Μπάιντεν κατά Τραμπ και η Ελλάδα

Χρήστος Ροζάκης, Τα Νέα, 28/11/2020

Χαράς ευαγγέλια. Επιτέλους ο Τραμπ αποδέχθηκε, έστω εμμέσως, την ήττα του, με το να επιτρέψει στον εκλεγμένο Πρόεδρο να λάβει πληροφορίες και την οικονομική ενίσχυση, αρκετών εκατομμυρίων δολαρίων, που δικαιούνταν.

Ετσι ευελπιστούμε πως θα είναι σχετικά ανέφελη η μετάβαση από την παλιά φρουρά στη νέα ηγεσία, κι ότι τελικά ο Πρόεδρος Τραμπ θα παραδώσει την εξουσία στον Μπάιντεν, χωρίς περιττές αναταραχές.

Παντού στον κόσμο δημοσιογράφοι, αναλυτές των αμερικανικών πραγμάτων έχουν αποδυθεί σε έναν αγώνα προβλέψεων για το ποια θα είναι η πολιτική του νέου Προέδρου τα χρόνια που έρχονται. Παρά τις επιμέρους διαφορές προσέγγισης όλοι συγκλίνουν σε ένα συμπέρασμα: ότι η πολιτική του νέου Προέδρου θα είναι διαμετρικά αντίθετη με αυτήν του Τραμπ. Και στο ύφος και στην ουσία.

Στο ύφος θα πρέπει να ξεχάσουμε τον αλαζόνα, περιφρονητικό, και λαϊκιστή Τραμπ, που κυβερνούσε μέσω Twitter, και να δούμε ξανά έναν ηγέτη ήπιο, καλοπροαίρετο, και πολιτισμένο, που θα κυβερνάει, λαμβάνοντας υπόψη τη λογική και τους θεσμικούς περιορισμούς του, αφήνοντας περιθώριο αυτενέργειας στο πολιτικό προσωπικό του, που τόσο είχε καταπιέσει, αντίστοιχα ο Τραμπ, και είχε οδηγήσει πολλούς σε παραίτηση ή απλά τους είχε εκδιώξει.

Από πλευράς ουσίας, δηλαδή πολιτικής που θα ακολουθήσει ο Μπάιντεν, νομίζω ότι έκανε ήδη σαφείς τις προθέσεις του. Ιδιαίτερα αναφορικά με την εξωτερική πολιτική του οι τάσεις είναι εξαιρετικά σαφείς: εγκαταλείπεται ο απομονωτισμός του Τραμπ, που συμβόλιζε το America first, και το οποίο είχε οδηγήσει σε ψύχρανση των σχέσεων με την Ευρωπαϊκή Ενωση, σε μέτρα προστατευτισμού των τοπικών προϊόντων και σε επιβαρυντική δασμολογική πολιτική έναντι των αλλοδαπών προϊόντων, καθώς , επίσης, με εχθρική στάση απέναντι στην Κίνα και λιγότερο με τη Ρωσία (όπου οι διαπροσωπικές του σχέσεις με τον Πούτιν εμπόδισαν τις σχέσεις να εξελιχθούν αρνητικά). Τέλος, η αντιπάθειά του στην πολυμερή διπλωματία έχει οδηγήσει στην αμφισβήτηση του ΝΑΤΟ, στη διακοπή των σχέσεων με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και στην απόσυρση από όλες τις προσπάθειες καταπολέμησης της κλιματικής αλλαγής.

Στα σημεία αυτά θα υπάρξουν άμεσα διορθωτικές μεταβολές. Ο Μπάιντεν θα αποκαταστήσει τις σχέσεις του με την Ευρωπαϊκή Ενωση, με το ΝΑΤΟ και με τις προσπάθειες αποκατάστασης της κλιματικής αλλαγής, και γενικότερα θα γίνει υπέρμαχος μιας εμπλοκής στις παγκόσμιες διαδικασίες. Αυτό το τελευταίο σημαίνει την επαναφορά των ΗΠΑ στον παραδοσιακό ρόλο της υπερδύναμης, που για χρόνια διατηρούσε τα πρωτεία.

Στο σημείο αυτό θα επισημάνουμε μια κεντρική διαφοροποίηση: η πολιτική Τραμπ, του απομονωτισμού, έχει δημιουργήσει τετελεσμένα δυσχερώς αναστρέψιμα από τη νέα πολιτική. Το κενό που προκάλεσε αυτή η πολιτική έχει σήμερα καλυφθεί από άλλες δυνάμεις, οι οποίες βρήκαν την ευκαιρία κι έσπευσαν να υποκαταστήσουν και να αναπληρώσουν την αμερικανική απουσία. Συνεπώς χρειάζεται αγώνας μακρύς κι επιμονή από τον νέο Πρόεδρο για να βρεθούν οι ΗΠΑ στη θέση που παραδοσιακά τους ανήκε. Δηλαλή στη θέση που είχαν οι ΗΠΑ στην περίοδο της διοίκησης Ομπάμα.

Σε σχέση, τώρα, με την Ελλάδα: πρώτα-πρώτα αυτή θα καθοριστεί από τα γενικότερα συμφέροντα των ΗΠΑ για τη Μεσόγειο. Οι ΗΠΑ είχαν αρχίσει να αποτραβιούνται από την περιοχή αυτήν ήδη από την εποχή του Ομπάμα. Και να μεταθέτουν το ενδιαφέρον τους προς την Ασία. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει χώρος για τα ελληνικά αιτήματα. Το γεγονός της πρόσφατης αναβάθμισης της βάσης της Σούδας, και της Αλεξανδρούπολης, δείχνει το αμερικανικό ενδιαφέρον για την Ανατολική Μεσόγειο, όπου βρίσκονται χώρες υψηλής προτεραιότητας για τις ΗΠΑ: το Ισραήλ, η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία είναι κράτη που συνδέονται με τη θάλασσα αυτήν, και μια χώρα όπως οι ΗΠΑ δύσκολα την εγκαταλείπουν. Εξάλλου, η Τουρκία, άλλοτε στενός σύμμαχός τους, έχει καταδείξει μια τάση ανεξαρτητοποίησης από τη Δύση, με κινήσεις που και στην περίοδο Τραμπ οδήγησαν σε λήψη μέτρων εναντίον της ( η αγορά και χρήση των S-400 είχαν ως αποτέλεσμα την άρση της άδειας πώλησης των F-35, ενός όπλου που θα εξασφάλιζε την υπεροπλία στον αέρα της Τουρκικής Αεροπορίας). Ηδη, στην περίοδο Τραμπ, ο Υπουργός του των Εξωτερικών, κ. Πομπέο, ταξίδευσε στην Κωνσταντινούπολη για να συναντήσει τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, χωρίς να συναντήσει κανέναν τούρκο αξιωματούχο, δηλώνοντας, έτσι, εμμέσως τη βαθιά αποδοκιμασία της Ουάσιγκτον για την επαμφοτερίζουσα στάση της Τουρκίας. Γιατί, βεβαίως, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι ο Πομπέο ενήργησε αυτοβούλως, χωρίς την άδεια του Προέδρου των ΗΠΑ.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες τι μπορεί να περιμένει η Ελλάδα; Ο νέος Πρόεδρος δεν έχει, ούτε πρόκειται να έχει, ιδιαίτερες σχέσεις με ηγέτες που εφαρμόζουν, κάτω από τον μανδύα της δημοκρατίας, αυταρχικές πολιτικές. Συνεπώς δεν θα αναπτύξει προσωπικές προνομιακές σχέσεις με τον κ. Ερντογάν. Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι θα αποξενώσει την Τουρκία από την επιχείρηση να την ξανατοποθετήσει στην αποκλειστική τροχιά της Δύσης. Συνεπώς θα πρέπει να κρατήσει λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, που αναμφίβολα δεν πρόκειται να εξυπηρετήσουν όλες τις ελληνικές επιδιώξεις. Εξαρτάται και από τη στάση της Τουρκίας, τόσο στα Ελληνοτουρκικά, όσο και στις σχέσεις με τη Δύση. Αν ο κ. Ερντογάν αλλάξει ρότα, όχι πρόσκαιρη και ανειλικρινή, αλλά μόνιμη και σταθερή, τότε το έργο του νέου αμερικανού Προέδρου θα διευκολυνθεί. Πάντως η ίδια η παρουσία ενός Δημοκρατικού Προέδρου στα ηνία του Λευκού Οίκου μπορεί να έχει ευεργετικές επιπτώσεις στη στάση της Τουρκίας. Η οποία, μπορεί να επιδιώξει να προσεταιριστεί την Ευρώπη, σε μια προσπάθεια να καταδείξει την επιστροφή της σε μονογαμικές σχέσεις και την αποποίηση κάθε τάσης ανεξαρτητοποίησης.

Αν, παρʼ όλʼ αυτά, η Τουρκία επιμείνει στην τρέχουσα πολιτική της έντασης και της αντιπαράθεσης, τότε ασφαλώς οι ΗΠΑ δεν έχουν πολλές επιλογές. Παρά το γεγονός ότι τα μέτρα που θα πάρουν θα προσπαθήσουν να διατηρήσουν κάποια ισορροπία, είναι υποχρεωμένοι, εκ των πραγμάτων, να δώσουν βαρύτητα στα ελληνικά αιτήματα και να τα υποστηρίξουν. Τότε θα δούμε μια στροφή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, που θα έχει δόντια απέναντι στην Τουρκία. Αλλά ας ελπίσουμε ότι δεν θα χρειαστεί να φτάσουμε ως εκεί, κι ότι η Τουρκία θα συνετιστεί έγκαιρα, για να αποφύγει τα χειρότερα, σε μια φάση ισχυρής οικονομικής κρίσης και αβεβαιότητας.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι