤΑΜΙΟΥ, η ΔΗΜΑΡ έχασε το momentum για μια ηγεμονική ανασύνταξη της «κεντροαριστεράς», τη στιγμή μάλιστα που ο «χώρος» αναζητούσε μια νέα κινητικότητα.

γ) σύγχυση ιδεολογικής ταυτότητας. Δεν μπορεί ένα κόμμα να επικαλείται το αξιακό σύστημα της ανανεωτικής αριστεράς και να επιλέγει τελικά και αποκλειστικά το παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ ως μοναδικό στρατηγικό εταίρο του προοδευτικού τρίτου πόλου. Οι αγαθές προθέσεις, η ειλικρινής στήριξη και το υπαρκτό ενδιαφέρον των «συμμάχων» δεν φτάνουν για να διαμορφώσουν ένα νέο πολιτικό υποκείμενο. Συμπέρασμα τρίτο : η «διεύρυνση» έγινε, σε κάποιες περιπτώσεις, με φθαρμένα υλικά που αναιρούσαν την ίδια την πολιτική φρεσκάδα της ΔΗΜΑΡ. Τελικό συμπέρασμα : το στίγμα ήταν θολό, το σχέδιο ήταν λειψό, το άνοιγμα ήταν φτωχό.

Ας δούμε όμως και τη συνολικότερη εικόνα μετά τις πρόσφατες εκλογές, ξεκινώντας από τα αριστερά προς τα δεξιά. Ο ΣΥΡΙΖΑ θριαμβολογεί επειδή είχαμε για «πρώτη φορά αριστερά» αλλά με τα ίδια ποσοστά των προηγούμενων εθνικών εκλογών. Προφανώς έχει κερδίσει μια νέα ορατότητα με τη συμβολική «πρωτιά», αλλά είναι σαφές πως δεν έχει αναπτύξει καμία δυναμική ως πλειοψηφικό κοινωνικό ρεύμα και δεν έχει θεμελιώσει καμία νέα συμμαχία. Για να το πω απλά : δεν κέρδισε ο ΣΥΡΙΖΑ, έχασε η κυβέρνηση. Το ΚΚΕ, με γνήσιο πλέον αντιευρωπαϊσμό και με σταθερή προσήλωση στη δραχμή, επανακάμπτει, εκμεταλλευόμενο τις παλινωδίες του ΣΥΡΙΖΑ. Το «μικρό ΠΑΣΟΚ» (διά της ΕΛΙΑΣ αυτή τη φορά) πέτυχε επίσης μια παγκόσμια πρωτοτυπία. Συγκρίθηκε μόνο του με τα ποσοστά των δημοσκοπήσεων και μετέτρεψε την εκλογική του καθίζηση σε νίκη!

Το μεταπολιτικό ΠΟΤΑΜΙ έθεσε ως επιδίωξη να είναι τρίτο κόμμα με διψήφιο ποσοστό. Βρέθηκε τελικά να είναι το πέμπτο κόμμα με μονοψήφιο ποσοστό, έχοντας μάλιστα εκλέξει δύο υποψήφιους που εγγράφονται στον ευρύτερο χώρο της «ανανεωτικής αριστεράς». Οι ΑΝΕΛ βρέθηκαν σε ελεύθερη πτώση (και επιταχυνόμενη διάλυση), η ΝΔ τιμωρήθηκε αλλά εξακολουθεί να καθορίζει την πολιτική ατζέντα, η εφιαλτική Χρυσή Αυγή ισχυροποιήθηκε, ενώ τη διακριτική του επανεμφάνιση έκανε και πάλι το ΛΑΟΣ.

Αν επιχειρήσει κανείς μια πανοραμική ανάγνωση του εκλογικού χάρτη θα διαπιστώσει ότι οι πρόσφατες ευρωεκλογές έχουν αποτυπώσει τρία ισχυρά διακριτά κοινωνικά ρεύματα, με πολιτικά χαρακτηριστικά που παραπέμπουν και σε κυβερνητικά σχήματα: τη μεγάλη «Δεξιά Πολυκατοικία» (ΝΔ, ΑΝΕΛ, ΛΑΟΣ), την Αριστερά του «τυφλού δρόμου» (ΣΥΡΙΖΑ), την κατακερματισμένη, ιδεολογικά ασταθή και πολιτικά κατακερματισμένη Κεντροαριστερά (ΠΑΣΟΚ/ΕΛΙΑ, ΠΟΤΑΜΙ, ΔΗΜΑΡ). Όλοι γνωρίζουμε από τώρα, πως αυτά τα τρία ρεύματα θα αναμετρηθούν στις επόμενες εκλογές, ενώ τα δύο πρώτα από αυτά θα επενδύσουν σε μια ακόμη μεγαλύτερη πόλωση για να φτάσουν στην τελική επικράτηση για την εξουσία. Με μια διαφορά : κανένα από τα δύο πρώτα δεν θα κυβερνήσει χωρίς το τρίτο. Δεν «βγαίνουν τα νούμερα», δεν το αντέχει η κρισιμότητα της κατάστασης, δεν το θέλει η ίδια η κοινωνία.

Ας συζητήσουμε, λοιπόν, για την τύχη αυτού του τρίτου ρεύματος, την τύχη της λεγόμενης «κεντροαριστεράς». Στο εσωτερικό της συνυπάρχουν πολλά και διάφορα σχήματα με τα δικά τους ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και προβλήματα : το ΠΑΣΟΚ που έχει επιλέξει έως τώρα την αποτυχημένη στρατηγική σύμπλευση με τη ΝΔ, οι πρωτοβουλίες των μεταρρυθμιστικών ομάδων της ΕΛΙΑΣ που έχουν ήδη περιθωριοποιηθεί (αρκεί να δει κανείς την κατάταξη των εκλόγιμων ευρωβουλευτών), το θολό ΠΟΤΑΜΙ, και η ασφυκτικά συρρικνωμένη ΔΗΜΑΡ. (Θα έλεγα πως δυνάμει μπορεί να προστεθεί σε αυτό το μωσαϊκό και ένα τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ με φιλο-ευρωπαϊκό προφίλ και ρεαλιστικό πραγματισμό).

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως το ρεύμα αυτό θα δώσει το αποφασιστικό στίγμα στο περιεχόμενο της διακυβέρνησης, ενώ παράλληλα αποτελεί τη μοναδική ελπίδα για την πολιτική επιστροφή της μεσαίας τάξης στο σκηνικό της μεταμνημονιακής Ελλάδας. Στις παρούσες συνθήκες, το ρεύμα αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει τον κορμό μιας μεγάλης Παράταξης του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού που θα εγκαινίαζε και θα διαχειριζόταν την αναπτυξιακή ανάκαμψη της χώρας, με χρονικό ορίζοντα το 2020 και με πολιτικούς άξονες τη δημοκρατική μεταρρύθμιση, την κοινωνική συμμετοχή, την ευρωπαϊκή προοπτική.

Προφανώς έχουμε ακόμη πολύ δρόμο για να φτάσουμε ως εκεί, και προφανώς δεν αρκεί η εκλογική τακτική να θεωρηθεί ως αυτονόητη κατασκευή ενός νέου κοινωνικού και πολιτικού υποκειμένου. Αλλά δεν έχουμε την πολυτέλεια να αναβάλλουμε διαρκώς τη συζήτηση. Και η συζήτηση πρέπει να έχει μια συγκεκριμένη και ορατή απόληξη : α) μια κοινή προγραμματική πλατφόρμα β) μια κοινή εκλογική κάθοδο με τη μορφή νέας πολιτικής συνομοσπονδίας των επιμέρους κομμάτων γ) μια κοινή κυβερνητική πρόταση. Η προοδευτική στροφή της χώρας θα εξαρτηθεί από την ανασυγκρότηση αυτού του κοινωνικού ρεύματος, που σήμερα αναζητά μέσα από τον εκλογικό του κατακερματισμό τη μορφή αλλά και το ιδεολογικό περιεχόμενο μιας νέας διακυβέρνησης.

Σε αυτή την προοπτική, η ΔΗΜΑΡ διατηρεί ακόμη και τώρα ένα διπλό πλεονέκτημα : δεν βαρύνεται από το αμαρτωλό παρελθόν του ΠΑΣΟΚ, δεν ταυτίζεται με την αβάσταχτη ελαφρότητα του ΠΟΤΑΜΙΟΥ. Παραμένει ακόμη ο μόνος συγκροτημένος χώρος με επεξεργασίες και προτάσεις που μπορούν να δώσουν νόημα στην πολιτική σταθερότητα, στην προοδευτική μεταρρύθμιση, στο κοινωνικό κράτος. Κυρίως όμως είναι η μόνη πολιτική δύναμη που μπορεί να πείσει πως η ιστορική ανανεωτική αριστερά μπορεί και πρέπει να συναντηθεί με τη σύγχρονη αριστερή σοσιαλδημοκρατία.

Τις τελευταίες ημέρες επιχειρείται να δημιουργηθεί και πάλι ένα πλαστό δίλημμα για το μέλλον του κόμματος : είτε η «κατά μόνας» σύμπραξή της ΔΗΜΑΡ με το ΣΥΡΙΖΑ, είτε η απορρόφησή της σε απολίτικα «κεντροαριστερά» σχήματα χωρίς ιδεολογική οριοθέτηση για το περιεχόμενο της διακυβέρνησης. Πρόκειται για διαδικασίες «εξαέρωσης» που τις διαχειρίζονται είτε φιλοσυριζικά «καπετανάτα» της κοινοβουλευτικής ομάδας της ΔΗΜΑΡ είτε αξιόλογες και σεβαστές «προσωπικότητες της κεντροαριστεράς» που, ωστόσο, έχουν διαπρέψει στην αποτυχημένη πολιτική των «καλών προθέσεων». Φοβάμαι πως το νέο διαλυτικό σύνδρομο της ΔΗΜΑΡ θα είναι η πολιτική της ρευστοποίηση μέσα από ευκαιριακές συμπορεύσεις, που ανταποκρίνονται είτε σε ατομικές στρατηγικές, είτε στην κομματική μηχανική συνεδρίων «καθαρότητας» είτε σε αδιάφορες «συναντήσεις κορυφής».

Και όμως. Αν κάτι πραγματικά έχει κατεπείγουσα σημασία σήμερα είναι η συμβολή της ΔΗΜΑΡ στο νέο αυτοπροσδιορισμό της Κεντροαριστεράς καθώς και στην πολιτική αυτονομία της. Για να γίνει αυτό χρειάζεται α) μια νέα «ανακοινωνικοποίηση της Κεντροαριστεράς»[1], προκειμένου να επανασυνδεθεί με τα στρώματα που αποτέλεσαν την ιστορική βάση του προοδευτικού χώρου β) μια νέα «συνάντηση» του ενδιάμεσου πολιτικού χώρου από τη ΝΔ ως το ΣΥΡΙΖΑ γ) ένας νέος αναστοχασμός της εμπειρίας της κρίσης. Στην κατεύθυνση αυτή, προφανώς, η δημοκρατική εναλλαγή κυβερνητικών σχημάτων θα πρέπει να αποενοχοποιηθεί, όπως παράλληλα θα πρέπει να ασκηθεί κριτική στη λαϊκισκή «έφοδο στην εξουσία». Αλλοίμονο αν η πολιτική ποικιλία της κυβερνώσας Κεντροαριστεράς εξαντλούνταν σε μονόδρομους.

Ειδικότερα για τα εσωτερικά της ΔΗΜΑΡ, θα έλεγα πως, σε αυτή τη φάση, θα πρέπει να υπερβεί τους στενούς κανόνες της κομματικής μηχανικής και να επιδιώξει ένα νέο συμβιβασμό στο επίπεδο των συλλογικών οργάνων. Η ΔΗΜΑΡ δεν χρειάζεται κανένα συνέδριο. Χρειάζεται μόνο ένα σαφές πολιτικό σχέδιο που θα εξασφαλίζει την πολιτική της αυτονομία μέσα στις εκλογικές διεργασίες της ευρύτερης Κεντροαριστεράς, οι οποίες θα εκβάλλουν σε ένα εναλλακτικό σχέδιο προοδευτικής διακυβέρνησης. Αυτή η προοδευτική διακυβέρνηση όμως δεν θα επιτευχθεί με τον ετεροπροσδιορισμό της αλλά με την ενεργή συμμετοχή της στον αυτοπροσδιορισμό του προοδευτικού χώρου ως χρήσιμου και κρίσιμου κυβερνητικού συμμάχου. Ας ανοίξουμε λοιπόν τα παράθυρα.

Αλλά αυτή τη φορά, ας φροντίσουμε τουλάχιστον να είναι «παράθυρα με θέα».

------

[1] Βλ. Αντρέας Πανταζόπουλος, «Ο μόνος δρόμος για την Κεντροαριστερά», Το Βήμα, 1/06/2014.

Θέμα επικαιρότητας:
Ευρωεκλογές 2014

Σύνολο: 58 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι