Η συμβιβαστική λύση του δικοινοτικού συστήματος

Μιχάλης Σταθόπουλος, Ελευθεροτυπία, 20/04/2004

Ο κυπριακός ελληνισμός καλείται να αποφανθεί επί του Σχεδίου Ανάν. Φυσικά, όποια και αν είναι η απόφασή του, θα πρέπει να γίνει σεβαστή. Θα έχει όμως επιπτώσεις σε όλο τον ελληνισμό που βρίσκεται μπροστά σε μία από τις κρισιμότερες αποφάσεις της νεότερης Ιστορίας του.


Το μείζον πρόβλημα είναι, αν αποδέχεται κανείς τη φιλοσοφία του Σχεδίου Ανάν, δηλαδή τη συμβιβαστική λύση ενός δικοινοτικού, διζωνικού κράτους. Τούτο συνεπάγεται αναγνώριση στο τουρκοκυπριακό τμήμα μιας δικής του οντότητας, αναγνώριση δεσμευτική για την ελληνοκυπριακή πλευρά, δηλαδή μη υποκείμενη στην αρχή της πλειοψηφίας του συνόλου των Κυπρίων.

Ασφαλώς αυτό σημαίνει μια υποχώρηση για τους Ελληνοκύπριους που με πλήρη εφαρμογή της αρχής της αυτοδιάθεσης σε όλο το νησί (άρα της αρχής της πλειοψηφίας) θα μπορούσαν να δώσουν τελικά καθαρώς ελληνικό χαρακτήρα στο Κυπριακό Κράτος και να προστατεύουν απλώς τα δικαιώματα της τουρκοκυπριακής μειονότητας μέσα στο κράτος αυτό.

Την υποχώρηση από την πλήρη εφαρμογή της αρχής αυτής αποδέχθηκε η ελληνική πλευρά (και παράλληλα υποχώρησαν και οι Τούρκοι από το αίτημα της διχοτόμησης) από το 1977 και εντεύθεν, όταν όλες οι διαπραγματεύσεις για λύση του Κυπριακού στηρίζονταν στο δικοινοτικό σύστημα.

Η ανάδειξη μιας μειονότητας σε κοινότητα εφαρμόζεται διεθνώς εκεί που ανακύπτει ανάγκη μείζονος προστασίας της. Ετσι, η κάθε αναγνωριζόμενη κοινότητα αποκτά δυνατότητα αυτονομίας και, εντασσόμενη σε μια (ισχυρή ή χαλαρή) Ομοσπονδία, λειτουργεί στη βάση της ισοτιμίας με τις άλλες κοινότητες. Τούτο μπορεί να συνεπάγεται και δικαίωμα βέτο κάθε κοινότητας σε ορισμένα θέματα. Ανάλογο είναι και το βέτο, του οποίου διεκδικούν τη διατήρηση οι μικρές χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Ε.Ε), για να μην υπερκερασθούν από την αρχή της πλειοψηφίας των πολιτών της Ε.Ε., που ευνοεί τις μεγάλες χώρες της. Δεν μπορούμε να μεταχειριζόμαστε τις παρεκκλίσεις από την αρχή της πλειοψηφίας διαφορετικά, ανάλογα με το αν ανήκουμε στην πλειοψηφία ή τη μειοψηφία.

Το σύστημα αυτό δεν είναι το καλύτερο δυνατό για τους Ελληνοκύπριους, αλλά έχει μια λογική. Και συζητείται, πρώτον γιατί είναι η μόνη, εκτός από τη διχοτόμηση, εφικτή λύση και δεύτερον γιατί συνδέεται με ικανοποίηση πολλών επιδιώξεων της ελληνοκυπριακής πλευράς.

Το ερώτημα λοιπόν είναι: Δέχονται οι Ελληνοκύπριοι τη φιλοσοφία της δικοινοτικής λύσης; Ποια είναι η εναλλακτική λύση; Η καθαρή ελληνοποίηση του κράτους τους; Μπορούν να την πετύχουν; Ή η διαιώνιση της σημερινής διχοτόμησης; Αν υποθέσουμε ότι πολλοί Ελληνοκύπριοι περνούν σήμερα καλά στην ευημερούσα κοινωνία τους, θα αδιαφορήσουν για τον Αττίλα και το στρατό κατοχής στο 36% του κυπριακού εδάφους;

Πάντως όλες οι ηγεσίες τους τα τελευταία 30 χρόνια (με τη συμφωνία και των ελληνικών κυβερνήσεων) διαπραγματεύονταν στη βάση του δικοινοτικού συστήματος. Ισως όμως κάποιοι από τους ηγέτες αυτούς ποτέ δεν ήθελαν τη δικοινοτική λύση, αλλά απέκρυπταν την πραγματική τους βούληση, ακόμη και σ’ όλο το διάστημα των διαπραγματεύσεων για τα διάφορα σχέδια Ανάν. Μήπως για να γίνει πρώτα δεκτή η Κύπρος στην Ε.Ε. και εκ των υστέρων να αποκαλύψουν τις πραγματικές τους προθέσεις. Γιατί τι άλλο σημαίνει ο αφορισμός «δεν δέχομαι να παραλάβω κράτος και να παραδώσω Κοινότητα», αν όχι παντελή απόρριψη του δικοινοτικού συστήματος.

Οι επιμέρους ρυθμίσεις του Σχεδίου Ανάν κινούνται σε γενικές γραμμές στη φιλοσοφία του δικοινοτικού συστήματος:

* Δημιουργούν δύο κρατίδια, ελληνοκυπριακό και τουρκοκυπριακό. Η δημιουργία του τουρκοκυπριακού κρατιδίου συνδέεται με μερική επιστροφή εδαφών, προσφύγων και περιουσιών, καθώς και με την αποχώρηση του τουρκικού στρατού, πλην μικρού μέρους. Αρα επιφέρουν μερική άρση των συνεπειών της τουρκικής εισβολής, όχι πλήρη, προφανώς για να διατηρηθεί ο τουρκικός χαρακτήρας της τουρκοκυπριακής κοινότητας, στο πνεύμα του δικοινοτικού συστήματος. Λύση ασφαλώς καλύτερη από τη διατήρηση όλων των συνεπειών της εισβολής.

* Προβλέπουν ότι οι παρεκκλίσεις από τις ελευθερίες του κοινοτικού κεκτημένου δεν θα είναι μόνιμες. Ας σημειωθεί ότι σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις προβλέπονται υπέρ μικρών κρατών της Ε.Ε. μόνιμες παρεκκλίσεις π.χ. από την ελευθερία αγοράς γης (Δανία για αγορά από Γερμανούς, Μάλτα γενικά κ.λπ.). Ας σκεφτούμε αν, στην περίπτωση που η Τουρκία γίνει μέλος της Ε.Ε., θα μας συνέφεραν και εμάς μόνιμες παρεκκλίσεις, ιδίως από την ελευθερία εγκατάστασης Τούρκων (ή Τουρκοκύπριων) π.χ. στα νησιά του Αιγαίου (ή στο ελληνοκυπριακό κράτος).

* Διατηρούν την ενότητα της Κύπρου με την ένωση των δύο κρατιδίων σε Ομοσπονδιακό Κράτος που θα έχει τα δικά του όργανα και αποτρέπει την οριστική και πλήρη διχοτόμηση. Μόνο το Ομοσπονδιακό Κράτος έχει νομική προσωπικότητα στις διεθνείς σχέσεις. Ετσι ενώνεται, έστω χαλαρά, το de facto χωρισμένο επί 30 χρόνια κράτος. Το σύστημα ίσως είναι πολύπλοκο, αλλά μπορεί να λειτουργήσει. Αν βέβαια δεν υπάρχει διάθεση γι’ αυτό και το τελειότερο σύστημα θα συναντούσε προσκόμματα.

Το μεγαλύτερο όμως κέρδος από την αποδοχή του Σχεδίου θα είναι ότι θα γκρεμιστούν τα διαχωριστικά τείχη και θα ξεκινήσει μια νέα εποχή συνεργασίας και συμβίωσης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων· ότι θα στηθεί μια γέφυρα για να συμφιλιωθούν οι δύο Κοινότητες.

Τα σοβαρότερα μειονεκτήματα των ρυθμίσεων του Σχεδίου είναι αφενός η διατήρηση μικρής στρατιωτικής παρουσίας (950 Ελληνες, 650 Τούρκοι αντί των κατά τα λεγόμενα 45.000 Τούρκων στρατιωτών σήμερα) στο νησί και αφετέρου η διατήρηση των δικαιωμάτων των τρίτων εγγυητριών δυνάμεων. Σε ένα, πάντως, κυπριακό κράτος-μέλος της Ε.Ε. δεν θα είναι δύσκολο να περιπέσουν σε αχρησία τα δύο αυτά μέτρα, έως ότου καταργηθούν και τυπικά.

Αν επικρατήσει το όχι στο δημοψήφισμα, δύο δυνατότητες διανοίγονται. Ή η μη λύση και η παγίωση της σημερινής διχοτόμησης. Ή μια νέα λύση, λύση όμως που δεν θα μπορεί να είναι ουσιωδώς καλύτερη από αυτή του Σχεδίου Ανάν. Ούτε οι Τούρκοι θα έχουν λόγο να υποχωρήσουν και άλλο (λόγω της ευρωπαϊκής πορείας τους), αφού στο κυπριακό ζήτημα, έχοντας πει το δικό τους ναι στο Σχέδιο, έδωσαν στην Ε.Ε. ό,τι τους ζήτησε. Αλλά ούτε η Ε.Ε. θα μπορεί ή θα θέλει να ζητήσει από την Τουρκία και άλλες υποχωρήσεις στο Κυπριακό, γιατί θα ήταν ασυνεπής προς την τωρινή έγκρισή της στο σχέδιο Ανάν.

Επομένως οι Ελληνοκύπριοι δεν θα κερδίσουν με ένα νέο σχέδιο τίποτε ουσιαστικό, θα έχουν όμως χάσει (και μαζί τους και η Ελλάδα ώς ένα βαθμό) αφενός πολύτιμο χρόνο (που μπορεί να είναι πολύ μικρός) και αφετέρου -το σπουδαιότερο- ένα μέρος της διεθνούς αξιοπιστίας τους. Διερωτηθήκαμε, μήπως η τυπική ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. γίνει (σε περίπτωση απόρριψης του εγκρινόμενου από τη Ε.Ε. σχεδίου) σε ένα κλίμα ουσιαστικής απομόνωσης, κλίμα δυσμενές και για την Ελλάδα και θετικό για την Τουρκία; Το μεγάλο μας όπλο στο Κυπριακό ήταν ο ΟΗΕ και η Ε.Ε. Και αυτοί τώρα θα είναι δύσπιστοι και επιφυλακτικοί απέναντί μας. Ακόμη και το Ευρωκοινοβούλιο.

Σ’ αυτήν την κρίσιμη περίοδο ο λαός (στην Ελλάδα και κυρίως στην Κύπρο) είχε ανάγκη από ηγέτες που δεν αφήνονται να καθοδηγούνται από πρόσκαιρες συναισθηματικές καταστάσεις της λαϊκής βάσης, αλλά καθοδηγούν τη βάση προς εκείνο που θεωρούν εθνικά συμφέρον. Εδώ, όχι μόνο δεν έγινε αυτό, αλλά οι πιο υπεύθυνες ηγετικές δυνάμεις στην Κύπρο και την Ελλάδα έστρεψαν τη βάση κατά της συμβιβαστικής λύσης, οι μεν εξάπτοντας πάθη και συναισθήματα, οι δε σιωπώντας στην ουσία και αφήνοντας στους πρώτους ελεύθερο πεδίο μονομερούς επηρεασμού. Οι πολιτικοί άνδρες υποστηρίζουν το κατά τη γνώμη τους εθνικό συμφέρον ακόμη και σε αντιπαράθεση με τα συναισθήματα της κοινής γνώμης, που άλλωστε συνήθως είναι ευμετάβλητα.

Η απλή συμπαράσταση σε ό,τι αποφασίζει η Κύπρος είναι υπεκφυγή. Η Ελλάδα δικαιούται και οφείλει να έχει γνώμη· άρα και να προσπαθεί να πείσει. Η όποια αντίθετη προς τη δική της γνώμη απόφαση των Κυπρίων θα γίνεται φυσικά σεβαστή. Οι σχέσεις δεν διαταράσσονται όταν υπάρχει σεβασμός στις τυχόν διαφορετικές γνώμες και αποφάσεις. Τούτο είναι αυτονόητο σε μια δημοκρατική κοινωνία. Αλλιώς καταλύεται η ελευθερία υπεύθυνης έκφρασης γνώμης.

Ακούγονται τελευταία διάφορα ηρωικά συνθήματα για δήθεν ταπεινωτικό «Ναι» και γενναίο «Οχι» κατά των ξένων, που θεωρούνται ότι πάλι συνωμοτούν σε βάρος μας, μας πιέζουν κ.λπ. Αλλά διερωτάται κανείς: Αυτό που τυχόν θέλουν και ζητούν οι ξένοι -έστω πιεστικά- πρέπει να απορρίπτουμε, έστω και αν μας συμφέρει; Αποκλείεται κάτι να συμφέρει και αυτούς και εμάς και την ολότητα;

Με τέτοια συνθήματα επικρατούν θέσεις αντιπαλότητας και έχθρας. Μήπως, μεταξύ άλλων, κάποιοι κύκλοι δεν θέλουν πολλά «πάρε-δώσε» με τους «αλλόθρησκους» Τούρκους; Αυτού του είδους ο πατριωτισμός τελικά ζημιώνει την πατρίδα. Τα είδαμε και στο Μακεδονικό.

Οι Τουρκοκύπριοι και οι Τούρκοι είναι ασφαλώς αρκετά διαφορετικοί από εμάς, στα ήθη, τη γλώσσα, τη θρησκεία, την Ιστορία κ.λπ. Το κρίσιμο όμως ερώτημα είναι, αν θα αφήσουμε να δώσουν τον τόνο τα χωριστικά αυτά στοιχεία ή θα ακολουθήσουμε το πνεύμα των καιρών (που διαπνέει ιδίως την Ε.Ε.), προσπαθώντας να ξεπεράσουμε τις αντιθέσεις, επιδιώκοντας, φυσικά με προσοχή, την προσέγγιση, τη συμφιλίωση, τη συνεργασία και την ειρηνική συνύπαρξη και αναδεικνύοντας ό,τι ενώνει (και πρέπει να ενώνει) τους λαούς και μάλιστα τους γειτονικούς.

Θέμα επικαιρότητας:
Κυπριακό

Σύνολο: 252 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι