ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΘΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΤΟΥ ΕΠΙΔΟΣΗ

30/10/2019

Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά τη στροφή του στη ρεαλιστική αντιμετώπιση των πραγμάτων – που ο ίδιος τη βίωσε, εν πολλοίς, ως αναγκαστικό συμβιβασμό – και τη δεύτερη νίκη του το Σεπτέμβριο του 2015, εφάρμοσε μια κυβερνητική πολιτική που ήταν μίγμα αφενός των μνημονιακών υποχρεώσεων και αφετέρου των δικών του πολιτικών στόχων και επιδιώξεων.

Η κυβερνητική θητεία του ΣΥΡΙΖΑ μετά τον Σεπτέμβριο του 2015 είχε θετικό ισοζύγιο καθώς τέθηκαν στην κυβερνητική ατζέντα:

Η εφαρμογή της νέας συμφωνίας με τους εταίρους που τελικά οδήγησε στη ρύθμιση του χρέους και στην έξοδο από τα μνημόνια

Η σταδιακή επαναδιαπραγμάτευση με τους θεσμούς με την πολιτικά ορθή λογική «υλοποιώ το μνημόνιο και έναντι του δημοσιονομικού πλεονάσματος επαναδιαπραγματεύομαι τη μη υλοποίηση προβλεπόμενων μέτρων».

Η αναζήτηση πολιτικών για την ανακοπή της καθοδικής πορείας της οικονομίας με διαφορετική λογική από αυτήν της συρρίκνωσης των εισοδημάτων.

Η τοποθέτηση στην πολιτική ατζέντα των ζητημάτων, που απασχολούν τα ασθενέστερα στρώματα, παράμετρος, που είχε υποβαθμιστεί από τις προηγούμενες κυβερνήσεις της περιόδου των μνημονίων

Η προώθηση νομοθετικών μεταβολών για την εμβάθυνση των δικαιωμάτων

Η ανθρωπιστική αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης

Η προώθηση της εμβληματικής Συμφωνίας των Πρεσπών

Αυτές οι διαστάσεις πολιτικής, επενέργησαν θετικά στη διαπάλη εντός της Ε.Ε (εξού και η θετική αντιμετώπιση του ΣΥΡΙΖΑ από τις προοδευτικές δυνάμεις της Ευρώπης) και αποτελούν σημαντική παρακαταθήκη για μια νέα προοδευτική διακυβέρνηση.

Ωστόσο ηκυβερνητική θητεία του ΣΥΡΙΖΑ είχε πέραν του θετικού ισοζυγίου και σημαντικές αρνητικές πλευρές και αδυναμίες. Η ουσιαστική, νηφάλια και μη αυτοαναφορική εκτίμηση αυτής της θητείας και συνολικά της πορείας του ΣΥΡΙΖΑ από το 2010 έως τις εκλογές του 2019, είναι όρος εκ των ουκ άνευ για την άντληση συμπερασμάτων σε σχέση με το «τι συνέβη» αλλά και για τη χάραξη μιας νέας πορείας. Η προσπάθεια που κάνουν ορισμένα ηγετικά στελέχη να παρουσιάσουν την ήττα ως αναπόφευκτη εξέλιξη λόγω αντικειμενικών παραγόντων, συνιστά μια αυτοαναφορική προσέγγιση που συνηθίζεται στους «επαγγελματίες» πολιτικούς αλλά δεν αρμόζει σε στελέχη της Αριστεράς.

Το Δίκτυο Αριστερών Δημοκρατών εκτιμά ότι η κυβερνητική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ είχε λανθασμένα δομικά στοιχεία.

Το Δίκτυο είχε εγκαίρως επισημάνει στη διάρκεια της κυβερνητικής θητείας και επισημαίνει και σήμερα τα κάτωθι:

Ο ΣΥΡΙΖΑ μέχρι και τον Ιούλιο του 2015 επέδειξε υποτίμηση έναντι της ανάγκης για δημοσιονομική προσαρμογή και καλλιέργησε αυταπάτες για μια «εύκολη» επικράτηση της αλλαγής πολιτικών και της εξόδου από τα μνημόνια. Αυτό στη συνέχεια επέδρασε στη μετατόπιση προς άλλες πολιτικές κατευθύνσεις, του τμήματος εκείνου της εκλογικής του βάσης που συνέχιζε να πιστεύει ότι όλα ήταν θέμα βούλησης και ο συμβιβασμός θα μπορούσε να αποφευχθεί.

Η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ μετά τη ρεαλιστική του στροφή -όπως εγκαίρως είχαμε προειδοποιήσει- ήταν στρατηγική σταθεροποίησής του ως δεύτερου κόμματος και όχι ανάδειξής του ως πρώτου κόμματος, αφού άφηνε εκτός ενδιαφέροντος τα οικονομικά συμφέροντα των μεσαίων στρωμάτων, αλλά και τις πολιτικές αντιλήψεις του τμήματος των πολιτών, που θέτουν σε προτεραιότητα την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό. Ο ΣΥΡΙΖΑ ενδιαφέρθηκε σχεδόν αποκλειστικά για τις πιο αδύναμες κοινωνικές ομάδες -τονίζοντας διαρκώς αυτήν την ταξική του μεροληψία- παραβλέποντας ότι η προοδευτική αλλαγή πρέπει να εκφράζει και τα δυναμικά παραγωγικά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας και προοδευτική πλειοψηφία δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την υποστήριξη των μεσαίων στρωμάτων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δούλεψε σε όλα τα πεδία κυρίως με τη λογική της «αναδιανομής», γεγονός που επέφερε επιμέρους θετικά αποτελέσματα αλλά –όπως ήταν φυσικό επακόλουθο– δεν εμπέδωσε μια συνολική προοδευτική στρατηγική για τη χώρα.

Οι κυβερνητικές παρεμβάσεις του ΣΥΡΙΖΑ στον τομέα της λειτουργίας του κράτους εμπεριείχαν σοβαρά λάθη και παραλείψεις όπως: η επικοινωνιακή διαχείριση των σκανδάλων, το «χάιδεμα» των χρόνιων παθογενειών της δημόσιας διοίκησης και η εκπομπή μιας εικόνας κυβερνητικού οργάνου για την ΕΡΤ.

Η κυβέρνηση στην οικονομία σταθεροποίησε τα δημόσια οικονομικά αλλά με υπερφορολόγηση των δηλούμενων εισοδημάτων και υπεραυξημένες ασφαλιστικές εισφορές επί αυτών αντί της καταπολέμησής της -τεραστίων διαστάσεων- φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής. Επιπλέον αυτή η πολιτική συνοδεύτηκε από μια αναιτιολόγητη ευαρέσκεια για την υπεραπόδοσηεπί των ήδη πολύ υψηλών στόχων πρωτογενών πλεονασμάτων, ωσάν να μην γινόταν κατανοητό από πού προερχόταν.

Η επαναφορά στην ανάπτυξη δεν είχε τους ρυθμούς και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που θα δημιουργούσαν ένα νέο κλίμα, εξαιτίας:

Της ελλιπούς κατανόησης ότι η δίκαιη ανάπτυξη είναι και ανάπτυξη/ επενδύσεις και όχι μόνο αναδιανομή.

Της αρνητικής επίδρασης της υπερφορολόγησης στο επενδυτικό κλίμα

Της αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην απορρόφηση του ΕΣΠΑ ενώ την ίδια στιγμή διακηρυσσόταν πως η χώρα έχει την 1η θέση στην απορρόφηση

Της αργοπορίας στην προώθηση λύσεων για τη βελτίωση της παραγωγικής ικανότητας της χώρας

Η κοινωνική πολιτική στηρίχθηκε περισσότερο στη λογική των έκτακτων επιδομάτων και λιγότερο στη θέσπιση μόνιμων κοινωνικών δικαιωμάτων. Επιπλέον, επειδή η παροχή των έκτακτων επιδομάτων συνδέθηκε με το φορολογητέο εισόδημα, λειτούργησε ως ώθηση για τη μη ένταξη στην αγορά εργασίας και την απόκρυψη εισοδημάτων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ λειτούργησε ωσάν να νόμιζε ότι θα έφερνε την προοδευτική αλλαγή με το τμήμα των στελεχών που εισήλθε στους κυβερνητικούς μηχανισμούς και όχι με την κινητοποίηση όλων των προοδευτικών πολιτών σε όλα τα θεματικά πεδία μέσα από τη συγκρότηση δικτύων και κινήσεων πολιτών, που θα αλληλοεπιδρούσαν με την κυβέρνηση, θα την διασύνδεαν με την κοινωνία και θα έδιναν την ευκαιρία στα μέλη του κόμματος να «συλλειτουργήσουν» με άλλους προοδευτικούς πολίτες. Αυτό είχε ως φυσικό επακόλουθο να ενταθεί το πρόβλημα έλλειψης στελεχών και να αναφανούν ζητήματα διαχειριστικής ανεπάρκειας.

Η συμπεριφορά ορισμένων κυβερνητικών στελεχών ήταν αλαζονική ή και έξω από τους κανόνες πολιτικού πολιτισμού.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε λάθος συμμαχίες:

Συνεργάστηκε με τους ΑΝΕΛ, γεγονός που του στοίχισε σε αξιοπιστία

Πήρε πολύ αργά και με εικόνα παροχής ανταλλαγμάτων (υπουργοποιήσεις) την πρωτοβουλία για τη δημιουργία της Προοδευτικής Συμμαχίας.

Προσέγγισε τις αυτοδιοικητικές εκλογές -με ελάχιστες εξαιρέσεις- στενοκομματικά, όπως και στο παρελθόν. Ειδικά στην Κεντρική Μακεδονία και τη Θεσσαλονίκη που είχε επιπλέον λόγους να επιδιώξει ευρείες αυτοδιοικητικές πρωτοβουλίες, εν τέλει περιορίστηκε σε κομματικές υποψηφιότητες, που εξ ορισμού δεν είχαν ελπίδες επιτυχίας και απλώς ευνόησαν τα πρόσωπα, που τέθηκαν επικεφαλής των συνδυασμών του ΣΥΡΙΖΑ και συνέβαλλαν στην εκλογή τους ως βουλευτών.

Συμπερασματικά, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ήταν μια εξέλιξη σε προοδευτική κατεύθυνση που είχε τα θετικά χαρακτηριστικά του ΣΥΡΙΖΑ, όπως η λαϊκότητα, η προοδευτική αντίληψη στα δικαιώματα, η αντιεθνικιστική προσέγγιση, μαζί με τα προβληματικά του στοιχεία όπως η άμετρη επιβάρυνση της αγοράς, η αποσύνδεση της αναδιανομής από την ανασυγκρότηση της οικονομίας, η ελλιπής κατανόηση της σημασίας της λειτουργίας των θεσμών κ.α. Αυτά τα αντιφατικά χαρακτηριστικά, με την αλληλεπίδρασή τους, οδήγησαν αφενός στην εκλογική ήττα και αφετέρου στη διατήρηση μιας ισχυρής εκλογικής επιρροής.

Ο ΣΥΡΙΖΑ λόγω του «αποχωρισμού» του από τα συμφέροντα των μεσαίων στρωμάτων έχασε γρήγορα την πολιτική του επιρροή και η εκλογική μάχη διεξήχθη άνευ ερωτήματος για το «ποιος θα είναι ο νικητής», ενώ δοκιμάστηκε και η αντοχή του στο να παραμείνει σημαντικός πολιτικός πόλος. Ταυτόχρονα η ανάδειξη του σε πρώτο κόμμα σε μεγάλες γεωγραφικές περιοχές όπου κατοικούν αδύναμα οικονομικά στρώματα όπως η Δυτική Αθήνα, η Δυτική Αττική και η Βορειοδυτική Θεσσαλονίκη, έδειξε την αναγνώριση της προσφοράς του στα εισοδηματικά αδύναμα στρώματα.

Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ κατά 8%, στις εθνικές εκλογές σε σχέση με τις ευρωεκλογές, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι υποστηρίχθηκε μαζικά από πολίτες, που (παρά το ότι είχαν σοβαρές διαφωνίες με την πολιτική του) ήθελαν να υπάρχει στη Βουλή μια ισχυρή προοδευτική δύναμη.

Ως εκ τούτου η υποστήριξη που συγκέντρωσε ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πολύχρωμη και διόλου μονοσήμαντη. Έτσι μεγάλο τμήμα των ψηφοφόρων του δεν ενστερνίζεται αριστερές ιδέες των προηγούμενων δεκαετιών και άρα δεν προσδοκά την «εκπαίδευσή» του σε αυτές. Είναι χαρακτηριστικό ότι αμέσως μετά τις εκλογές ένα μη ευκαταφρόνητο τμήμα του 31,5% δηλώνει, ότι δεν αισθάνεται κοντά στο ΣΥΡΙΖΑ.

Αυτά τα στοιχεία κάνουν ευκρινή τη διαπίστωση ότι το τέλος των μνημονίων επιφέρει και το τέλος της πολιτικά «εύκολης» περιόδου κατά την οποία ο αντιμνημονιακός λόγος της Ριζοσπαστικής Αριστεράς αρκούσε ώστε ευρύτερες μάζες να δίνουν την υποστήριξήτους στο πολιτικό της σχέδιο.

Σήμερα το πολιτικό ζητούμενο είναι το προοδευτικό πολιτικό σχέδιο της μεταμνημονιακής εποχής και αυτό είναι απαραίτητο να καλύπτει περισσότερες παραμέτρους, να δίνει απαντήσεις που θα μπορούν να σταθούν σε συνθήκες διεθνοποίησης και ραγδαίων τεχνολογικών μεταβολών, να εκφράζει περισσότερα κοινωνικά στρώματα με διαφορετική κοινωνική θέση και να συνθέτει διαφορετικές πολιτικές αντιλήψεις προοδευτικού προσανατολισμού.

Η προοδευτική διακυβέρνηση της επόμενης φάσης πρέπει να στηριχθεί σε ένα νέο πολιτικό σχέδιο, που θα αξιοποιεί τις καλύτερες παραδόσεις του παρελθόντος, θα αφήνει πίσω τη λογική των εύκολων απαντήσεων "παλιάς κοπής", θα ενσωματώνει νέα καινοτομικά στοιχεία και θα οδηγεί στον προοδευτικό εκσυγχρονισμό της χώρας ταυτόχρονα με τον αγώνα για την εμβάθυνση της πολιτικής ενοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε δημοκρατική και κοινωνική κατεύθυνση.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι