Χαμηλή φορολογία ή οργανωμένη κοινωνία;

Μάνος Ματσαγγάνης, Η Καθημερινή, Δημοσιευμένο: 2023-06-11

Ένας σίγουρος τρόπος για να καταλάβουμε την κοινωνική συνείδηση μιας κυβέρνησης είναι να δούμε πώς συλλέγονται και πώς δαπανώνται οι φόροι. Και ένας σίγουρος τρόπος για να καταλάβουμε την κοινωνική συνείδηση ενός ατόμου είναι να δούμε πώς αντιδρά στους φόρους». Αυτά έλεγε ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ, γνωστό ανατρεπτικό στοιχείο, σε ομιλία του στο Γούστερ της Μασαχουσέτης, 12 ημέρες πριν από τις προεδρικές εκλογές του 1936 (τις οποίες παρεμπιπτόντως κέρδισε με το 60,8% των ψήφων). Και συνέχισε: «Οι φόροι, σε τελευταία ανάλυση, είναι τα τέλη συνδρομής που πληρώνουμε για τα προνόμια που απολαμβάνουμε ως μέλη μιας οργανωμένης κοινωνίας».

Κρίνοντας από την πολιτική αντιπαράθεση (ο Θεός να την κάνει) των τελευταίων ημερών, δείχνει να έχει επικρατήσει η άποψη «μείωση φόρων καλό, αύξηση φόρων κακό». Δεν θα σταθώ στο προφανές, ότι οι πιο δυναμικές οικονομίες στην Ευρώπη έχουν υψηλή φορολογία, ότι με τα έσοδα χρηματοδοτούν σχολεία και νοσοκομεία υψηλής ποιότητας, και ότι αυτό κάνει τις κοινωνίες τους πιο ανοιχτές, λιγότερο άνισες και πιο ευτυχισμένες. Στη χώρα μας το νέο πρότυπο που δήθεν πρέπει πάση θυσία να μιμηθούμε είναι η… Βουλγαρία της χαμηλής φορολογίας.

Είμαστε μια κοινωνία μικρομεσαίων. Εδώ και σχεδόν 200 χρόνια σε τέτοια θέματα κάνουν κουμάντο αγρότες που δεν πληρώνουν φόρο εισοδήματος (αλλά απαιτούν επιδοτήσεις και αποζημιώσεις), ελεύθεροι επαγγελματίες που σκαρφίζονται τρόπους να τους μοιάσουν, και πολιτικοί που χαϊδεύουν τα αυτιά και των δύο μην τυχόν και χάσουν καμιά ψήφο – ενώ όλοι εξανίστανται εν χορώ για «το κακό κράτος που παρέχει χαμηλής ποιότητας υπηρεσίες». Οι δύο πρώτες κατηγορίες δεν φαίνεται να βλέπουν κάποια αντίφαση. Η δε τρίτη, οι πολιτικοί έχουν λύσει το πρόβλημα αποφεύγοντας συστηματικά τα τρένα, τα λεωφορεία, τα δημόσια νοσοκομεία, τα δημόσια σχολεία ή τα ελληνικά πανεπιστήμια, οι ίδιοι και τα παιδιά τους.

Οι υπόλοιποι, όσοι τέλος πάντων δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να χρησιμοποιούμε τις δημόσιες συγκοινωνίες, τη δημόσια περίθαλψη και τη δημόσια εκπαίδευση, ας αναρωτηθούμε σε ποια χώρα θέλουμε να ζούμε. Εάν η απάντηση είναι «στην Ελλαδίτσα μας, αλλά με λιγότερους φόρους», κανένα πρόβλημα: σε μια δημοκρατία αποφασίζει η πλειοψηφία, πάντοτε. Αρκεί να συμφωνήσουμε ότι αυτός είναι ο πιο σίγουρος τρόπος για να παραμείνουμε για πάντα «Ελλαδίτσα», και για να μείνει στη φαντασία μας η μοντέρνα, ψηφιοποιημένη, δυναμική χώρα που φαντασιωνόμαστε.

Υπάρχει τρόπος να έχουμε και καλύτερες υπηρεσίες και μείωση των φόρων; Περιθώρια βελτίωσης υπάρχουν πάντα, αλλά μετά τις αιματηρές περικοπές της προηγούμενης δεκαετίας έχουν στενέψει πολύ. Ηδη μισό εκατομμύριο νέοι υψηλής μόρφωσης έχουν μεταναστεύσει σε πιο οργανωμένες κοινωνίες, όπου οι μισθοί –και οι φόροι!– είναι υψηλότεροι.

Δεν απομένει παρά η εκλογίκευση της φορολογικής δομής, καθώς και η ανακατανομή του φορολογικού βάρους από την εργασία στην περιουσία, και από την παραγωγή στη ρύπανση και στην καταπάτηση των κοινών πόρων.

Τι μπορεί να γίνει πρακτικά; Να μερικές ιδέες:

– Διεύρυνση της φορολογικής βάσης με ενιαίους συντελεστές φόρων και εισφορών για όλους τους εργαζομένους, μόνιμους ή όχι, μισθωτούς ή όχι.

– Κατάργηση των ασφαλιστικών εισφορών μισθωτών και εργοδοτών για παροχές περίθαλψης (2,15% και 4,3% των μεικτών αποδοχών αντιστοίχως), με μεταφορά του χρηματοδοτικού βάρους στη γενική φορολογία, όπως άλλωστε ισχύει σε όλες τις χώρες με ΕΣΥ.

– Αύξηση των πράσινων φόρων (με εισοδηματικές ενισχύσεις μόνο στους οικονομικά ασθενείς, στους ηλικιωμένους, καθώς και στους κατοίκους ορεινών περιοχών).

Και ο φόρος κληρονομιάς; Χάρη στην αύξηση του αφορολογήτου στο 1,6 εκατ. ευρώ για ένα ζευγάρι, οι πλούσιοι (όχι «η μεσαία τάξη») μπορούν να μεταβιβάζουν όλο τον πλούτο τους σε ανθρώπους (στα παιδιά και τα εγγόνια τους) που δεν έκαναν απολύτως τίποτε για να τον κερδίσουν. Η συνετή φορολόγηση των κληροδοτημάτων προάγει την κοινωνική κινητικότητα και τον περιορισμό των ανισοτήτων, χωρίς παρενέργειες οικονομικής αποδοτικότητας. Αυτό προτείνουν αναλύσεις του ΟΟΣΑ και του ΔΝΤ. Σε εμάς θα ήταν κρίμα να καταντήσει ταμπού.

Ο κ. Μάνος Ματσαγγάνης είναι καθηγητής Δημόσιας Οικονομικής στο Πολυτεχνείο του Μιλάνου και επικεφαλής του Παρατηρητηρίου Ελληνικής & Ευρωπαϊκής Οικονομίας του ΕΛΙΑΜΕΠ.

Θέματα επικαιρότητας: Οικονομία

Άρθρα/ Οικονομία-Εργασία

×