Μία ιδεολογικοπολιτική αποτίμηση της Συνταγματικής Αναθεώρησης

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Τα Νέα, 09/03/2019

Με δεδομένο το αποτέλεσμα της πρώτης ψηφοφορίας ως προς την συνταγματική αναθεώρηση και εν αναμονή της δεύτερης θα είχε νομίζω ιδιαίτερο ενδιαφέρον να επιχειρηθεί μια πρώτη απάντηση σε δύο αλληλένδετα ερωτήματα που αιωρούνται πάνω από τις επιστημονικές ή επιστημονικοφανείς αναλύσεις αυτής της περιόδου. Μπορεί πράγματι μια αναθεώρηση να έχει «προοδευτικό πρόσημο»; Και αν ναι, έχει τέτοιο πρόσημο το αναθεωρητικό εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ;

Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά δεν είναι ούτε εύκολη ούτε μονοσήμαντη.

Είναι αναμφίβολο, εν πρώτοις, ότι η συνταγματική πολιτική, της οποίας απόρροια είναι οι προτάσεις αναθεώρησης, είναι υποσύνολο της ευρύτερης πολιτικής και εκπορεύεται από κομματικές δυνάμεις με αντικρουόμενες αξιακές επιλογές, ως προς τον ρόλο του κράτους, το πολιτικό σύστημα και την σημασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Αντίθετα, η λογική της «ουδέτερης αναθεώρησης», με αποκήρυξη κάθε ιδεολογικού προσήμου στο όνομα των γενικότερων συμφερόντων του «λαού» και της «πατρίδας», έχει την ίδια αξία με την γενικότερη θέση περί «άχρωμων» μεταρρυθμίσεων, που υπηρετούν δήθεν, άνευ ετέρου, τον επιβαλλόμενο «εκσυγχρονισμό» (ο οποίος όμως συνήθως ταυτίζεται –παρά τις αόριστες και παραπλανητικές διακηρύξεις– με την άκριτη προσαρμογή στην σημερινή καταθλιπτική πραγματικότητα του «αχαλίνωτου καπιταλισμού»).

Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι για να γίνει αναθεώρηση απαιτείται ευρύτερη συναίνεση (τουλάχιστον 3/5 σε μια από τις δύο εμπλεκόμενες Βουλές). Ωστόσο, η συναίνεση αυτή δεν είναι υποχρεωτικό να περιλαμβάνει και τους δύο βασικούς αντιτιθέμενους πολιτικούς πόλους (Αριστερά – Δεξιά). Το πώς και με ποιους όρους θα εκφρασθεί είναι συνάρτηση των ευρύτερων κοινωνικοπολιτικών συσχετισμών που διαμορφώνονται σε μια δεδομένη συγκυρία, δηλαδή των συσχετισμών των οποίων την θεσμική αποτύπωση αποτελεί –σε τελευταία ανάλυση και με πολλαπλές έστω διαμεσολαβήσεις και διαθλάσεις– και η ίδια η συνταγματική αναθεώρηση.

Τα παραπάνω, πάντως, δεν σημαίνουν ότι δεν υπάρχουν και άλλες κρίσιμες αντιθέσεις, που ενδέχεται υπό προϋποθέσεις να επισκιάζουν την κύρια αντίθεση Αριστεράς-Δεξιάς και να εμφανίζονται σαν κυρίαρχες. Τέτοιες είναι, για παράδειγμα, οι αντιθέσεις Δημοκρατία-Ολοκληρωτισμός και Ευρώπη-Αντιευρώπη, οι οποίες από τη φύση τους συνεπάγονται πολύ ευρύτερες πολιτικές συμμαχίες και ενδέχεται να επικαθορίζουν, σε μια δεδομένη συγκυρία, τις θεσμικές επιλογές. Επίσης, σε περιόδους κρίσης, σαν αυτή που ταλανίζει τη χώρα μας, είναι εύλογο να διαμορφώνονται, συγκυριακά έστω, ετερόκλητες συσπειρώσεις και αντισυσπειρώσεις, που υπερβαίνουν τις παραδοσιακές ιδεολογικοπολιτικές αντιθέσεις.

Όλα αυτά επιτάσσουν πράγματι, υπό συγκεκριμένους πολιτικούς όρους, την πρόταξη ευρύτατων διακομματικών συναινέσεων και συγκλίσεων, προκειμένου να διασφαλισθεί η προστασία των θεμελιωδών αρχών και των βασικών κοινωνικών κατακτήσεων της σύγχρονης συνταγματικής δημοκρατίας.

Με αυτά τα δεδομένα, το ερώτημα αν νοείται «προοδευτική» αναθεώρηση πρέπει μεν να απαντηθεί κατ’αρχήν καταφατικά, αλλά υπό ένα ευρύτερο πρίσμα, συναρτώμενο ευθέως με τρία αλληλένδετα ερωτήματα: πρώτον, ποιες πολιτικές δυνάμεις συσπειρώνονται γύρω από τις αναθεωρητικές πρωτοβουλίες, δεύτερον που αποβλέπουν αυτές οι πρωτοβουλίες και τρίτον πόσο πολιτικά και θεσμικά πρόσφορες αποδεικνύονται στην πράξη, σε μια δεδομένη κοινωνικοπολιτική συγκυρία.

Υπό αυτό το τριπλό πρίσμα, μπορούμε να αποτιμήσουμε τόσο τις δύο προηγούμενες αναθεωρητικές πρωτοβουλίες όσο και την σημερινή:

Α. Η αναθεώρηση του 1986, με βάση τα ανωτέρω κριτήρια, ήταν εν μέρει μόνο προοδευτική. Απάλλαξε μεν, με συμφωνία μόνον των «προοδευτικών» δυνάμεων, την πολιτική ζωής από την ιδιότυπη «κηδεμονία» που της είχε επιβάλει, μέσω του Συντάγματος του 1975, ο πατριάρχης της συντηρητικής παράταξης Κωνσταντίνος Καραμανλής, αλλά εν τέλει όχι μόνο παρέμεινε –κακώς– μονοθεματική αλλά και εκκόλαψε, στο όνομα της ενίσχυσης της Βουλής, τον πρωθυπουργοκεντρισμό.

Β. Η αναθεωρητική πρωτοβουλία του 1995 στην αφετηρία της υπήρξε προοδευτική. Ωστόσο, παρά το ότι οι συσχετισμοί ήταν επίσης πρόσφοροι, η αρχική στόχευση του Ανδρέα Παπανδρέου για ευρείες και τολμηρές τροποποιήσεις τέθηκε, μετά τις εκλογές του 1996, στην προκρούστεια κλίνη μιας μονομερούς συμφωνίας ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, με αποτέλεσμα να εξελιχθεί στην άχρωμη, άοσμη και πλαδαρή αναθεώρηση του 2001 (με αρκετές πάντως τροποποιήσεις προς την ορθή κατεύθυνση).

Γ. Το αναθεωρητικό εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ σφραγίσθηκε εξ αρχής από τον εγγενή αριστερισμό του, ο οποίος, βέβαια, κάθε άλλο παρά συνεπάγεται όντως προοδευτικές επιλογές. Όχι μόνον διότι είναι εκτός τόπου και χρόνου, ως προς τους πραγματικούς κοινωνικοπολιτικούς συσχετισμούς σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά και διότι οδηγεί αρχικά μεν σε «αυταπάτες», στην συνέχεια σε άτακτη υποχώρηση και συντηρητικές αναδιπλώσεις και εν τέλει σε αποτυχία πραγμάτωσης έστω και μέρους των διακηρυσσόμενων μαξιμαλιστικών στόχων.

Αυτό ακριβώς συνέβη και με την εν εξελίξει αναθεώρηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε είχε ούτε απέκτησε, στην πορεία, σοβαρή και ρεαλιστική προοδευτική συνταγματική πολιτική. Από τις ανεκδιήγητες και εκτός της ισχύουσας έννομης τάξης αντιλήψεις περί «συντακτικής συνέλευσης» και «συνταγματικού δημοψηφίσματος» (στις οποίες έβαλε φρένο, ευτυχώς, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας…) περάσαμε στις γενικές και αόριστες εξαγγελίες του πρωθυπουργού, στον αμφιλεγόμενο και άνευ αποτελέσματος «κοινωνικό διάλογο» και εν τέλει σε καθυστερημένη, περιορισμένη και αγχωτική συζήτηση στην Επιτροπή Αναθεώρησης. Αλλά και εκεί δεν πρυτάνευσε η αναζήτηση ευρύτερων συναινέσεων και συγκλίσεων, προκειμένου να περάσουν –με αμοιβαίες υποχωρήσεις και συμβιβασμούς– τουλάχιστον ορισμένες όντως ρεαλιστικές προοδευτικές προτάσεις που υποβλήθηκαν σε αυτό το τελικό στάδιο. Αντίθετα, αφ’ενός μεν επεδείχθη πλήρης αδιαλλαξία απέναντι στις ουκ ολίγες θετικές προτάσεις της ΝΔ (διότι, βεβαίως, δεν ήταν όλες «νεοφιλελεύθερες»…) αφ’ετέρου δε επελέγη η ατυχέστατη «εργαλειοποίηση» μιας ενδιαφέρουσας θεωρητικής συζήτησης, για το αν δεσμεύει (και πως) η πρώτη Βουλή την επόμενη. Αυτό οδήγησε σε μια ακραία και αλαζονική στάση, ως προς τον ρόλο της σημερινής κυβερνητικής πλειοψηφίας, που έδωσε απλόχερα, τόσο στην ΝΔ όσο και στο Κίνημα Αλλαγής, το άλλοθι που αναζητούσαν…

Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Όλες οι διατάξεις που είχαν προοδευτικό πρόσημο (θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους και εγγυήσεις της θρησκευτικής ελευθερίας, κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα, μορφές άμεσης πολιτικές συμμετοχής, αναλογικό εκλογικό σύστημα στις βουλευτικές –και μόνον– εκλογές, πολιτικά δικαιώματα αλλοδαπών με μόνιμη διαμονή, νομοθετικός καθορισμός της περιφερειακής οργάνωσης του κράτους,) πέρασαν μόνο με την –οριακή και ευκαιριακή– κυβερνητική πλειοψηφία και κατά πάσα πιθανότητα θα απορριφθούν στην επόμενη Βουλή, όπου απαιτούνται τουλάχιστον 180 ψήφοι.

Αν λοιπόν δεν προκύψει κάποια εμπλοκή με την εκλογή του Προέδρου –που θα μπορούσε να οδηγήσει σε συνολική απόρριψη της αναθεώρησης στην επόμενη Βουλή…– φαίνεται ότι η αναθεώρηση θα περιορισθεί σε ελάχιστες διατάξεις, που είναι μεν χρήσιμες για την βελτίωση της λειτουργίας του πολιτεύματος αλλά σε καμία περίπτωση δεν αρκούν για να την χαρακτηρίσουν προοδευτική.

Εκτός αν θεωρήσουμε ότι ο προοδευτικός χαρακτήρας της έγκειται σε αυτό που ξεστόμισε ευθαρσώς ο εισηγητής της πλειοψηφίας: να αποτραπεί, για τα επόμενα δέκα χρόνια, η αναθεώρηση του άρθρου 16 για τα μη κρατικά πανεπιστήμια…

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι