Το πρόβλημα με την εσωστρέφεια

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 28/11/2020

Επειδή έχω τη διαστροφή να διαβάζω πολλά από τα απειράριθμα κείμενα που δημοσιεύονται με θέμα τις κονταρομαχίες κυβέρνησης - αντιπολίτευσης, θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας την εξής απορία: Πώς εξηγείται το γεγονός ότι σε μερικές περιπτώσεις συμφωνώ εκατό τοις εκατό με αυτά που λένε αλλά ταυτόχρονα έχω την αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά, ότι μας παραπλανούν;

Για να μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα και για πράγματα γνωστά, θα αναφερθώ στην κριτική που ασκούν οι δημοσιολογούντες συριζαίοι στους νεοδημοκράτες συναδέλφους τους. Τους καταλογίζουν τυφλή υποταγή στις πολιτικές σκοπιμότητες ή στο αφεντικό τους, επιλεκτικές αναγνώσεις, την τάση να εξαντλούν την αυστηρότητά τους όποτε πρόκειται για τους αντιπάλους και την επιείκειά τους όποτε πρόκειται για τους ημετέρους, να διατυμπανίζουν τις αποτυχίες των απέναντι και να σμικρύνουν ή και να αποσιωπούν τις αντίστοιχες αποτυχίες των δικών τους. Κοινώς να μεροληπτούν.

Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα: Προ καιρού ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδωσε μια συνέντευξη στον ΣΚΑΪ. Ετυχε να μη βρίσκομαι στην Ελλάδα και δεν την είδα. Δέχτηκα όμως ένα τηλεφώνημα από φίλο συριζαίο που με ενημέρωσε σχετικά και έμπλεος οργής κατήγγειλε τους δημοσιογράφους του καναλιού γιατί απέφυγαν να του κάνουν δύσκολες ερωτήσεις ή όταν πήγαιναν προς τα εκεί δέχονταν αμέσως τις εξηγήσεις του πρωθυπουργού αντί να επιμείνουν και να τον κολλήσουν στον τοίχο. Δεν είχα λόγους να μην τον πιστέψω.

Το αντίθετο θα με εξέπληττε. Οταν έκλεισα το τηλέφωνο όμως σκέφτηκα πως στις συνεντεύξεις που δίνει ο Αλέξης Τσίπρας σε φιλικά διακείμενα ΜΜΕ –ναι, υπάρχουν και αυτά– δεν θυμάμαι να τον στρίμωξε κανείς. Και σας διαβεβαιώνω επίσης ότι κανείς συριζαίος δεν με πήρε τηλέφωνο για να διαμαρτυρηθεί.

Επανερχόμενος στην αρχική απορία μου, τα παραπάνω σημαίνουν ότι η κριτική που ασκούμε στους άλλους μπορεί να αποδειχτεί εύστοχη αλλά όχι δίκαιη αν εμείς που τους επικρίνουμε είμαστε ένοχοι για το ίδιο αμάρτημα. Κάτι που είμαι σίγουρος ότι δεν πέρασε καν από το μυαλό του φίλου που μου τηλεφώνησε για να καταθέσει την αγανάκτησή του για τη συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη. Κι επειδή πρόκειται για σοβαρό άνθρωπο, η μόνη εξήγηση που μπορώ να σκεφτώ είναι ότι τον έπνιγε το δίκιο του, ενώ ταυτόχρονα τον τύφλωνε η οργή του. Δηλαδή, επειδή ένιωθε έντονα το πρώτο, το δεύτερο πέρασε απαρατήρητο. Κι αυτό με οδήγησε σε κάποιες ανησυχητικές σκέψεις.

Γενικά μιλώντας, και όχι μόνο στις μέρες μας όπου η μία κρίση διαδέχεται την άλλη, η λέξη «εσωστρέφεια» έχει στην πολιτική αρνητικό πρόσημο. Σημαίνει παράλυση, άγονες συζητήσεις και καβγάδες, με αποτέλεσμα την εξασθένηση του αγωνιστικού φρονήματος που χρειάζεται για να αντιμετωπίσουμε τους αντιπάλους μας, οι οποίοι, ως γνωστόν, καταστρέφουν τη χώρα. Κατά συνέπεια στο στόχαστρο βάζουμε πάντα και μόνο τον εχθρό.

Στο δε παράδειγμα του συριζαίου φίλου που χρησιμοποίησα, ο εχθρός ήταν η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Αν μάλιστα τα πυρά του βρήκαν στόχο, το τελευταίο πράγμα που θα σκεφτόταν ήταν το ενδεχόμενο να έχει διαπράξει το ατόπημα τους που καταλόγισε.

Αυτή όμως η κομματική εκδοχή της εσωστρέφειας έρχεται σε απόλυτη αντίφαση με την έννοια της εσωστρέφειας ως βασικού χαρακτηριστικού της νεωτερικότητας. Η οποία νεωτερικότητα σημαίνει εντονότερη αυτοσυνειδησία και ταυτόχρονα μεγαλύτερη έμφαση στον κριτικό αναστοχασμό. Δηλαδή μας αναθέτει το από δύσκολο μέχρι αδύνατο έργο να ανασύρουμε στην επιφάνεια τους τρόπους με τους οποίους ο δικός μας λόγος διαμορφώνει την πραγματικότητα. Ή αλλιώς να δούμε τα γυαλιά μέσα από τα οποία βλέπουμε. Το κακό και παράδοξο είναι ότι ένα άλλο χαρακτηριστικό της νεωτερικότητας, η κοινοβουλευτική δημοκρατία, προβλέπει τη συνεχή σύγκρουση ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αντιπολίτευση. Και σε αυτήν την κατεξοχήν εξωστρεφή μάχη το ζητούμενο πάνω απ’ όλα είναι πώς θα πλήξεις τον αντίπαλό σου. Τούτου δεδομένου, το κατά πόσον το επιχείρημά σου ευσταθεί ή το αν διαμαρτύρεσαι για κάτι που κι εσύ κάνεις, δεν τίθεται καν. Διότι νυν υπέρ πάντων ο αγών.

Το πώς θα διαχειριστούμε αυτήν την αντίφαση δεν το γνωρίζω. Δεν αποκλείεται όμως, αν τη συνειδητοποιήσουμε, να απαλύνουμε κάπως την εξόφθαλμη ανακολουθία για την οποία είμαστε ένοχοι όταν καταγγέλλουμε τους άλλους για κάτι που κι εμείς συστηματικά κάνουμε. Και με αφορμή την περίπτωση των δημοσιογράφων του ΣΚΑΪ που δεν στρίμωξαν τον Μητσοτάκη, ας θέσουμε το απλό ερώτημα: Εμείς πότε στριμώξαμε τον Τσίπρα; Κι αν η απάντηση είναι ότι ο Τσίπρας δεν στριμώχνεται, τότε μπορούμε να πιάσουμε δουλειά σε κάποιον άλλο ΣΚΑΪ που θα είναι αριστερός.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι