Προοδευτική συμμαχία ευρωπαϊστών. Η μόνη αριστερή πρόταση.

Στέργιος Καλπάκης, 13/05/2015

Την πενταετία της κρίσης τα κόμματα του πρώην δικομματισμού επέδειξαν χαρακτηριστική πολιτική απροθυμία να έρθουν σε ρήξη με το ευρύ δίκτυο των πελατειακών σχέσεων που οικοδόμησαν, τόσο στα ανώτερα όσο και στα μεσαία στρώματα της κοινωνίας, να προχωρήσουν σε δίκαιες μεταρρυθμίσεις και να παρουσιάσουν ένα δικό μας, εναλλακτικό σχέδιο για σύγχρονο κράτος και βιώσιμη ανάπτυξη. Αυτό, είχε ως αποτέλεσμα να σηκώσουν το βάρος της προσαρμογής στα μετά του 2008 δεδομένα, τα πιο αδύναμα κι απροστάτευτα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας, χαμηλόμισθοι, χαμηλοσυνταξιούχοι, υπάλληλοι στον ιδιωτικό τομέα οι περισσότεροι, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και η νεολαία.

Στις 25 Ιανουαρίου οι Έλληνες πολίτες απάντησαν ότι η κρίση δεν μπορεί να ξεπεραστεί με βάθεμα της ύφεσης, μονόπλευρη λιτότητα και ως εκ τούτου διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Ο προβληματισμός μου όμως έχει να κάνει με το αν το παρόν κυβερνητικό σχήμα ΣΥΡΙΖΑ-Ανεξάρτητων Ελλήνων αποτελεί όντως εναλλακτική πρόταση εξόδου από την κρίση ή προέκυψε ως αποτέλεσμα αρνητικής προς την ανωτέρω πολιτική ψήφου, ενισχυμένης από το συνδυασμό του συνθήματος «Πρώτη φορά Αριστερά» με τον παρόντα εκλογικό νόμο. Αν είναι όντως έτσι, υπάρχει εναλλακτική Αριστερή πρόταση για την οποία πρέπει να εργαστούμε τα κόμματα της Αριστεράς και όλοι οι προοδευτικοί πολίτες;

Στις 20 Φεβρουαρίου υπήρξε μία συμφωνία για την Ελλάδα η οποία ήταν σε θετική κατεύθυνση, αφού έδειξε ότι είναι εφικτή η συνεννόηση της νέας ελληνικής κυβέρνησης με τους εταίρους για έξοδο από την κρίση με την κοινωνία όρθια. Αρχές Μαΐου πια και ακόμη όμως δεν έχει ξεπαγώσει η χρηματοδότηση της χώρας τόσο με ευθύνη των εταίρων οι οποίοι αδυνατούν να συντονιστούν και να ξεφύγουν από το δόγμα της λιτότητας, όσο και της δικής μας πλευράς η οποία ούτε προτάσεις είχε ούτε προχώρησε στις συμφωνημένες αναγκαίες μεταρρυθμίσεις προφανώς γιατί δεν τις πιστεύει. Αν και είμαι αισιόδοξος ότι σύντομα θα υπάρξει συμφωνία, παρακολουθώντας τους πρώτους μήνες της κυβέρνησης αμφισβητώ καταρχήν, ότι το παρόν κυβερνητικό σχήμα αποτελεί εναλλακτική πρόταση και δεύτερον, ότι η υπόθεση του προοδευτικού χώρου αρχίζει και τελειώνει στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ.

Οι κρατικίστικες αντιλήψεις, οι προχειρότητες και οπισθοδρομήσεις στην εκπαίδευση, η συνέχιση της οικογενειοκρατίας και κομματοκρατίας στον κρατικό μηχανισμό, οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, η πρόσφατη υποβάθμιση της «Διαύγειας» και η πολυγλωσσία των κυβερνητικών στελεχών είναι δείγματα γραφής διατήρησης των παθογενειών του παρελθόντος. Την ίδια ώρα, η διχαστική ρητορική, η ενοχοποίηση κάθε κριτικής προς την κυβέρνηση και οι εθνικιστικές κορόνες αξιοποιούνται ως ριζοσπαστικό αντίβαρο εσωτερικής κατανάλωσης απέναντι στην επώδυνη προσγείωση στην πραγματικότητα, δηλητηριάζοντας το πολιτικό σκηνικό. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το γεγονός ότι η κυβέρνηση βαθμολογείται κάτω από τη βάση, σε κρίσιμους τομείς της πολιτικής της σε όλες τις έρευνες κοινής γνώμης.

Το βασικό όμως επιχείρημα αμφισβήτησής μου ως προς τη δυνατότητα αυτής της κυβέρνησης να παρουσιάσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την έξοδο από την κρίση είναι ότι το συγκροτητικό της στοιχείο είναι το ιδεολόγημα ότι μέσα σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον μπορείς «με ένα άρθρο κι ένα νόμο» να αναιρέσεις πράγματα συμφωνημένα, για τα οποία καλώς ή κακώς έχει επενδυθεί μεγάλο οικονομικό και πολιτικό κεφάλαιο τα προηγούμενα χρόνια. Αυτό είναι με λίγα λόγια το ρεύμα που ονομάσαμε «αντιμνημόνιο», το οποίο όμως σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί προγραμματικό πλαίσιο, πόσο μάλλον πολιτική πρόταση εξόδου από την κρίση με κοινωνική δικαιοσύνη. Αντιθέτως, τα απλουστευτικά σχήματα «ή εμείς ή αυτοί», «νεοφιλελευθερισμός-λαός» αποκρύπτουν τον παρασιτισμό των μεσαίων στρωμάτων που αναπαράγουν επίσης ανισότητες.

Αν λοιπόν θέλουμε να περάσουμε από την εποχή της ιδεολογικής ηγεμονίας της αντιπολιτικής στην εποχή των πολιτικών λύσεων, οφείλουμε να επανεφεύρουμε της διαχωριστικές γραμμές της αριστεράς από τη δεξιά και να προσδιορίσουμε τα δύο ρεύματα με σύγχρονους όρους. Έπειτα, μέσα από μία υγιή ιδεολογική αντιπαράθεση και συναινέσεις να παρουσιάσουμε ένα νέο παράδειγμα διακυβέρνησης, με δίκαιες μεταρρυθμίσεις και ουσιαστική σύγκληση με τις αναπτυγμένες χώρες της Ευρώπης.

Σε ό, τι αφορά την Αριστερά και τον ευρύτερο προοδευτικό χώρο, οι χαμένες ευκαιρίες για συνεννόηση και προγραμματικές συγκλίσεις είναι αμέτρητες. Από τη μία, ο χώρος της σοσιαλδημοκρατίας όχι μόνο δεν αντιπαρατέθηκε στο κυρίαρχο δόγμα «τα κέρδη στους ιδιώτες, οι ζημιές στα κράτη» ως όφειλε αλλά είναι συνδιαμορφωτής μιας λογικής που λέει ότι η Ευρώπη μπορεί να οριστεί με έναν μόνο τρόπο, το νεοφιλελεύθερο. Έτσι, ακόμα και σήμερα αδυνατεί να απεμπλακεί από την ταύτισή της με τη δεξιά. Από την άλλη, η ριζοσπαστική αριστερά ακόμη ταλαντεύεται ανάμεσα στην ευρωπαϊκή μεταρρυθμιστική προοπτική και τα αχαρτογράφητα νερά μιας μοναχικής πορείας έξω από το σκληρό πυρήνα της Ευρώπης. Έτσι, έχουμε κυβέρνηση «Πρώτη φορά Αριστερά» με λίγο ακροδεξιά, μπόλικο όμως εθνικιστικό λαϊκισμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ναυάγιο της προεκλογικής συνεργασίας του ΣΥΡΙΖΑ με τη ΔΗΜΑΡ, όταν αρκετά στελέχη της Κουμουνδούρου ζήτησαν ανοιχτά «δηλώσεις αντιμνημονιακών φρονημάτων» από χρόνια συντρόφους τους αλλά δεν τους χάλασε η -σαν έτοιμη από καιρό- συνεργασία με την εθνικιστική δεξιά.

Τι να κάνουμε.

Στο σημείο που βρισκόμαστε είναι αναγκαίο να ξεκινήσει ένας ουσιαστικός διάλογος μεταξύ των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας, της ανανεωτικής και δημοκρατικής αριστεράς και της πολιτικής οικολογίας, πάνω σε πολιτικές ανανέωσης, μεταρρυθμίσεων, ανάπτυξης, περιορισμού των κοινωνικών ανισοτήτων και επαναπροσέγγισης με τα λαϊκά στρώματα. Οι διεργασίες αυτές βέβαια καμία σχέση δεν πρέπει να έχουν με ενδιάμεσους πόλους, ιδεολογήματα περί «κοινής λογικής», «κοινά φιλοευρωπαϊκά μέτωπα» με τη Νέα Δημοκρατία και σενάρια «αριστερών παρενθέσεων». Η ανασυγκρότηση της κεντροδεξιάς είναι υπόθεση της Νέας Δημοκρατίας, όχι της σοσιαλδημοκρατίας ή της μεταρρυθμιστικής αριστεράς. Αντιθέτως, δικός μας στόχος πρέπει να είναι μια άλλη από την κυρίαρχη, αριστερή πρόταση.

Η δυναμική της παραπάνω διαδικασίας μάλιστα, είναι πιθανό να απελευθερώσει και να ενισχύσει τα φιλοευρωπαϊκά και μεταρρυθμιστικά στοιχεία του ΣΥΡΙΖΑ έναντι των λαϊκιστικών και συντεχνιακών λογικών που κυριαρχούν σήμερα.

Στόχος μας πρέπει να είναι η επιστροφή της πολιτικής στο προσκήνιο. Σε αυτό θα συμβάλλει η ευρύτερη δυνατή συσπείρωση και εμβάθυνση σε προγραμματικές επεξεργασίες όλων των προοδευτικών, αριστερών φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων, με προοπτική πρώτον, μια σύγχρονη ελληνική αριστερή αφήγηση, τη μόνη ρεαλιστική αριστερή πρόταση και δεύτερον, έναν σύγχρονο αριστερό συνασπισμό εξουσίας που θα αντιπαρατεθεί με τις συντηρητικές πολιτικές και θα κυβερνήσει με έμπνευση για χρόνια τη χώρα.

Στέργιος Καλπάκης

Εκπαιδευτικός, ειδ. Ιστορία & Πολιτισμός

Θέμα επικαιρότητας:
Αριστερά-κεντροαριστερά

Σύνολο: 401 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι