Επικοινωνία και συναίσθημα

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 15/11/2014

Τη διαφορά ανάμεσα στο μυαλό και την καρδιά, δηλαδή τη λογική του νου και την ορμή του συναισθήματος, όλοι την ξέρουμε. Είναι όμως πολύ πιο δύσκολο να καθορίσουμε ποια έχει κατά περίσταση το πάνω χέρι, πώς συμπλέκονται και κυρίως πώς αυτές οι δύο αντίρροπες δυνάμεις διαμορφώνουν τις αντιδράσεις και γενικότερα τις απόψεις μας. Αλλά αν βάλουμε κατά μέρος την ατομική ψυχολογία, στην πολιτική τα πράγματα αποδεικνύονται σχετικώς απλά: τα κόμματα απευθύνονται στους ψηφοφόρους με ένα λόγο που συνδυάζει το επιχείρημα της ανάλυσης με την υποδαύλιση έντονων συναισθημάτων, τα οποία μας ωθούν προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση.

Για να μιλήσουμε συγκεκριμένα, όλα τα κόμματα, ή στη δική μας ειδική περίπτωση, αμφότερες οι παρατάξεις των «μνημονιακών» και «αντιμνημονιακών» καταγίνονται με αναλύσεις που υποτίθεται ότι απευθύνονται στην κριτική μας ικανότητα. Η οποία, ωστόσο, δεν έχει τον τελικό λόγο. Κι αυτό, διότι όχι μόνο επηρεάζεται από την καθαρά προσωπική κατάσταση του καθενός, αλλά πάνω απ’ όλα επειδή οι περισσότεροι δεν έχουμε τις απαιτούμενες γνώσεις περί οικονομίας για να σταθμίσουμε τις διαφορετικές ερμηνείες και να διαλέξουμε αποστασιοποιημένα και αντικειμενικά.

Αυτή την αδυναμία μας εκμεταλλεύεται το συναίσθημα. Το οποίο δεν προστίθεται απλώς στις γνώσεις μας αλλά γίνεται η οπτική γωνία που μας προδιαθέτει να διαβάσουμε κατά έναν συγκεκριμένο τρόπο τα όσα μας συμβαίνουν. Ή αλλιώς, το συναίσθημα είναι τα γυαλιά που χρησιμοποιούμε για να αποδώσουμε νόημα στα πράγματα. Ακόμα, ή μάλλον κυρίως, εκείνα που δεν καταλαβαίνουμε. Ετσι εξηγείται η τεράστια σημασία που αποδίδουν τα κόμματα στην επικοινωνιακή πολιτική, η οποία δεν περιορίζεται στην προβολή επιχειρημάτων από ειδικούς αλλά παράλληλα δημιουργεί μια ατμόσφαιρα που μεταφράζει και αφομοιώνει τις ανεπεξέργαστες συναισθηματικές αντιδράσεις μας, διαμορφώνοντας μια γενικότερη πολιτική στάση.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα εκ μέρους της κυβέρνησης η έμφαση στον φόβο για το τι θα συμβεί αν ο ΣΥΡΙΖΑ κερδίσει τις εκλογές. Προλαβαίνοντας μια ενδεχόμενη παρανόηση, διευκρινίζω ότι δεν αποκλείεται το εν λόγω συναίσθημα να απορρέει από μια ψύχραιμη και ίσως ορθή ανάγνωση της πραγματικότητας. Από τη στιγμή όμως που γίνεται ο τρόπος νοηματοδότησης, ο φόβος αυτονομείται και λειτουργεί καταλυτικά. Οσοι έχουμε φοβίες –υπάρχει κανείς που να μην έχει;– διαθέτουμε τη σχετική εμπειρία. Δηλαδή, ακόμα κι αν ξέρουμε ότι παραλογιζόμαστε, δεν αλλάζει τίποτα.

Με αυτή την έννοια, τα λογικά επιχειρήματα δεν πείθουν τον φοβισμένο άνθρωπο, όπως δεν πείθει πότε κάποιον που με τη σκέψη και μόνο ότι θα πετάξει τον κόβει κρύος ιδρώτας το γεγονός ότι στατιστικά οι πτήσεις είναι το ασφαλέστερο είδος συγκοινωνίας. Δεν διαφωνεί· απλώς ο φόβος έχει παραλύσει τη λογική. Κατά συνέπεια δικαίως η αντιπολίτευση καταλογίζει στην κυβέρνηση μια εκφοβιστική ρητορική, η οποία, παρακάμπτοντας τις αναλύσεις που προάγουν την κριτική σκέψη, καταφεύγει στη δημιουργία του ισχυρού αυτού συναισθήματος που δεν επιτρέπει σε πολλούς να σκεφτούν.

Το πρόβλημα με την αντιπολίτευση είναι άλλο. Ενώ διαμαρτύρεται για την επικοινωνιακή τακτική της κυβέρνησης που ρίχνει το βάρος στο ωμό συναίσθημα του φόβου, κάνει ακριβώς το ίδιο ποντάροντας σε ένα άλλο, εξίσου ισχυρό: την ελπίδα. Διότι αυτό που θέλουν οι απελπισμένοι να ακούσουν είναι ότι τα πάντα θα αλλάξουν προς το καλύτερο αν ο ΣΥΡΙΖΑ κερδίσει τις εκλογές και σκίσει το Μνημόνιο, ενώ η πάγια άποψη της Αριστεράς ότι για τα σημερινά προβλήματα δεν φταίμε ποτέ εμείς, αλλά οι πλουτοκράτες και οι ξένοι –κάτι τέτοιο δεν τους λέει συνεχώς και με χίλιους τρόπους ο Αλέξης Τσίπρας;– απαλύνει τις όποιες ενοχές για τα ανέμελα φαγοπότια του πρόσφατου παρελθόντος.

Φυσικά και σε αυτή την περίπτωση δεν πρόκειται πάντα για εσκεμμένη χειραγώγηση επειδή στον ΣΥΡΙΖΑ υπάρχουν πολλοί που ειλικρινά πιστεύουν ότι οι υποσχέσεις θα τηρηθούν και ότι τα πράγματα είναι όντως απλά. Οπως και στις εφημερίδες, όμως, σημασία έχει ο τίτλος της πρώτης σελίδας και όχι τα επιμέρους σχόλια και οι αναλύσεις επειδή αυτός δίνει τον τόνο, αυτός είναι το αναγνωστικό κλειδί που νοηματοδοτεί τα πράγματα. Επιπλέον, οι ολοένα και πιο εμφανείς προσπάθειες του ΣΥΡΙΖΑ να τα «μαζέψει», στο όνομα του ρεαλισμού, δεν αποδεικνύουν πως η ηγεσία του αναγνωρίζει το χάσμα ανάμεσα στη δυσάρεστη πραγματικότητα και τις υποσχέσεις που απλόχερα μοίραζε για να πάρει τον κόσμο με το μέρος του;

Καλό θα ήταν λοιπόν να αναλογιστούμε ένα από τα ελαττώματα της δημοκρατίας, η οποία ωστόσο, κατά τη γνωστή ρήση, παραμένει το καλύτερο δυνατό πολίτευμα: όποτε τα κόμματα μιλούν για το ορθό ή το καλό, ο λόγος τους δεν εδράζεται σε έναν ορισμό του ορθού και του καλού, διατυπωμένου έτσι ώστε να δεχτεί τη βάσανο της κριτικής σκέψης, αλλά εκφέρεται με μόνο κριτήριο το αν φέρνει ή διώχνει κόσμο. Και το θύμα αυτής της ρητορικής είναι η λογική που παραβιάζεται κατάφωρα. Η Νέα Δημοκρατία κινδυνολογεί και κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ ότι πουλάει ελπίδα για να αλιεύσει ψήφους, και ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγορεί τη Νέα Δημοκρατία ότι μας εκφοβίζει, ενώ κι αυτός το ᾽χει ρίξει στο ψάρεμα χρησιμοποιώντας διαφορετικά συναισθηματικά δίχτυα.

Θέμα επικαιρότητας:
Ελληνικά Κόμματα

Σύνολο: 147 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι