Ακροβατώντας

Παύλος Τσίμας, Τα Νέα, 29/11/2014

Σαν να ισορροπούμε και πάλι σε τεντωμένο σκοινί. Σαν να ακροβατούμε ξανά στη ζώνη της αβεβαιότητας. Σαν να ξαναζούμε ημέρες του 2012, αυτήν τη φορά με άρωμα Παρισίων.

Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, έχει κανείς την αίσθηση ότι η πολιτική - η οποία φέρει τη βασική ευθύνη για τη μεγάλη πτώση, τη χρεοκοπία του κράτους και την υπαγωγή του σε διεθνή οικονομικό έλεγχο, αλλά και μεγάλο μέρος της ευθύνης για τη λανθασμένη, την αδιέξοδη διαχείριση της κρίσης που, εν πολλοίς, η ίδια προκάλεσε - στέκει αμήχανη, αδύναμη απέναντι σ’ αυτόν τον χορό των δαιμόνων που στήνεται πάλι από την αρχή. Ακόμη χειρότερα: έχει κανείς την αίσθηση ότι η πολιτική εξακολουθεί να αντιδρά με τα εξαρτημένα της ανακλαστικά, να μπλέκει τον χρόνο της κρίσης με τον πολιτικό χρόνο, να μετρά την απόσταση που μας χωρίζει από την άβυσσο με μέτρο το κομματικό παιχνίδι, το εκλογικό ημερολόγιο, το κόστος και το όφελος για καθέναν από τους παίκτες στο παίγνιο της διεκδίκησης της εξουσίας.

Να ζητήσει κανείς από τα κόμματα εξουσίας, παλιά και νέα, να αρνηθούν τη φύση τους και τον προορισμό τους θα ήταν ουτοπικό. Μα να τους ζητήσει να εξορθολογίσουν - έστω τώρα, την υστάτη ώρα - τον ανταγωνισμό τους δεν μου φαίνεται υπερβολική απαίτηση.

Η πολιτική έχει σήμερα ένα διπλό χρέος. Να επανεντάξει τη χώρα στο ευρωπαϊκό περιβάλλον. Και να αποκαταστήσει τη θρυμματισμένη σχέση εμπιστοσύνης με την κοινωνία, να συντάξει ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο στη θέση του παλιού συμβολαίου που κατέρρευσε με το σκάσιμο της φούσκας.

Και οι δύο στόχοι είναι δύσκολοι. Η επανένταξη είναι δυσκολότερη από την αρχική ένταξη. Γιατί η ίδια η Ευρώπη δεν είναι πια το ροζ σύννεφο των ονείρων για αιώνια ειρήνη με ευημερία και δημοκρατία, όπως ήταν το 1980 ή το 2000. Είναι ένα σκοτεινό πεδίο μάχης και μια πηγή απογοητεύσεων και απομυθοποιήσεων. Αλλά - κοινός τόπος - η Ελλάδα δεν έχει άλλη θέση στον κόσμο, παρά τη συμμετοχή της στο πεδίο αυτής της μάχης.

Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, η επανανομιμοποίηση της πολιτικής είναι στόχος ακόμη δυσκολότερος. Γιατί δεν είναι μόνο ότι η κατάρρευση του παλιού κοινωνικού συμβολαίου μεταξύ του κόμματος που κυβερνούσε και των συντεχνιών που συγκροτούσαν την πελατεία του εξελήφθη ως προδοσία ασυγχώρητη. Είναι, κυρίως, ότι η κακή διαχείριση των συνεπειών της κρίσης, ο άδικος επιμερισμός των βαρών της εξελήφθησαν ως δεύτερη, χειρότερη προδοσία. Και ο τρέχων πολιτικός λόγος, κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, που συμπίπτει στην υπόσχεση μιας αδύνατης επιστροφής στη νεκρή «κανονικότητα» εκλαμβάνεται ως προαναγγελία μιας ακόμη διάψευσης, μιας ακόμη «προδοσίας».

Τι μπορεί, λοιπόν, να ζητεί κανείς μέσα σε αυτό το απίστευτα δύσκολο περιβάλλον από την πολιτική και τους πρωταγωνιστές της; Μια σύμβαση ειλικρίνειας, τουλάχιστον.

Θα ήταν λυτρωτικό - και θα ήταν προς το συμφέρον τους, επίσης - αν και οι δύο πλευρές του πολωμένου σκηνικού ζούσαν μια στιγμή της αλήθειας. Αν η κυβέρνηση παραδεχόταν ότι ο σχεδιασμός της «εξόδου από το Μνημόνιο» ως εκλογική στρατηγική ήταν ερασιτεχνικός και απέτυχε εγκλωβίζοντάς τη στο σημερινό αδιέξοδο. Και αν παρουσίαζε, απλά και καθαρά, τις εναλλακτικές λύσεις - κακές λύσεις, προφανώς - που σήμερα της προσφέρονται. Κι αν η αντιπολίτευση, ο ΣΥΡΙΖΑ, αποφάσιζε να μιιλήσει «μέσα» με την ίδια γλώσσα που χρησιμοποιεί «έξω». Αν παρουσίαζε, το ίδιο απλά και καθαρά, τις επιλογές του. Τα όρια των συμβιβασμών στους οποίους θα υποχρεωθεί και το σχέδιο Β’, αν υπάρχει, για τις συνέπειες μιας ρήξης - αν πράγματι πιστεύει ότι «ο μόνος ρεαλιστικός δρόμος διεξόδου είναι ο δρόμος της ρήξης» - για την οποία κανέναν δεν έχει προετοιμάσει κι ούτε ο ίδιος έχει προετοιμαστεί.

Καθώς έχουμε μπει ξανά στη ζώνη της αβεβαιότητας, η αποστολή των κομμάτων διακυβέρνησης είναι να διαχειριστούν τους κινδύνους ώστε να τους ελέγξουν, να βρουν εναλλακτικές οδούς διαφυγής. Μια στιγμή ειλικρίνειας απέναντι στην εκκλησία του δήμου που αγωνιά θα ήταν μια καλή αφετηρία προς αυτήν την κατεύθυνση.

Θέμα επικαιρότητας:
Οικονομική κρίση

Σύνολο: 959 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι